Όριο Πίστεως


ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ - Η Α­ΛΗ­ΘΕΙΑ Δ’ - π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου


Θέματα Ὀρθοδόξου πίστεως ἀπό τό βιβλίο «Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ», τοῦ ἀειμνήστου  π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου συγχρόνου ὁμολογητοῦ, ἱδρυτοῦ τῆς ἀντιαιρετικῆς ἄμυνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, πού ἀποτελεῖ ὁλοκληρωμένη δογματική ἀντιαιρετική ἀσπίδα.
Ἡ γνώση τῆς ἀκριβοῦς Ὀρθοδόξου Πίστεως εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν κατάρτιση τῶν στελεχῶν τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἔργου καί γιά τήν σίγουρη καί ἔγκυρη βοήθεια στά θύματα καί τούς συγγενεῖς τους.




1. Η ΑΛΗΘΕΙΑ Δ’

ζ) Τά ἴ­χνη τοῦ Θε­οῦ στή δη­μι­ουρ­γί­α

Μή­πως ὁ ἄν­θρω­πος, μέ τίς δι­κές του δυ­να­τό­τη­τες δέν μπο­ρεῖ νά γνω­ρί­σει τί­πο­τα γιά τόν Θε­ό; Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς λέ­ει πώς ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νά ἀ­να­κα­λύ­ψει πί­σω ἀ­πό τά δη­μι­ουρ­γή­μα­τα τό Δη­μι­ουρ­γό, τή δύ­να­μή Του καί τή δό­ξα Του.
«Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νο πού μπο­ρεῖ νά γί­νει γνω­στό ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους γιά τόν Θε­ό, εἶ­ναι φα­νε­ρό σ’ αὐ­τούς, για­τί ὁ Θε­ός τούς τό ἐ­φα­νέ­ρω­σε. Ἐ­πει­δή τά ἀ­ό­ρα­τα Αὐ­τοῦ, δη­λα­δή ἡ αἰ­ώ­νια δύ­να­μη καί ἡ Θε­ό­της Του, βλέ­πον­ται κα­θα­ρά ἀ­πό τό­τε πού δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ὁ κό­σμος καί κα­τα­νο­οῦν­ται διά μέ­σου τῶν δη­μι­ουρ­γη­μά­των Του, ὥ­στε οἱ ἄν­θρω­ποι νά εἶ­ναι ἀ­να­πο­λό­γη­τοι.­.­.» (Ρωμ. α' 19-20).
Τή δό­ξα τοῦ Θε­οῦ πού φα­νε­ρώ­νε­ται μέ­σῳ τῶν δη­μι­ουρ­γη­μά­των ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή:
«Οἱ οὐ­ρα­νοί δι­η­γοῦν­ται δό­ξα Θε­οῦ,
τό στε­ρέ­ω­μα ἀ­ναγ­γέλ­λει πώς εἶ­ναι ἔρ­γο τῶν χε­ρι­ῶν Του.
Κά­θε μέ­ρα με­τα­δί­δει στήν ἄλ­λη λό­γο
καί κά­θε νύ­χτα ἀ­ναγ­γέλ­λει στήν ἄλ­λη γνώ­ση.
Δέν εἶ­ναι λα­λι­ές καί λό­γοι πού δέν ἀ­κού­ον­ται οἱ φω­νές των σέ ὅ­λη τή γῆ ἐ­ξῆλ­θαν οἱ λό­γοι των καί στά πέ­ρα­τα τῆς οἰ­κου­μέ­νης ἡ φω­νή των.­.­.­».
(Ψαλμ. ι­η ' 2-5/ι­θ' 1-4)
«Ἐ­κά­λυ­ψεν οὐ­ρα­νούς ἡ ἀ­ρε­τή Του, καί μέ τή δό­ξα Του γέ­μι­σε ἡ γῆ.
Κι ἡ λάμ­ψη Τοῦ εἶ­ναι σάν τό φῶς· δύ­να­μη κρά­τει στά χέ­ρια Του καί ἐ­ναρ­μό­νι­σε τήν ἀ­γά­πη μέ τήν κρα­ται­ά Του ἰ­σχύ».
(Ἀβ­βακ. γ' 3-4. Πρβλ. Α­ριθ. ι­δ' 21. Σοφ. Σολ. ι­γ' 3-9. Σοφ. Σειρ. μγ' 11-33)
Ὁ Θε­ός λοι­πόν ἄ­φη­σε τά «ἴ­χνη» Του στή δη­μι­ουρ­γί­α. Ὅ­μως ὁ ἄν­θρω­πος, ἀ­να­κα­λύ­πτον­τας τά «ἴ­χνη» αὐ­τά, δέν ἀ­να­κα­λύ­πτει τόν προ­σω­πι­κό Θε­ό, πού μέ τή Θεί­α Του βού­λη­ση δη­μι­ουρ­γεῖ τόν ἄν­θρω­πο καί τόν κό­σμο ὡς καρ­πό τῆς ἀ­γά­πης Του. Ὁ Θε­ός, στόν ὁ­ποῖ­ο κα­τα­λή­γει κα­νείς με­λε­τών­τας μό­νο τά «ἴ­χνη» τοῦ Δη­μι­ουρ­γοῦ, εἶ­ναι ὁ Θε­ός τῶν φι­λο­σό­φων, ὄ­χι ὁ Τρι­α­δι­κός Θε­ός.

η) Ὁ Θε­ός τῶν φι­λο­σό­φων

Πολ­λοί φι­λό­σο­φοι καί δι­α­νο­η­τές προ­σπά­θη­σαν νά γνω­ρί­σουν τόν Θε­ό μέ τή λο­γι­κή· ἦ­ταν φυ­σι­κό νά κα­τα­λή­ξουν στήν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή ἄρ­νη­ση τοῦ Θε­οῦ ἤ καί στήν ἄ­πο­ψη γιά ἕ­να ὑ­πέρ­τα­το καί ἀ­πρό­σω­πο Ὄν, πού δέν ἔρ­χε­ται σέ καμ­μί­α κοι­νω­νί­α μέ τόν ἄν­θρω­πο.
Ὅ­μως αὐ­τό δέν εἶ­ναι ὁ ἀ­λη­θι­νός Θε­ός, τόν ὁ­ποῖ­ο ἐ­μεῖς λα­τρεύ­ου­με. Ὁ Θε­ός τῶν χρι­στια­νῶν εἶ­ναι ἡ ὁ­δός καί ἡ ἀ­λή­θεια καί ἡ ζω­ή (Ἰ­ω. ι­δ' 6)· δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι μα­κρυ­ά, ἕ­να ἀ­πρό­σω­πο ὄν, πού δέν ἔρ­χε­ται σέ προ­σω­πι­κή σχέ­ση μέ τόν ἄν­θρω­πο καί δέν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται γιά τόν κό­σμο. «Θε­ός ἐγ­γί­ζων ἐ­γώ εἰ­μι, λέ­γει Κύ­ριος, καί οὐ­χί Θε­ός πόρ­ρω­θεν», ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ Θε­ός, πού βρί­σκε­ται πλη­σί­ον σας, δέν εἶ­μαι ἕ­νας Θε­ός μα­κρυ­νός, «δέν πλη­ρῶ τόν οὐ­ρα­νόν καί τήν γῆν»; (Ἱ­ερ. κγ' 23-24. Δευ­τερ. δ' 7). «Ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ Θε­ός τοῦ πα­τρός σου· ὁ Θε­ός τοῦ Ἀ­βρα­άμ καί ὁ Θε­ός τοῦ Ἰ­σα­άκ καί ὁ Θε­ός τοῦ Ἰ­α­κώβ» (Ἐξ. γ' 6.16. Ματθ. κβ' 32. Μάρκ. Ἰ­β' 26). Ὁ Θε­ός λοι­πόν, ὁ Σω­τῆ­ρας τοῦ ἀν­θρώ­που, δέν βρί­σκε­ται μα­κρυ­ά, εἶ­ναι πλη­σί­ον, ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἀ­πό τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ στήν καρ­διά τοῦ ἀν­θρώ­που (Ἰ­ω. ι­δ' 26. Α' Ἰ­ω. β' 20.27. Σοφ. Σολ. θ' 17).
Αὐ­τό πού πρέ­πει νά κά­νει ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι νά ἐν­τά­ξει τόν ἑ­αυ­τό του κά­τω ἀ­πό τήν Κυ­ρι­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ, νά τόν ἀ­να­γνω­ρί­σει ὡς κε­φα­λή τοῦ Σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τῆς ὁ­ποί­ας κά­θε πι­στός ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­λος. Ἔ­τσι ὁ ἄν­θρω­πος ἐγ­κα­τα­λεί­πει τήν αὐ­το­νο­μί­α του καί «βα­σι­λεύ­ε­ται» ἀ­πό τόν Χρι­στό. Γι’ αὐ­τό καί πι­στεύ­ου­με ὅ­τι ἡ ἐκ­κλη­σί­α σάν Σῶ­μα Χρι­στοῦ, εἶ­ναι ἡ «βα­σί­λεια τοῦ Πα­τρός καί τοῦ Υἱ­οῦ καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος».
«Ἐγ­γύς σου τό ρῆ­μα ἐ­στιν, ἐν τῷ στο­μα­τί σου καί ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ σου· του­τ’ ἔ­στι τό ρῆ­μα τῆς πί­στε­ως ὅ κη­ρύσ­σο­μεν. ὅ­τι ἐ­άν ὁ­μο­λο­γή­σης ἐν τῷ στο­μα­τί σου Κύ­ριον Ἰ­η­σοῦν, καί πι­στεύ­σης ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ σου ὅ­τι ὁ Θε­ός αὐ­τόν ἤ­γει­ρεν ἐκ νε­κρῶν, σω­θή­ση· καρ­δί­α γάρ πι­στεύ­ε­ται εἰς δι­και­ο­σύ­νην, στό­μα­τι δέ ὁ­μο­λο­γεῖ­ται εἰς σω­τη­ρί­αν. λέ­γει γάρ ἡ γρα­φή· πᾶς ὁ πι­στεύ­ων ἐ­π’ αὐ­τῷ οὐ κα­ται­σχυν­θή­σε­ται. οὐ γάρ ἐ­στι δι­α­στο­λή Ἰ­ου­δαί­ου τέ καί Ἕλ­λη­νος· ὁ γάρ αὐ­τός Κύ­ριος πάν­των, πλου­τῶν εἰς πάν­τας τούς ἐ­πι­κα­λου­μέ­νους αὐ­τόν πᾶς γάρ ὅς ἄν ἐ­πι­κα­λέ­ση­ται τό ὄ­νο­μα Κυ­ρί­ου σω­θή­σε­ται» (Ρωμ.ι΄8-13).
Κλεί­νον­τες αὐ­τό τό κε­φά­λαι­ο πα­ρα­τη­ροῦ­με πώς ἡ σω­τή­ρια ἀ­λή­θεια δέν ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­φη­ρη­μέ­νη ἰ­δέ­α, ἀλ­λά ταυ­τί­ζε­ται μέ συγ­κε­κρι­μέ­νο πρό­σω­πο, μέ τό πρό­σω­πο τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Συ­νε­πῶς ἡ γνώ­ση τῆς ἀ­λή­θειας δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ δι­α­νο­η­τι­κή κα­τά­στα­ση, ἀλ­λά στήν ἔν­τα­ξη τοῦ ἀν­θρώ­που στό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ καί στήν ἐν Χρι­στῷ ζω­ή. Γι’ αὐ­τό εἶ­ναι σω­τή­ριος ἀ­λή­θεια.
Ὅ­μως δέν μπο­ρεῖ νά φθά­σει μό­νος του ὁ ἄν­θρω­πος σ’ αὐ­τή τήν ἀ­λή­θεια, μέ κά­ποι­ες τε­χνι­κές. Γνώ­ση τῆς ἀ­λή­θειας δέν ση­μαί­νει δι­α­δι­κα­σί­α «ἀ­να­βά­σε­ως» τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά «κα­τα­βά­σε­ως» ἤ μᾶλ­λον «συγ­κα­τα­βά­σε­ως» τοῦ Θε­οῦ στήν ἀ­νάγ­κη τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός δι­α­περ­νᾶ τήν ἄ­βυσ­σο πού χω­ρί­ζει τό κτι­στό μέ τόν Ἄ­κτι­στο, ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στά δη­μι­ουρ­γή­μα­τά Του καί προ­σφέ­ρει τή δυ­να­τό­τη­τα ἀ­λη­θι­νῆς κοι­νω­νί­ας ἀ­γά­πης καί ζω­ῆς. Πρό­κει­ται γιά κί­νη­ση ἐ­λευ­θε­ρί­ας καί ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ.
Ἀλ­λά αὐ­τή ἡ πρω­το­βου­λί­α τοῦ Θε­οῦ δέν βιά­ζει τή βού­λη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἀ­φή­νει τόν ἄν­θρω­πο νά κά­νει ἐ­λεύ­θε­ρα τήν ἐ­πι­λο­γή του· νά ἀ­παν­τή­σει μέ τή δι­κή του ἀ­γά­πη στήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ ἤ νά τήν ἀ­πορ­ρί­ψει. Ὅ­μως αὐ­τή ἡ ἐ­πι­λο­γή δέν εἶ­ναι δι­α­νο­η­τι­κῆς τά­ξης. Γιά νά γνω­ρί­σει ὁ ἄν­θρω­πος τόν Θε­ό πρέ­πει νά ἔ­χει ἁ­γνή δι­ά­θε­ση. Νά ἐ­πι­θυ­μεῖ μέ ὅ­λη του τήν ὕ­παρ­ξη τήν κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης μέ τόν Θε­ό καί ὄ­χι τήν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τῆς πε­ρι­έρ­γειάς του ἤ ἄλ­λων ἐ­πι­θυ­μι­ῶν. Πρέ­πει νά θε­ω­ρή­σει αὐ­τή τήν κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης ὡς μο­να­δι­κό θη­σαυ­ρό, ὡς βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα τῆς ζω­ῆς του πά­νω στή γῆ. Νά νι­ώ­σει ὅ­τι μό­νο ἔ­τσι ὁ­δη­γεῖ­ται ἀ­πό τή φθο­ρά στήν ἀ­φθαρ­σί­α, ἀ­πό τό θά­να­το στήν ἀ­θα­να­σί­α. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α του γιά τόν Θε­ό θά εἶ­ναι τό­τε τό­σο με­γά­λη, ὥ­στε τί­πο­τα δέν θά μπο­ρέ­σει νά στα­θεῖ ἀ­νά­με­σα, νά τόν χω­ρί­σει ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ (Ρωμ. η' 39).
Ὁ ἄν­θρω­πος πού «δι­ψά­ει» ἀ­λη­θι­νά γιά τόν Θε­ό ἐγ­κα­τα­λεί­πει τήν αὐ­το­νο­μί­α του καί ἀ­γω­νί­ζε­ται νά κα­θα­ρί­σει τόν ἑ­αυ­τό του ἀ­πό τά πά­θη καί ἀ­πό κά­θε τί πού θά μπο­ροῦ­σε νά τόν χω­ρί­σει ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ. Ἀλ­λά αὐ­τή ἡ κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης δέν εἶ­ναι κοι­νω­νί­α οὐ­σί­ας· ὁ ἄν­θρω­πος δέν με­τέ­χει στήν οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ, οὔ­τε ἀ­πορ­ρο­φᾶ­ται ἀ­πό τό Δη­μι­ουρ­γό του. Γί­νε­ται μέ­το­χος μό­νο τῆς Χά­ρης Του, ὄ­χι τῆς Θεί­ας Οὐ­σί­ας. Ὅ­μως ἡ θεί­α Χά­ρη ἡ ἐ­νέρ­γεια τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἄ­κτι­στης τά­ξης. Γι’ αὐ­τό καί ἡ συγ­κα­τά­βα­ση αὐ­τή τοῦ Θε­οῦ ση­μαί­νει ἀ­λη­θι­νή Θε­ό-κοι­νω­νί­α.
Ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νά ἔ­χει τήν αἴ­σθη­ση αὐ­τῆς τῆς Χά­ρης στή ζω­ή του. Ὅ­μως ὁ χρι­στια­νός δέν ἀ­να­ζη­τά­ει τίς πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες, ἀλ­λά τόν πνευ­μα­τι­κό ἀ­γῶ­να, γιά νά μεί­νει στή Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­πι­θυ­μεῖ νά μεί­νει στήν κοι­νω­νί­α τῆς Χά­ρης τοῦ Θε­οῦ, πού εἶ­ναι κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης, χω­ρίς ἀν­ταλ­λάγ­μα­τα. Ὅ­ταν ὁ Θε­ός κρί­νει πώς τά παι­διά Του ἐ­πι­θυ­μοῦν αὐ­τή τήν κοι­νω­νί­α, τούς πα­ρέ­χει τή Χά­ρη Του γιά νά τούς ἐ­νι­σχύ­σει στόν ἀ­γῶ­να τους, τό­τε μπο­ρεῖ νά τούς δώ­σει καί κά­ποι­α ἐ­σω­τε­ρι­κή πλη­ρο­φο­ρί­α τῆς πα­ρου­σί­ας Του· κά­ποι­ο «ση­μεῖ­ο». Ὅ­μως μπο­ρεῖ νά κρί­νει πώς εἶ­ναι και­ρός νά «ἀ­σκη­θοῦν» καί νά «γυ­μνα­στοῦν». Τό­τε ἀ­φαι­ρεῖ αὐ­τή Του τήν Χά­ρη. Ἀλ­λά ὁ Θε­ός βρί­σκε­ται πάν­το­τε «ἐγ­γύς» καί ἐ­πεμ­βαί­νει κά­θε φό­ρα πού ὁ πει­ρα­σμός θά ξε­πε­ρά­σει τήν ἀν­το­χή τοῦ ἀν­θρώ­που. Πό­τε γί­νε­ται αὐ­τό, τό γνω­ρί­ζει ὁ Θε­ός καί ὄ­χι ὁ ἄν­θρω­πος.
Τό νά θέ­σει ὁ χρι­στια­νός ὡς σκο­πό τήν ἀ­πό­κτη­ση ἐμ­πει­ρι­ῶν, εἶ­ναι πρᾶγ­μα ἐ­πι­κίν­δυ­νο. Μπο­ρεῖ νά ὁ­δη­γη­θεῖ σέ ἔ­παρ­ση ἤ σέ πλά­νη. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­ταν χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται δι­α­φο­ρές «τε­χνι­κές», οἱ ὁ­ποῖ­ες τά­χα ὁ­δη­γοῦν ἀ­ναγ­κα­στι­κά στήν ἀ­πό­κτη­ση ἐμ­πει­ρι­ῶν. Τέ­τοι­ες ἐμ­πει­ρί­ες δέν εἶ­ναι γνή­σι­ες. Ἐ­άν δέν εἶ­ναι δαι­μο­νι­κῆς φύ­σης ἤ ὑ­πο­κει­με­νι­κές κα­τα­στά­σεις, εἶ­ναι εἶ­δος «αὐ­το­εμ­πει­ρί­ας», ἡ ὁ­ποί­α, ἐ­άν ἀ­πο­λυ­το­ποι­η­θεῖ, ὁ­δή­γει στήν εἰ­δω­λο­ποί­η­ση τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας, δη­λα­δή στήν πλά­νη.
Ἐ­κεῖ­νο πού ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νά ἀ­να­κα­λύ­ψει μέ τήν ἔ­ρευ­να τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι τά ἴ­χνη τοῦ Θε­οῦ, ὄ­χι ὅ­μως τόν προ­σω­πι­κό Θε­ό. Μπο­ρεῖ νά φθά­σει στήν ἰ­δέ­α τοῦ Θε­οῦ, πο­τέ ὅ­μως στή σω­τή­ρια ἀ­λή­θεια, για­τί αὐ­τό εἶ­ναι πάν­το­τε δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ. Ἡ προ­σφο­ρά του δέν ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τή δι­κή μας προ­σπά­θεια, ἀλ­λά ἀ­πό τήν ἐ­λεύ­θε­ρη βού­λη­ση τοῦ Κυ­ρί­ου. Γι’ αὐ­τό καί δέν ἐ­ξα­ναγ­κά­ζε­ται πο­τέ.
Ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἀ­λή­θειας μέ δι­α­νο­η­τι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες εἶ­ναι ὁ δρό­μος τῆς φι­λο­σο­φί­ας. Οἱ φι­λό­σο­φοι ὅ­μως ἀ­να­ζη­τοῦν τήν ἀ­λή­θεια τοῦ «τί», ὄ­χι τήν ἀ­λή­θεια τοῦ «ποι­ός». Ἀ­να­ζη­τοῦν μί­α ἰ­δέ­α, ἕ­να παγ­κό­σμιο «νό­μο», κά­ποι­ο «πρῶ­το κι­νοῦν», πού εἶ­ναι ἀ­κί­νη­το. Ὁ Θε­ός τῶν φι­λο­σό­φων δέν σῴ­ζει, για­τί δέν ἔρ­χε­ται σέ προ­σω­πι­κή κοι­νω­νί­α μέ τόν ἄν­θρω­πο. Εἶ­ναι κά­ποι­ο ἀ­φη­ρη­μέ­νο καί ἀ­πρό­σω­πο «πνεῦ­μα», «νό­μος» ἤ «συ­νει­δη­το­τη­τα», ὅ­πως καί ὁ θε­ός τῶν ἰν­δου­ι­στῶν καί ἀ­πο­κρυ­φι­στῶν. Ὁ ἄν­θρω­πος πού ἀ­να­ζη­τά­ει τόν Θε­ό μέ δι­α­νο­η­τι­κές, νο­η­τι­κές ἤ δι­α­λο­γι­στι­κές πρα­κτι­κές ὁ­δη­γεῖ­ται στήν πλά­νη, για­τί αὐ­τό πού νο­μί­ζει ὡς θε­ό εἶ­ναι κά­ποι­ο εἴ­δω­λο· ὄ­χι ὁ Θε­ός πού σῴ­ζει τόν ἄν­θρω­πο.
Ἕ­νας τέ­τοι­ος θε­ός, πού εἶ­ναι δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ ἀν­θρώ­που ἤ ταυ­τί­ζε­ται μέ τόν ἴ­διο τόν ἄν­θρω­πο (τόν «Ἑ­αυ­τό»­), δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­να­γεν­νή­σει τόν ἄν­θρω­πο καί νά τόν βο­η­θή­σει νά ξε­πε­ρά­σει τή μο­να­ξιά· οὔ­τε προ­σφέ­ρει βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα στή ζω­ή. Ἄν πι­στέ­ψει κα­νείς σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο θε­ό, πού δέν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται γιά τή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που, δέν χρει­ά­ζε­ται ν’ ἀλ­λά­ξει τί­πο­τε· μπο­ρεῖ νά συ­νε­χί­σει τή ζω­ή του χω­ρίς νά αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι πρέ­πει νά λο­γο­δο­τή­σει σέ κά­ποι­ον γιά τίς πρά­ξεις του.
Ἄν δέν ὑ­πάρ­χει προ­σω­πι­κός Θε­ός, τή θέ­ση Του τήν παίρ­νει ὁ ἴ­διος ὁ ἄν­θρω­πος. Αὐ­τό συμ­βαί­νει καί στήν πε­ρί­πτω­ση πού ὁ ἄν­θρω­πος ἐγ­κολ­πω­θεῖ παν­θε­ϊ­στι­κές καί ἀ­σι­α­τι­κές κο­σμο­θε­ω­ρια­κές ἀν­τι­λή­ψεις. Ὁ ἴ­διος ὁ ἄν­θρω­πος (ὁ «Ἑ­αυ­τός») ταυ­τί­ζε­ται μέ τόν θε­ό· κα­θο­ρί­ζει τόν ἠ­θι­κό νό­μο καί εἶ­ναι ὑ­πό­λο­γος μό­νο στόν ἑ­αυ­τό του. Μί­α ἀ­πέ­ραν­τη μο­να­ξιά ἁ­πλώ­νε­ται στή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που.
Κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά τόν ἀ­νυ­ψώ­σει πά­νω ἀ­πό τήν κτι­στή του πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, νά τόν κά­νει μέ­το­χο τῆς αἰ­ώ­νιας ζω­ῆς.
Ἡ μόνη ἀ­πάν­τη­ση στό ὑ­παρ­ξια­κό πρό­βλη­μα τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἀ­λή­θειας τοῦ «ποι­ός», ὄ­χι ὁ Θε­ός τῶν φι­λο­σό­φων. Μό­νο ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ὡς «ἡ ὁ­δός καί ἡ ἀ­λή­θεια καί ἡ ζω­ή» (Ἰ­ω. ι­δ' 6) ἀ­πο­τε­λεῖ τή Λύ­ση στό πρό­βλη­μα τοῦ ἀν­θρώ­που.






Share:

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Η φωτογραφία μου
Για την προστασία του ελληνορθόδοξου πολιτισμού της οικογενείας της νεολαίας και του πολίτη.

Translate

Από το Blogger.

Follow by Email

Ετικέτες

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΑΙΔ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΏΤΟΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΟΜΙΛΙΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΣΟΦΙΑ ΑΠOKPYΦIΣMOΣ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΑ ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ ΑΡΧΙΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΜΥΡΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΑΪΔΩΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΑNTIAIPETIKO ΣEMINAPIO ΒΙΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΓΙΟΓΚΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ ΕΤΕΡΟΘΡΗΣΚΟΙ ΘΕΟΣΟΦΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΡΙΔΟΛΟΓΙΑ ΙΣΛΑΜ ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΙΩΝΗ Κ. ΒΑΪΟΣ ΠΡΑΝΤΖΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗ ΚΩΝΣΤ. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΟΓΟΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΣΜΟΣ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΝΕΟΓNΩΣTIKIΣMOΣ ΝΕΟEIΔΩΛOΛATPEIA ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ Π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΙΔΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΠΑΤΕΡ ΙΩΣΗΦ ΒΙΓΛΙΩΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΚΟΠΙΑ ΠΙΣΤΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΟΜΙΛΙΩΝ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣΥΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΡΩΤ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ ΡΕΦΛΕΞΟΛΟΓΙΑ ΣΑΤΑΝΙΣΜΟΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΣΚΟΠΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΧΙΣΜΑ ΤΡΙΤΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΦΥΛΟ ΧΙΛΙΑΣΤΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΨΕΥΔΟ-ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ ΨΗΦΙΣΜΑ ΨEYΔOΠPOΦHTEΣ ΨEYTOMEΣΣIEΣ

Ετικέτες

Προτεινόμενη ανάρτηση

Η ΑΝΟΡΘΩΣΗ - Π. Δημήτριος Μπίκας

Θέμα: "Η ΑΝΟΡΘΩΣΗ". Μέσα στην άπειρη αγάπη ο Τριαδικός Θεός, δεν άφησε τον άνθρωπο στη πτώση. Δεν άφησε το διάβολο να κατ...

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *