Όριο Πίστεως


ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΓΙΟΓΚΑ

ΤΕΤΑΡΤΗ 19 ΙΟΥΝΙΟΥ 2019

ΘΕΑΤΡΟ
ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ,
ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΗΣ 1

Ομιλητές:
•π. Αντώνιος Στυλιανάκης,      Παιδοψυχιάτρος
•κ. Κωνσταντίνα Αλεβίζου, Βιολόγος

Η ΓΙΟΓΚΑ ΕΙΝΑΙ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΗ
ΜΕ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ!

Share:

ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ ΑΓ.ΟΡΟΥΣ

ΣΑΒΒΑΤΟ 8 ΙΟΥΝΙΟΥ 2019

              ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

✓7π.μ. Αναχώρηση από Πλατεία Αριστοτέλους
✓10:30π.μ. Περίπλους Αγίου Όρους
✓1:30μ.μ. Γεύμα στήν Ουρανούπολη
✓5:00μ.μ. Προσκύνημα στήν Ι.Μ. Αγίου Κοσμά Αρναίας

➢Δηλώσεις συμμετοχής καί πληροφορίες στό τηλ. 6930777416
➢Τιμή συμμετοχής 25€

Share:

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019

Ο ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ

Ὁ τί­μιος σταυ­ρός ἔ­χει με­γά­λη θέ­ση στήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή τῶν ὀρ­θο­δό­ξων χρι­στια­νῶν. Ὑ­πάρ­χει στά λει­τουρ­γι­κά κεί­με­να, στό λει­τουρ­γι­κό χῶ­ρο, συ­νο­δεύ­ει κά­θε ἱ­ε­ρή ἀ­κο­λου­θί­α καί κά­θε ἀ­το­μι­κή προ­σευ­χή τῶν πι­στῶν. Εἶ­ναι λοι­πόν ἀ­νάγ­κη νά ἀ­να­λυ­θεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρα ἡ ση­μα­σί­α τοῦ σταυ­ροῦ.

α) Προτυπώσεις στήν Παλαιά Διαθήκη
Τό «ξύ­λον» τοῦ πα­ρα­δεί­σου ἔ­γι­νε ση­μεῖ­ο κα­τα­στρο­φῆς γιά τόν ἄν­θρω­πο. Ὅ­μως «διά τοῦ ξύ­λου τοῦ σταυ­ροῦ», ἄ­νοι­ξε καί πά­λι ὁ πα­ρά­δει­σος. Ἡ ζω­ο­ποι­ός δύ­να­μη τοῦ σταυ­ροῦ προ­τυ­πώ­νε­ται στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη μέ ποι­κί­λους τρό­πους.
Ἡ ρά­βδος τοῦ Μω­ϋ­σῆ με­τα­βάλ­λει τό πι­κρό νε­ρό σέ γλυ­κύ (Ἔ­ξοδ. ι­ε’ 25), γιά νά φα­νεῖ ἡ δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ (Σοφ. Σειρ. λη’ 5). Αὐ­τό τό γε­γο­νός ἀ­να­φέ­ρει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος στόν Χρι­στό, λέ­γον­τας πώς οἱ Ἰσ­ρα­η­λί­τες ἔ­πι­ναν ἀ­πό τό «πνευ­μα­τι­κό πο­τό» πού ἀ­νά­βλυ­ζε «ἀ­πό τήν πνευ­μα­τι­κή πέ­τρα, ἡ ὁ­ποί­α τούς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε», «ἡ δέ πέ­τρα ἦν ὁ Χρι­στός» (Α’ Κορ. ι’ 4).
Ὅ­ταν τι­μοῦ­με τόν σταυ­ρό, δέν πί­νου­με ἀ­πό τό «πι­κρό νε­ρό», δέν ἀ­να­φε­ρό­μα­στε στό ὄρ­γα­νο τοῦ θα­νά­του, στούς σταυ­ρούς τῶν λη­στῶν, ἀλ­λά γευ­ό­μα­στε τό «πνευ­μα­τι­κό πο­τό», πού ἀ­να­βλύ­ζει ἀ­πό τήν «πνευ­μα­τι­κή πέ­τρα», ἀ­πό τό νι­κη­τή καί θρι­αμ­βευ­τή τοῦ θα­νά­του Χρι­στό. Ἡ δύ­να­μη τοῦ θα­νά­του ἀ­νή­κε στόν δι­ά­βο­λο (Ἑ­βρ. β’ 14). Ὅ­μως τό γε­γο­νός τοῦ σταυ­ροῦ ἀ­πο­τε­λεῖ γιά τούς πι­στούς πη­γή δύ­να­μης καί ἰ­σχύ­ος ἐ­ναν­τί­ον τοῦ δι­α­βό­λου καί ἐ­ναν­τί­ον τοῦ ἴ­διου τοῦ θα­νά­του, τοῦ τε­λευ­ταί­ου «ἐ­χθροῦ τοῦ ἀν­θρώ­που» (Α’ Κορ. ι­ε’ 26).
Στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη βλέ­που­με ἀ­κό­μη τή ζω­ο­ποι­ό δύ­να­μη τοῦ σταυ­ροῦ στό χάλ­κι­νο φί­δι πού ὕ­ψω­σε ὁ Μω­ϋ­σῆς. Μέ βά­ση τήν ἐν­το­λή τοῦ Θε­οῦ, κα­θέ­νας πού προ­σέ­βλε­πε σ’ αὐ­τό τό χάλ­κι­νο φί­δι ἐ­θε­ρα­πεύε­το ἀ­πό τά δαγ­κώ­μα­τα τῶν φι­δι­ῶν (Ἀ­ριθ. κα’ 8-9). Ὁ «χάλ­κι­νος ὄ­φις» εἶ­ναι «σύμ­βο­λο σω­τη­ρί­ας» (Σοφ. Σολ. ι­στ’ 5-8). Τή δύ­να­μή του τήν ἀν­τλοῦ­σε ἀ­πό τήν ἴ­δια πη­γή, πού ζω­ο­ποι­εῖ τόν τί­μιο σταυ­ρό: «Κα­θώς ὁ Μω­ϋ­σῆς ὕ­ψω­σε τόν ὄ­φι εἰς τήν ἔ­ρη­μον, τοι­ου­το­τρό­πως πρέ­πει νά ὑ­ψω­θεῖ καί ὁ υἱ­ός τοῦ ἀν­θρώ­που, γιά νά μήν ἀ­πο­λε­σθεῖ κα­θέ­νας πού πι­στεύ­ει σ’ αὐ­τόν, ἀλ­λά νά ἔ­χει ζω­ή αἰ­ώ­νια» (Ἰ­ω. γ’ 14-15).
Τό ἴ­διο σύμ­βο­λο νί­κης καί θριά­μβου βλέ­πει καί ὁ προ­φή­της Ἱ­ε­ζε­κι­ήλ. Εἶ­δε «ἄν­δρα ἐν­δε­δυ­μέ­νον λαμ­πρῶς» νά δί­νει ἐν­το­λή νά σφρα­γι­σθοῦν μέ τό «ση­μεῖ­ον» στά μέ­τω­πα ἐ­κεῖ­νοι πού στε­νά­ζουν «διά τάς ἀ­νο­μί­ας τῆς πό­λε­ως» (Ἱ­εζ. θ’ 4, πρβλ. Ἀ­ποκ. ζ’ 3-4).
Οἱ προ­ει­κο­νί­σεις τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης δέν ἀ­να­φέ­ρον­ται μό­νο στό γε­γο­νός τῆς σταύ­ρω­σης τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λά καί στό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ, στό «ση­μεῖ­ο τοῦ υἱ­οῦ τοῦ ἀν­θρώ­που», πού θά φα­νεῖ καί πά­λι σάν λά­βα­ρο νί­κης κα­τά τή θρι­αμ­βευ­τι­κή ἐ­πά­νο­δο τοῦ Χρι­στοῦ (Ματθ. κδ’ 30).

 β) Σωτηρία διά τοῦ σταυρο
Ὁ Χρι­στός ἀ­νέ­λα­βε μέ τή θέ­λη­σή Του τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση στήν κα­τά­στα­ση τῆς φθο­ρᾶς, καί δέ­χθη­κε νά ὑ­πο­στεῖ ὅ­λες τίς συ­νέ­πει­ες τῆς ἁ­μαρ­τί­ας (Ἰ­ω. α’ 29), χω­ρίς ὁ ἴ­διος νά ἁ­μαρ­τή­σει. Ἔ­μει­νε ξέ­νος πρός τήν ἁ­μαρ­τί­α, πού εἶ­ναι κα­τά­στα­ση ἔ­ξω ἀ­πό τή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά ἀ­νέ­λα­βε ὅ­λη τήν εὐ­θύ­νη γιά το δι­κό μας πα­ρά­πτω­μα- πῆ­ρε δη­λα­δή τή δι­κή μας θέ­ση (Β’ Κορ. ε’ 21. Γαλ. γ’ 13).
Στό σταυ­ρό ὁ Χρι­στός, μέ τό θά­να­το τοῦ ἀ­να­μάρ­τη­του σώ­μα­τός του, θα­νά­τω­σε τήν ἴ­δια τήν ὑ­πό­στα­ση τῆς ἁ­μαρ­τί­ας («τό σῶ­μα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας») (Ρωμ. στ’ 6, η’ 3) καί ἐ­χά­ρι­σε στόν ἄν­θρω­πο ζω­ή καί ἀ­φθαρ­σί­α. Ὁ Χρι­στός, λέ­γει σύγ­χρο­νος θε­ο­λό­γος, «ἐ­θα­νά­τω­σε τήν ἁ­μαρ­τί­α χω­ρίς νά σκο­τώ­σει τόν ἁ­μαρ­τω­λό. Ἀ­φά­νι­σε τήν ἐ­νο­χή, ἀλ­λά ἔ­σω­σε τόν ἔ­νο­χο. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ με­γά­λη Του δι­α­φο­ρά ἀ­πό τήν ἀν­θρώ­πι­νη δι­και­ο­σύ­νη, πού βλέ­πει τή συν­τρι­βή τῆς ἐ­νο­χῆς στήν ἐ­ξου­θέ­νω­ση τοῦ ἐ­νό­χου».
«Δέν ἐ­φό­νευ­σε τόν ἄν­θρω­πο ὁ Χρι­στός, για­τί ἦλ­θε “ἵ­να ζω­ήν ἔ­χω­μεν καί πε­ρισ­σόν ἔ­χω­μεν” (Ἰ­ω. ι’ 10). Ἐ­φό­νευ­σε τήν ἴ­δια τήν ἁ­μαρ­τί­α, πού εἶ­ναι ἡ αἰ­τί­α τοῦ θα­νά­του μας. Πο­λέ­μη­σε τήν ἁ­μαρ­τί­α πρώ­τα στήν ἴ­δια τήν (ἀν­θρώ­πι­νη) φύ­ση Του, μέ­νον­τας ὁ ἴ­διος ἀ­να­μάρ­τη­τος (Α’ Πέ­τρ. β’ 22). Κυ­ρί­ως ὅ­μως καί κα­τ’ ἐ­ξο­χήν πο­λέ­μη­σε τήν ἁ­μαρ­τί­α ἐ­κεῖ πού ὅ­λοι ἐ­μεῖς οἱ ἁ­μαρ­τω­λοί ἔ­πρε­πε νά κα­τα­λή­ξου­με, δη­λα­δή στό σταυ­ρό».
Ὁ σταυ­ρός δέν εἶ­ναι πλέ­ον σύμ­βο­λο θα­νά­του καί ντρο­πῆς (Δευ­τερ. κα’ 23), ἀλ­λά πη­γή ζω­ῆς αἰ­ω­νί­ου. Διά τοῦ σταυ­ροῦ ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε καί κα­ταρ­γή­θη­κε ἡ κα­τά­ρα· κα­τα­τρο­πώ­θη­κε ὁ ἄρ­χον­τας τοῦ θα­νά­του, δη­λα­δή ὁ δι­ά­βο­λος. Ὁ σταυ­ρός ἔ­γι­νε τό ἀ­κα­τα­μά­χη­το ὅ­πλο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί φο­βε­ρός ἀν­τί­πα­λος τῶν δαι­μό­νων. Εἶ­ναι ἡ δό­ξα τῶν μαρ­τύ­ρων καί τῶν ἁ­γί­ων, τό λι­μά­νι τῆς σω­τη­ρί­ας καί τό κό­σμη­μα τῶν πι­στῶν.
Ὁ θά­να­τος τοῦ Χρι­στοῦ ἐ­πά­νω στόν σταυ­ρό ἐ­σή­μα­νε τό θά­να­το τοῦ πα­λαι­οῦ κό­σμου καί ἡ ἀ­νά­στα­σή Του τήν ἔ­ναρ­ξη ἑ­νός νέ­ου αἰ­ῶ­να τῆς με­τα­μόρ­φω­σης, τό χρό­νο τῆς σω­τη­ρί­ας ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κό­σμου. Κα­τά τόν ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο, διά τοῦ σταυ­ροῦ ἐ­πῆλ­θε ἡ συμ­φι­λί­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν Θε­ό· «ἐν Χρι­στῷ» δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ὁ «και­νούρ­γιος ἄν­θρω­πος». Ὁ σταυ­ρός ἦ­ταν τό ὄρ­γα­νο, μέ τό ὁ­ποῖ­ο ὁ Χρι­στός ἐ­θα­νά­τω­σε τήν ἔ­χθρα (Ἐ­φεσ. θ’ 15-16). Ἔ­τσι «διά τοῦ αἵ­μα­τος» Αὐ­τοῦ ἔ­χου­με ἐ­μεῖς «παρ­ρη­σί­αν εἰς τήν εἴ­σο­δον τῶν ἁ­γί­ων» (Ἑ­βρ. ι’ 19).
Ὁ σταυ­ρός τοῦ Κυ­ρί­ου ἐκ­φρά­ζει τήν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ καί ταυ­τό­χρο­να τήν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη ἀ­ξί­α τοῦ ἀν­θρώ­που στά μά­τια τοῦ Θε­οῦ. Δέν ὑ­πάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρη ἔκ­φρα­ση τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό τόν σταυ­ρό. Ὅ­πως δέν ὑ­πάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρη ἐ­ξύ­ψω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τό γε­γο­νός τοῦ σταυ­ροῦ (Ἰ­ω. ι­ε’ 13. Ρωμ. ε’ 8). Τό­ση εἶ­ναι ἡ ἀ­ξί­α τοῦ ἀν­θρώ­που στά μά­τια τοῦ Θε­οῦ, ὥ­στε γιά τή σω­τη­ρί­α του ἀ­νυ­ψώ­θη­κε πά­νω στόν σταυ­ρό ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός. Ὁ σταυ­ρός ἀ­πο­τε­λεῖ τήν ἀ­σφα­λῆ ἐγ­γύ­η­ση γιά τήν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη εὐ­σπλαγ­χνί­α τοῦ Θε­οῦ καί γιά τήν πα­ρου­σί­α τοῦ ἀν­θρώ­που ἐ­νώ­πιον τοῦ θρό­νου τοῦ Θε­οῦ.
Τή θέ­ση τοῦ τι­μί­ου σταυ­ροῦ στήν Ἐκ­κλη­σί­α μας ἐκ­φρά­ζει ὁ ὕ­μνος τῆς Κυ­ρια­κῆς τῆς Σταυ­ρο­προ­σκυ­νή­σε­ως:
«Χαίροις, ὁ ζωηφόρος σταυρός,
τῆς εὐσεβείας τό άἀήττητον τρόπαιον,
ἡ θύρα τοῦ Παραδείσου
ὁ τῶν πιστῶν στηριγμός,
τό τῆς Ἐκκλησίας περιτείχισμα·
δι’ οὗ ἐξηφάνισται ἡ ἀρά καί κατήργηται,
καί κατεπόθη τοῦ θανάτου ἡ δύναμις,
καί ὑψώθημεν ἀπό γῆς πρός οὐράνια·
ὅπλον ἀκαταμάχητον,
δαιμόνων ἀντίπαλε,
δόξα μαρτύρων ὁσίων
ὡς ἀληθῶς ἐγκαλλώπισμα,
λιμήν σωτηρίας,
ὁ δωρούμενος τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος».

γ) Ὁ σταυρός ὡς ὕψωση
Ὁ Χρι­στός χα­ρα­κτη­ρί­ζει τήν ἄ­νο­δό του στόν σταυ­ρό ὕ­ψω­ση, δό­ξα καί θρί­αμ­βο κα­τά τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καί τοῦ θα­νά­του.
«Ἦλ­θε ἡ ὥ­ρα διά νά δο­ξα­σθῆ ὁ Υἱ­ός τοῦ ἀν­θρώ­που», εἶ­πε, ἀ­να­φε­ρό­με­νος στήν ὕ­ψω­σή του ἐ­πά­νω στόν σταυ­ρό (Ἰ­ω. ι­β’ 23). Στή συ­νέ­χεια ἀ­νέ­φε­ρε:
«- Ἀ­λή­θεια, ἀ­λή­θεια σᾶς λέ­γω, ἐ­άν ὁ σπό­ρος τοῦ σί­του δέν πέ­σῃ εἰς τήν γῆν καί δέν ἀ­πο­θά­νῃ, μέ­νει αὐ­τός μό­νος, ἐ­άν ὅ­μως ἀ­πο­θά­νῃ φέ­ρει πο­λύν καρ­πόν...
Τώ­ρα ἡ ψυ­χή μου εἶ­ναι τα­ραγ­μέ­νη καί τί νά εἴ­πω; Πα­τέ­ρα, σῶ­σέ με ἀ­πό τήν ὥ­ραν αὐ­τήν. Ἀλ­λά δι’ αὐ­τό ἦλ­θον εἰς τήν ὥ­ραν αὐ­τήν. Πα­τέ­ρα, δό­ξα­σε τό ὄ­νο­μά Σου.
Τότε ἦλθε φωνή ἀπό τόν οὐρανόν:
-         Τό ἐδόξασα καί πάλιν θά τό δοξάσω.
Ὁ κό­σμος ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρευ­ρί­σκε­το καί ἤ­κου­σε, ἔ­λε­γεν ὅ­τι ἔ­γι­νε βρον­τή.
Ὁ Ἰ­η­σοῦς ἀ­πε­κρί­θη:
-         Ἡ φω­νή αὐ­τή δέν ἔ­γι­νε δι’ ἐ­μέ ἀλ­λά διά σᾶς. Τώ­ρα γί­νε­ται δί­κη
τοῦ κό­σμου τού­του, τώ­ρα ὁ ἄρ­χων τοῦ κό­σμου τού­του θά ἐκ­βλη­θῇ ἔ­ξω. Καί ὅ­ταν ἐ­γώ ὑ­ψω­θῶ ἀ­πό τήν γῆν, θά ἑλ­κύ­σω ὅ­λους πρός τόν ἑ­αυ­τόν μου.
Αὐτό τό ἔλεγε, διά νά ὑποδείξῃ μέ ποῖον τρόπον θά ἀπέθνησκε» (Ἰω. ιβ’ 24-33, πρβλ. Ἰω. ιγ’ 31-38. Λουκ. κδ’ 26).
Οἱ λό­γοι αὐ­τοί ἀ­πο­δει­κνύ­ουν τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ πά­θους καί τήν ἀ­γω­νί­α τοῦ σταυ­ροῦ. Ὅ­μως πα­ρου­σιά­ζουν καί τό γε­γο­νός τῆς σταύ­ρω­σης σάν «ὕ­ψω­ση» καί σάν δό­ξα τοῦ «Υἱ­οῦ τοῦ ἀν­θρώ­που», ὡς ἀ­φε­τη­ρί­α καί κέν­τρο τῆς δό­ξας τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους.
Πά­νω στό σταυ­ρό δέν βρί­σκε­ται κά­ποι­ος ἀ­δύ­να­μος ἄν­θρω­πος, ἀλ­λά ὁ Θε­άν­θρω­πος Ἰ­η­σοῦς. Αὐ­τός πού κα­τέρ­χε­ται στόν Ἅ­δη ὡς νι­κη­τής καί θρι­αμ­βευ­τής, γιά νά κα­ταρ­γή­σει τό βα­σί­λει­ο τοῦ θα­νά­του καί τοῦ Ἅ­δου, νά ἐ­λευ­θε­ρώ­σει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τά δε­σμά τοῦ θα­νά­του, καί νά τόν εἰ­σα­γά­γει στή βα­σι­λεί­α τῆς ζω­ῆς.
Ὁ θά­να­τος τοῦ Κυ­ρί­ου χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται στήν ἁ­γί­α Γρα­φή σάν «ὕ­πνος λέ­ον­τος», πού δι­α­τη­ρεῖ τή φο­βε­ρή του δύ­να­μη καί κα­τά τή διά­ρκεια τοῦ ὕ­πνου καί με­τά ἀ­πό αὐ­τόν. Γι’ αὐ­τόν τό λό­γο δέν τολ­μᾶ κα­νέ­νας νά τόν ξυ­πνή­σει: «Ἀ­να­πε­σών ἐ­κοι­μή­θης ὡς λέ­ων καί ὡς σκύ­μνος· τίς ἐ­γε­ρεῖ αὐ­τόν;» (Γέν. μθ’ 9).

δ) Ὁ σταυρός ὡς μέτρο κρίσης τοῦ κόσμου
Ὁ Χρι­στός το­πο­θε­τεῖ τόν σταυ­ρό στό κέν­τρο ἑ­νός παγ­κό­σμιου δι­κα­στη­ρί­ου. «Νῦν κρί­σις ἐ­στί τοῦ κό­σμου τού­του», λέ­γει (Ἰ­ω. ι­β’ 31). Ὁ σταυ­ρός γί­νε­ται γνώ­μο­νας θριά­μβου ἤ κα­τα­δί­κης τῶν ἀν­θρώ­πων· ἀ­νά­λο­γα μέ τή θέ­ση πού παίρ­νει κά­θε ἄν­θρω­πος ἀ­πέ­ναν­τι σ’ αὐ­τόν.
Στό πρό­σω­πο τῶν δύ­ο λη­στῶν ἐκ­προ­σω­πεῖ­ται καί κρί­νε­ται ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα. Βά­ση αὐ­τῆς τῆς κρί­σης δέν εἶ­ναι οἱ πρά­ξεις, ἀλ­λά ἡ δι­ά­θε­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πέ­ναν­τι στόν σταυ­ρω­μέ­νο Θε­άν­θρω­πο.
Ὁ εὐ­γνώ­μων λη­στής ὁ­μο­λο­γεῖ τόν Χρι­στό. Δέν δέ­χε­ται πώς ὁ δι­κός του σταυ­ρός εἶ­ναι ἴ­διος μέ τόν σταυ­ρό τοῦ Χρι­στοῦ. Δέν ἐ­κλαμ­βά­νει τόν Ἰ­η­σοῦ σάν ὁ­μοι­ο­πα­θή πρός ἐ­μᾶς τούς ἀν­θρώ­πους, σάν «λη­στή». Τόν ὁ­μο­λο­γεῖ ὡς Βα­σι­λέ­α, Κύ­ριο καί Θε­ό, καί ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τό ἔ­λε­ός Του. Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό ὁ εὐ­γνώ­μων λη­στής γί­νε­ται πραγ­μα­τι­κός θε­ο­λό­γος καί ἅ­γιος· ὁ πρῶ­τος ἅ­γιος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Δεί­χνει σέ ὅ­λους μας τό δρό­μο τῆς ἀ­λη­θι­νῆς πνευ­μα­τι­κό­τη­τας· τήν κα­τά­στα­ση στήν ὁ­ποί­α ὁ ἄν­θρω­πος αἰ­σθά­νε­ται βα­θύ­τα­τα τήν ἀ­νε­πάρ­κειά του, τήν ἀ­πο­τυ­χί­α του, πράγ­μα πού τοῦ «ἀ­νοί­γει τό δρό­μο» γιά νά ἐκ­ζη­τή­σει τό ἔ­λε­ος τοῦ Κυ­ρί­ου. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ «ὁ­δός τῆς σω­τη­ρί­ας»: ὁ δρό­μος τοῦ σταυ­ροῦ.
Ὁ ἀ­γνώ­μων λη­στής ἐ­κλαμ­βά­νει τόν Κύ­ριο σάν κοι­νό ἄν­θρω­πο καί τόν σταυ­ρό Του σάν σύμ­βο­λο πε­ρι­φρό­νη­σης καί ἐμ­παιγ­μοῦ. Γι’ αὐ­τό «ἐ­βλα­σφή­μει Αὐ­τόν» (Λουκ. κγ’ 39). Δέν στή­ρι­ζε τίς ἐλ­πί­δες Του σ’ Αὐ­τόν, οὔ­τε πρίν ἀ­πό τήν κα­τα­δί­κη του, οὔ­τε με­τά. Ἦ­ταν κα­τά τό πα­ρελ­θόν λη­στής καί πα­ρέ­μει­νε λη­στής ἐ­πά­νω στόν σταυ­ρό καί με­τά ἀ­πό αὐ­τόν, στήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Ὅ­μως δέν κο­λά­ζε­ται ἐ­πει­δή ἦ­ταν στό πα­ρελ­θόν λη­στής. Κο­λά­ζε­ται ἐ­πει­δή δέν θέ­λη­σε νά ἐ­ξαρ­τή­σει τήν σω­τη­ρί­α του ἀ­πό Ἐ­κεῖ­νον πού ὑ­ψώ­θη­κε ἐ­πά­νω στόν σταυ­ρό γιά νά προ­σελ­κύ­σει πρός τόν ἑ­αυ­τόν Του ὅ­λους τούς εὐ­γνώ­μο­νες λη­στές.
Ὁ τί­μιος σταυ­ρός λοι­πόν εἶ­ναι τό μέ­τρο κρί­σης τοῦ κό­σμου, ὁ «ζυ­γός δι­και­ο­σύ­νης», ὅ­πως λέ­γει ὁ ὕ­μνος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας:
«Ἐν μέσῳ δύο ληστῶν,
ζυγός δικαιοσύνης εὑρέθη ὁ σταυρός Σου.
Τοῦ μέν καταγομένου εἰς Ἅδην,
τῷ βάρει τῆς βλασφημίας
τοῦ δέ κουφιζομένου πταισμάτων,
πρός γνώσιν θεολογίας,
Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι».
Ἡ ἀρ­νη­τι­κή στά­ση τοῦ ἀ­γνώ­μο­να λη­στή ἀ­πέ­ναν­τι στόν σταυ­ρό τοῦ Χρι­στοῦ τόν ὁ­δή­γη­σε στόν Ἅ­δη, ἐ­νῶ ἡ ἀν­τί­θε­τη στά­ση τοῦ ἄλ­λου, τοῦ εὐ­γνώ­μο­νος, τόν ὁ­δή­γη­σε στή γνώ­ση τῆς θε­ο­λο­γί­ας καί τοῦ ἄ­νοι­ξε τήν πόρ­τα τοῦ πα­ρα­δεί­σου, ὅ­πως λέ­γει ἄλ­λος ὕ­μνος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας: «Εἰ­σα­κή­κο­α, Κύ­ρι­ε, τήν ἀ­κο­ήν τῆς δυ­να­στεί­ας τοῦ σταυ­ροῦ Σου, ὡς (ὅ­τι) πα­ρά­δει­σος ἠ­νοί­γη δι’ αὐ­τοῦ».

ε) Τό σχῆμα τοῦ σταυροῦ
Ὅ­ταν μι­λᾶ­με γιά τόν τί­μιο σταυ­ρό, δέν ἐν­νο­οῦ­με μό­νο τό γε­γο­νός τῆς σταύ­ρω­σης τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λά καί τό ἴ­διο τό ξύ­λο τοῦ σταυ­ροῦ. Καί αὐ­τό τό ξύ­λο ἁ­γι­ά­ζε­ται μέ τήν ἐ­πα­φή μέ τό Τί­μιο Σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Γι’ αὐ­τό τό λό­γο προ­σκυ­νεῖ­ται (Ἰ­ω. Δα­μα­σκη­νός). Ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς ὑ­πο­γραμ­μί­ζει:
«Ὄ­χι μό­νον ὁ λό­γος πε­ρί τοῦ σταυ­ροῦ καί τό μυ­στή­ριον, ἀλ­λά καί τό σχῆ­μα εἶ­ναι θεῖ­ον καί προ­σκυ­νη­τόν, δι­ό­τι εἶ­ναι σφρα­γίς σε­βά­σμιος ἁ­γι­α­στι­κή καί τε­λει­ω­τι­κή ὅ­λων τῶν θαυ­μα­σί­ων καί ἀ­νεκ­φρά­στων ἀ­γα­θών, τά ὁ­ποῖ­α προ­έρ­χον­ται ἀ­πό τόν Θε­όν».
Ὁ σταυ­ρός εἶ­ναι εἰ­κό­να τοῦ ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου Χρι­στοῦ καί ἀν­τλεῖ τή δύ­να­μη καί τή χά­ρη Του ἀ­πό τά πά­θη τοῦ Χρι­στοῦ. Γι’ αὐ­τό ἡ σφρά­γι­ση διά τοῦ σταυ­ροῦ ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­ξω­τε­ρι­κό ση­μεῖ­ο ὅ­λων ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως τῶν ἱ­ε­ρῶν μυ­στη­ρί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, μέ τά ὁ­ποῖ­α πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ἡ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που.
Μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ σφρα­γί­ζου­με τά κυ­ρι­ό­τε­ρα μέ­λη τοῦ σώ­μα­τος κα­τά τό ἱ­ε­ρό χρί­σμα. Ἔ­τσι πε­ρι­τει­χί­ζου­με ὅ­λα τά μέ­λη μας καί τά ἀ­φι­ε­ρώ­νου­με μέ τόν τρό­πο αὐ­τό στόν Θε­ό. Τά κα­θι­στοῦ­με ὄρ­γα­να τοῦ Χρι­στοῦ καί τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος. Σφρα­γί­ζου­με τό νοῦ, τήν καρ­διά καί ὅ­λες τίς δυ­νά­μεις μας καί ἐκ­φρά­ζου­με τήν ἀ­φι­έ­ρω­ση αὐ­τή τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας ἀ­κό­μη πιό ἔν­το­να μέ τή φρά­ση: «Εἰς τό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός καί τοῦ Υἱ­οῦ καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, Ἀ­μήν».
Μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ γι­νό­μα­στε μέ­το­χοι τῶν πα­θῶν καί τῆς ἀ­νά­στα­σης τοῦ Χρι­στοῦ. Νε­κρώ­νου­με τόν πα­λαι­ό ἄν­θρω­πο καί κά­θε τι πού ἔ­χει σχέ­ση μέ τά ἔρ­γα τοῦ δι­α­βό­λου καί ἀ­να­σται­νό­μα­στε μα­ζί μέ τόν Χρι­στό.
Ὁ σταυ­ρός τοῦ Κυ­ρί­ου ση­μαί­νει κα­τάρ­γη­ση τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, λέ­γει ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς καί προ­σθέ­τει: «Διά τοῦ­το καί κά­ποι­ος ἀ­πό τούς θε­ο­φό­ρους πα­τέ­ρας ὅ­ταν ἠ­ρω­τή­θη ἀ­πό ἕ­να ἄ­πι­στον, ἐ­άν πι­στεύ­η εἰς τόν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νον, ἀ­πήν­τη­σε: ναί εἰς αὐ­τόν ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­σταύ­ρω­σε τήν ἁ­μαρ­τί­αν».
Ὁ τί­μιος σταυ­ρός εἶ­ναι τό σύμ­βο­λο τῆς νί­κης καί τοῦ θριά­μβου κα­τά τοῦ δι­α­βό­λου καί κα­τά τῶν ἔρ­γων τοῦ δι­α­βό­λου. Ἐκ­φρά­ζει τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ στή ζω­ή τῶν πι­στῶν καί τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τή συν­τρι­βή τοῦ θα­νά­του (Ἐ­φεσ. β’ 16). Ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­λη­θι­νή πα­νο­πλί­α γιά τόν χρι­στια­νό, φο­βε­ρό ὅ­πλο, τό ὁ­ποῖ­ο τρέ­μουν οἱ δαί­μο­νες. Γι’ αὐ­τό ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ψάλ­λει:
«Κύριε, ὅπλον κατά τοῦ διαβόλου,
τόν σταυρόν Σου ἡμῖν δέδωκας·
φρίττει γάρ καί τρέμει,
μή φέρων καθορᾶν αὐτοῦ τήν δύναμιν,
ὅτι νεκρούς ἀνιστᾷ
καί θάνατον κατήργησε·
διά τοῦτο προσκυνοῦμεν
τήν ταφήν Σου καί τήν ἔγερσιν»
                                 (στιχ. αἴνων Κυριακῆς πλ. Δ’ ἤχου).
Στήν Ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Ἰ­ω­άν­νου ἀ­να­φέ­ρε­ται πώς στούς ἔ­σχα­τους και­ρούς θά εἶ­ναι ἐ­ξα­σφα­λι­σμέ­νη ἡ σω­τη­ρί­α γιά ἐ­κεί­νους πού φέ­ρουν τό ση­μεῖ­ο τοῦ Θε­οῦ: «Κα­τό­πιν, ἐ­βγῆ­καν ἀ­πό τόν κα­πνόν ἀ­κρί­δες εἰς τήν γῆν καί τούς ἐ­δό­θη ἐ­ξου­σί­α, ὅ­πως ἡ ἐ­ξου­σί­α τήν ὁ­ποί­αν ἔ­χουν οἱ σκορ­πιοί τῆς γῆς, τούς εἶ­πον νά μή βλά­ψουν τό χορ­τά­ρι τῆς γῆς, οὔ­τε κα­νέ­να χλω­ρόν, οὔ­τε κα­νέ­να δέν­δρον, πα­ρά μό­νον τούς ἀν­θρώ­πους οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν ἔ­χουν τήν σφρα­γί­δα τοῦ Θε­οῦ εἰς τά μέ­τω­πά τους» (Ἀ­ποκ. θ’ 3-4, πρβλ. ζ’ 2-4. Ἱ­εζ. θ’4-6).
Οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί πιστεύουν ὅτι ὁ Κύριος δρᾶ θαυματουργικά καί μέ τόν τίμιο σταυρό καί προσεύχον­ται:
 «Δυνάμει τοῦ Σταυροῦ Σου, Χριστέ,
στερέωσόν μου τήν διάνοιαν
εἰς τό ὑμνεῖν καί δοξάζειν σου,
τήν σωτήριον ἀνάστασιν».

Ἐ­δῶ δέν πρό­κει­ται γιά μα­γι­κό ὄρ­γα­νο, ἀλ­λά γιά τή ζω­ο­ποι­ό δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ, πού με­τα­δί­δε­ται ἀ­κό­μη καί στό ξύ­λο τοῦ σταυ­ροῦ ἤ στό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ. Ἡ σχέ­ση τοῦ ση­μεί­ου μέ τόν Χρι­στό εἶ­ναι ἐ­κεί­νη πού με­τα­βάλ­λει τό «φο­νι­κό ὄρ­γα­νο» σέ πη­γή σω­τη­ρί­ας· ὄ­χι τό σχῆ­μα μό­νο του, ξε­κομ­μέ­νο ἀ­πό τή σχέ­ση του μέ τόν Κύ­ριο. Τήν ἀ­λή­θεια αὐ­τή βλέ­που­με στόν χάλ­κι­νο ὄ­φι, πού προ­ει­κό­νι­ζε τόν τί­μιο καί ζω­ο­ποι­ό σταυ­ρό.
Οἱ Ἰσ­ρα­η­λί­τες ἐ­σώ­ζον­το «οὐ διά τό θε­ω­ρού­με­νον, ἀλ­λά διά σέ τόν πάν­των Σω­τή­ρα»· δέν ἐ­σώ­ζον­το ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ συμ­βό­λου, ἀλ­λά ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ Θε­οῦ, πού εἶ­ναι ὁ Σω­τή­ρας ὅ­λων. «Καί ἐν τού­τῳ ἔ­πει­σας τούς ἐ­χθρούς ἡ­μῶν, ὅ­τι σύ εἶ ὁ ρυ­ό­με­νος ἐκ παν­τός κα­κοῦ», προ­σθέ­τει ὁ σο­φός Σο­λο­μών (Σοφ. Σολ. ι­στ’ 7-8).
Οἱ Ισ­ρα­η­λί­τες δέν κα­τα­νό­η­σαν τήν ἀ­λή­θεια αὐ­τή καί θέ­λη­σαν νά λα­τρεύ­σουν τόν χάλ­κι­νο ὄ­φι· νά τοῦ ἀ­πο­δώ­σουν δη­λα­δή τι­μή πού ἀ­πο­δί­δε­ται μό­νο στόν Θε­ό. Θε­ώ­ρη­σαν πώς ἡ θε­ρα­πευ­τι­κή δύ­να­μη προ­ήρ­χε­το ἀ­πό τόν ἴ­διο τό χάλ­κι­νο ὄ­φι. Γι’ αὐ­τό καί ὁ εὐ­σε­βής βα­σι­λέ­ας Ἐ­ξε­κί­ας δέν ἐ­δί­στα­σε ἀρ­γό­τε­ρα, μα­ζί μέ τά ἄλ­λα εἴ­δω­λα, νά συν­τρί­ψει καί τό χάλ­κι­νο ὄ­φι. Εἶ­δε πώς στή συ­νεί­δη­ση τοῦ ἀ­πο­στά­του λα­οῦ ὁ χάλ­κι­νος ὄ­φις ἔ­χα­σε τή σχέ­ση του μέ τόν ἀ­λη­θι­νό Θε­ό καί πῆ­ρε τή θέ­ση Ἐ­κεί­νου (Δ’ Βα­σιλ. ι­η’ 4).
Ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός ἀποδίδει στόν τίμιο σταυρό τήν πρέπουσα τιμή, ὄχι ὅμως λατρεία (πρβλ. Γεν. μζ’ 31). Δέν συγκαταλέγεται ἀνάμεσα στούς «ἐχθρούς τοῦ σταυ­ροῦ» (Φιλιπ. γ’ 18). Ὁ σταυρός δέν ἀποτελεῖ γιά ἐμᾶς «αἰσχύνην» (πρβλ. Δευτερ. κα’ 23), ἀλλά «καύχημα» (Γαλ. στ’ 14) καί τοῦτο δέν ἀναφέρεται μόνο στό γεγονός, ἀλλά καί στό σχῆμα.

στ) Πῶς νά κάνουμε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ
Τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ ἀ­πο­τε­λεῖ πρω­το­χρι­στι­α­νι­κή πα­ρά­δο­ση. Μαρ­τυ­ρεῖ­ται στόν ἅ­γιο Ἰ­ου­στῖ­νο (150 μ.Χ.) καί στόν Τερ­τυλ­λια­νό (200 μ.Χ.). Γρά­φει ὁ Τερ­τυλ­λια­νός:
«Ἡ­μεῖς οἱ χρι­στια­νοί εἰς ὅ­λα τά τα­ξί­δια καί τάς με­τα­κι­νή­σεις, εἰς πᾶ­σαν ἀ­να­χώ­ρη­σιν καί ἐ­πι­στρο­φήν μας, ὅ­ταν φο­ροῦ­μεν τά ἐν­δύ­μα­τα καί τά ὑ­πο­δή­μα­τα, εἰς τό λου­τρόν καί εἰς τό τρα­πέ­ζι, ὅ­ταν ἀ­νά­πτω­μεν τό λυ­χνά­ρι μας, ὅ­ταν κα­θή­με­θα ἤ ἐ­ξα­πλω­νώ­με­θα, εἰς ὅ­λας ἐν γέ­νει τάς πρά­ξεις τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς κά­μνο­μεν τό ση­μεῖ­ον τοῦ σταυροῦ». Τό ἔ­θι­μο τοῦ­το, συ­νε­χί­ζει, «ἔ­χει τήν ἀρ­χήν του εἰς τήν πα­ρά­δο­σιν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἐ­το­νώ­θη δέ διά τῆς συ­νή­θειας καί πρέ­πει νά τη­ρῆ­ται με­τά πί­στε­ως».
Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ θε­ο­λο­γί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί ἡ οὐ­σί­α τῆς ὀρ­θό­δο­ξης πί­στης ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ. Ὁ ὀρ­θό­δο­ξος χρι­στια­νός ἑ­νώ­νει τά τρί­α δά­κτυ­λα καί τά θέ­τει πρῶ­τα στό μέ­τω­πο, ὕ­στε­ρα στήν κοι­λιά καί τέ­λος τά φέ­ρει στούς δύ­ο ὤ­μους ὁ­ρι­ζόν­τια, ἀ­πό τά δε­ξιά πρός τά ἀ­ρι­στε­ρά.
Μέ τήν ἕ­νω­ση τῶν τρι­ῶν δα­κτύ­λων ἀ­πει­κο­νί­ζου­με καί ὁ­μο­λο­γοῦ­με τήν πί­στη μας στόν Ἕ­να καί Τρι­α­δι­κό Θε­ό. Ὅ­ταν τά θέ­του­με στήν κοι­λιά τό κά­νου­με «εἰς τύ­πον τοῦ Υἱ­οῦ», πού ἐ­γεν­νή­θη προ­αι­ώ­νια ἀ­πό τόν Πα­τέ­ρα, κα­τῆλ­θε στή γῆ καί ἐ­γεν­νή­θη «ἐκ τῆς παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας». Ὅ­ταν θέ­του­με τά ἑ­νω­μέ­να δά­κτυ­λα στούς ὤ­μους, τό κά­νου­με «εἰς τύ­πον τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος», πού χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται σάν «βρα­χί­ων» (Ἰ­ω. ι­β’ 38) καί «δύ­να­μις» Κυ­ρί­ου (Λουκ. κδ’ 49, πρβλ. Πράξ. α’ 8).
Μέ τήν ἕ­νω­ση τῶν δύ­ο ἄλ­λων δα­κτύ­λων ἀ­πει­κο­νί­ζου­με τήν ἐν­σάρ­κω­ση τοῦ Χρι­στοῦ καί τήν ἀ­δι­αί­ρε­τη ἕ­νω­ση τῶν δύ­ο φύ­σε­ων, μέ τήν ὁ­ποί­α θε­ρα­πεύ­θη­κε καί ἀ­νυ­ψώ­θη­κε ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μέ­χρι τό ὕ­ψος τῆς θέ­ω­σης.
Οἱ ὀρ­θό­δο­ξοι χρι­στια­νοί κά­νουν σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ, ὅ­ταν προ­σεύ­χον­ται, ὅ­ταν κοι­μοῦν­ται, ὅ­ταν ξυ­πνοῦν, ὅ­ταν ἀρ­χί­ζουν τήν ἐρ­γα­σί­α τους καί ὅ­ταν τήν τε­λει­ώ­νουν. Ὅ­ταν φεύ­γουν γιά ἕ­να τα­ξί­δι, ὅ­ταν περ­νοῦν ἔ­ξω ἀ­πό ἱ­ε­ρό να­ό, σέ ὁ­λό­κλη­ρη τή ζω­ή τους.
Ἀλ­λά δέν τό κά­νουν μέ τρό­πο μα­γι­κό, ἀλ­λά μέ ἐ­σω­τε­ρι­κή συμ­με­το­χή. Χα­ράσ­σουν τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ στό σῶ­μα τους εὐ­κρι­νῶς, ὄ­χι μέ ἀ­μέ­λεια, ἀλ­λά σύμ­φω­να μέ τήν τά­ξη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας: Μέ τά τρί­α δά­κτυ­λα ἑ­νω­μέ­να καί μέ τέ­τοι­ο τρό­πο, σάν νά ἀ­κουμ­ποῦ­σε ἐ­πά­νω μας ὁ ἴ­διος ὁ σταυ­ρός.
Τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ πρέ­πει νά συ­νο­δεύ­ε­ται καί μέ ἀ­πό­λυ­τη πί­στη στόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό, στό σω­τή­ριο γε­γο­νός τῆς σάρ­κω­σης τοῦ Χρι­στοῦ, στόν σταυ­ρι­κό θά­να­το καί στή ζω­ο­ποι­ό Του ἀ­νά­στα­ση. Μέ πί­στη σέ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τά δόγ­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τά ὁ­ποῖ­α δι­α­κη­ρύσ­σου­με μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ. Ὅ­ταν κά­νου­με τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ πρέ­πει νά μέ­νου­με στα­θε­ροί στήν ἐν Χρι­στῷ ἐλ­πί­δα, δη­λα­δή νά εἴ­μα­στε βέ­βαι­οι γιά τήν ἀ­γά­πη καί τό ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ.
Τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ πρέ­πει νά συ­νο­δεύ­ε­ται μέ τήν ἀ­με­τά­κλη­τη ἀ­πό­φα­σή μας νά σταυ­ρώ­σου­με καί νά κα­ταρ­γή­σου­με τόν ἁ­μαρ­τω­λό ἑ­αυ­τό μας καί τά πά­θη. Πρέ­πει νά εἴ­μα­στε ἕ­τοι­μοι νά δε­χθοῦ­με τή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, γιά νά ζή­σου­με πλέ­ον συ­νει­δη­τά τή ζω­ή τῆς ἀ­να­καί­νι­σης καί τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς με­τα­μόρ­φω­σης.
Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ τρό­πος πού οἱ ὀρ­θό­δο­ξοι χρι­στια­νοί κά­νουν τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ.
Κλεί­νον­τας πα­ρα­τη­ροῦ­με πώς ὁ σταυ­ρός τοῦ Χρι­στοῦ δέν εἶ­ναι σύμ­βο­λο ντρο­πῆς, ἀλ­λά καύ­χη­μα γιά κά­θε πι­στό. Εἶ­ναι τό ὄρ­γα­νο μέ τό ὁ­ποῖ­ο θα­να­τώ­θη­κε ἡ ἁ­μαρ­τί­α καί ὁ θά­να­τος. Εἶ­ναι πη­γή ζω­ῆς καί δό­ξα. Φα­νε­ρώ­νει τήν ἀ­πέ­ραν­τη ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ γιά τόν ἄν­θρω­πο καί τήν ἀ­ξί­α τοῦ ἀν­θρώ­που στά μά­τια τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­πο­τε­λεῖ συγ­κλο­νι­στι­κή ἀ­πό­δει­ξη τῆς ἐλ­πί­δας τῶν πι­στῶν καί προ­σφέ­ρει τή βε­βαι­ό­τη­τα γιά βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα στή ζω­ή, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τίς ὅ­ποι­ες συν­θῆ­κες της.
Ὁ σταυ­ρός ἀ­πο­τε­λεῖ τό μέ­τρο κρί­σης γιά τόν κά­θε ἄν­θρω­πο. Ἡ δι­ά­θε­ση καί ἡ στά­ση ἀ­πέ­ναν­τι στόν τί­μιο σταυ­ρό τοῦ Χρι­στοῦ μπο­ρεῖ νά ση­μά­νει σω­τη­ρί­α ἤ κα­τα­δί­κη, σύμ­φω­να μέ τό πα­ρά­δειγ­μα τῶν δύ­ο λη­στῶν, ἐ­κεί­νου πού βρι­σκό­ταν στά δε­ξιά τοῦ Χρι­στοῦ καί τοῦ ἄλ­λου, στά ἀ­ρι­στε­ρά.
Μέ τήν ἐ­πα­φή τοῦ σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ ἁ­γι­ά­ζε­ται καί τό ξύ­λο τοῦ σταυ­ροῦ. Καί τό σχῆ­μα τοῦ σταυ­ροῦ ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­ξει­κό­νι­ση τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου Κυ­ρί­ου, τοῦ νι­κη­τοῦ καί θρι­αμ­βευ­τοῦ κα­τά τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καί τοῦ θα­νά­του, τοῦ χο­ρη­γοῦ τῆς ζω­ῆς, τῆς ἀ­φθαρ­σί­ας καί τῆς ἀ­θα­να­σί­ας, πού ἐ­πή­γα­σε ἀ­πό τόν τί­μιο σταυ­ρό.
Μέ τόν τί­μιο σταυ­ρό σφρα­γί­ζον­ται ὅ­λα τά μέ­λη τοῦ πι­στοῦ καί ἀ­φι­ε­ρώ­νον­ται στόν Θε­ό. Ὁ άν­θρω­πος γί­νε­ται μέ­το­χος τῶν πα­θῶν καί τῆς ἀ­νά­στα­σης τοῦ Χρι­στοῦ, νι­κη­τής καί θρι­αμ­βευ­τής κα­τά τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καί τοῦ θα­νά­του. Ὁ σταυ­ρός εἶ­ναι σε­βά­σμια σφρα­γί­δα ὅ­λων τῶν θαυ­μα­σί­ων τοῦ Θε­οῦ.
Τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ ἐκ­φρά­ζει καί δι­α­κη­ρύτ­τει τήν ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη στόν Ἕ­να καί Τρι­α­δι­κό Θε­ό, στήν ἕ­νω­ση τῶν δύ­ο φύ­σε­ων τοῦ Χρι­στοῦ, στό ἕ­να πρό­σω­πο τοῦ Κυ­ρί­ου, στό γε­γο­νός τῆς ἐν Χρι­στῷ σω­τη­ρί­ας.
Τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ χα­ράσ­σε­ται ἀ­πό κά­θε πι­στό στό σῶ­μα του μέ με­γά­λη εὐ­λά­βεια, χω­ρίς ὅ­μως νά θε­ω­ρεῖ­ται πρά­ξη μα­γι­κή. Συ­νο­δεύ­ε­ται μέ βα­θειά πί­στη στά σω­τή­ρια δόγ­μα­τα, πού ἐκ­φρά­ζον­ται καί δι­α­κη­ρύτ­τον­ται μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ, μέ βε­βαί­α καί ἀ­με­τα­κί­νη­τη ἐλ- πί­δα γιά έ­να βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα στή ζω­ή, πού στη­ρί­ζε­ται στή νί­κη κα­τά τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καί τοῦ θα­νά­του πού συν­τε­λέ­σθη­κε ἐ­πά­νω στόν σταυ­ρό. Συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­κό­μη μέ στα­θε­ρή ἀ­πό­φα­ση καί μέ ἀ­νά­λο­γο ἀ­γώ­να γιά νά σταυ­ρώ­σου­με τόν πα­λαι­ό ἄν­θρω­πο μέ τίς ἐ­πι­θυ­μί­ες καί τά πά­θη, καί νά ἐν­δυ­θοῦ­με τόν και­νούρ­γιο ἄν­θρω­πο, μέ προ­σα­να­το­λι­σμό τόν σταυ­ρό καί τήν ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ.



Share:

ΤΟ ΕΥΧΕΛΑΙΟ

Ἡ Ἐκκλησία δέν ἐνδιαφέρεται μόνο γιά τή θεραπεία τῆς ψυχῆς, ἀλλά ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπόδειξη αὐτῆς τῆς φροντίδας εἶναι τό ἱερό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου.

Ὁ Χριστός ἔδωσε στούς μαθητές του «ἐξουσία» πάνω στά ἀκάθαρτα πνεύματα, νά τά βγάζουν καί νά θεραπεύ­ουν «κάθε ἀσθένεια καί κάθε ἀδυναμία» (Ματθ. ι’ 1). Ἐ­κεῖνοι ἐκήρυτταν μετάνοια, ἔβγαζαν τά δαιμόνια καί ἄ­λειφαν πολλούς ἀρρώστους μέ λάδι καί ἐθεραπεύονταν (Μάρκ. στ’ 12-13). Ὅταν ἐπέστρεψαν ἀπό τό κήρυγμα, εἶπαν μέ ἐνθουσιασμό- «Κύριε, ἀκόμη καί τά δαιμόνια ὑ­ποτάσσονται σέ μᾶς στό ὄνομά Σου» (Λουκ. ι’ 17).
Μετά τήν ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ οἱ ἀπόστολοι ἐκή­ρυτταν καί ὁ Κύριος ἐπιβεβαίωνε τό κήρυγμά τους μέ θαύματα πού ἀκολουθοῦσαν (Μάρκ. ιστ’ 20). Ἡ ἴαση τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος συμβάδιζαν!
Ἄν κάποιος ἀπό τούς χριστιανούς ἀσθενοῦσε, ἔπρεπε νά καλέσει τούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας, νά προ­σευχηθοῦν ἐπάνω του, «καί ἀφοῦ τόν ἀλείψουν μέ λάδι στό ὄνομα τοῦ Κυρίου», ἡ προσευχή πού θά γινόταν μέ πίστη θά ἐθεράπευε τόν ἀσθενῆ (Ἰάκ. ε’ 13-15). Ἔτσι γί­νεται κατανοητό πώς τό ἱερό εὐχέλαιο θεσπίσθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο (Α’ Κορ. β’ 16).

Τό ἱερό εὐχέλαιο δέν ἀναφέρεται μόνο στή θεραπεία τοῦ σώματος, ἀλλά καί στήν ψυχική θεραπεία- «ὁ Κύριος θά τόν σηκώσει καί ἄν ἔχει διαπράξει ἁμαρτίες θά τοῦ συγχωρηθοῦν», προσθέτει χαρακτηριστικά ἡ ἁγία Γρα­φή (Ἰακ. ε’ 14).
Τοῦτο δέν σημαίνει πώς μποροῦμε νά ἀντικαταστήσουμε τό ἱερό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης. Μέ τό ἱερό εὐχέλαιο παίρνουμε πνευματική ἐνίσχυση. Μερικοί πα­τέρες τῆς Ἐκκλησίας προσθέτουν πώς μέ τό μυστήριο αὐτό συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες πού λησμονήσαμε καί γι’ αὐτό τό λόγο δέν μποροῦμε νά τίς ἐξομολογηθοῦμε. Ὅμως ἡ πρωταρχική σημασία τοῦ μυστηρίου εἶναι ἡ προ­σευχή γιά τήν ὑγεία τοῦ σώματος.
Ἡ Ἐκκλησία μας συνδέει τά δύο αὐτά ἱερά μυστήρια καί προτρέπει ἐκείνους γιά τούς ὁποίους γίνεται τό εὐχέλαιο νά ἐξομολογηθοῦν. Ἅλλωστε καί ὁ ἀπόστολος Ἰά­κωβος συνεχίζει: «ἐξομολογεῖσθε ἀλ-λήλοις τά παραπτώ­ματα καί εὔχεσθε ὑπέρ ἀλλήλων, ὅπως ἰαθῆτε» (Ἰάκ. ε’ 16).
Ἡ ἐξομολόγηση πού ὑπονοεῖται ἐδῶ δέν πρέπει ὁ­πωσδήποτε νά θεωρηθεῖ ἰδιωτικῆς μορφῆς, ἔξω ἀπό τή συνάθροιση τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς νά παρευρίσκονται οἱ οἰκονόμοι τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, διά τῶν ὁποίων ὁ Κύ­ριος προσφέρει τήν ἄφεση. Ὁ Ἰάκωβος κάνει ρητά λόγο γιά πρεσβυτέρους, πού πρέπει νά προσκληθοῦν. Καί φυ­σικά μέ τήν «εὐχή» τῶν πρεσβυτέρων ἑνώνεται καί ἡ εὐχή ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας.

γ) Μυστήριο ἀγάπης καί στοργῆς
Τό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου ἐκφράζει καί φανερώνει τήν ἀγάπη καί τή στοργή ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας γιά τό ἄρρωστο σωματικά ἤ ψυχικά μέλος της. Αὐτό συμβο­λίζεται καί μέ τόν ἀριθμό ἑπτά:
Κανονικά τό μυστήριο αὐτό τελεῖται ἀπό ἑπτά ἱερεῖς, χωρίς τοῦτο νά σημαίνει πώς ἀποκλείεται ἡ τέλεσή του ἀπό λιγώτερους ἱερεῖς ἤ καί ἀπό ἕνα μόνο. Ἑπτά εἶναι καί οἱ εὐχές, ἑπτά τά εὐαγγελικά ἀναγνώσματα καί οἱ ἀποστολικές περικοπές. Τό ἑπτά εἶναι ἀριθμός πληρότητος καί συμβολίζει τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.
Στό πρόσωπο τῶν πρεσβυτέρων ἐκπροσωπεῖται ὁλό­κληρη ἡ ἐνορία, στήν ὁποία ἀνήκει ὁ ἀσθενής, καί ἑνώνει τίς προσευχές καί τήν ἀγάπη της γι’ αὐτόν. Σάν μέλος τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά αἰσθανθεῖ τήν παρουσία καί τή στοργή τῶν λοιπῶν μελῶν. Τό ἔχει μεγάλη ἀνάγκη στίς δύσκολες στιγμές τῆς ἀρρώστειας καί τῆς μοναξιᾶς μπροστά στόν κίνδυνο τοῦ σωματικοῦ θανάτου.
Ἡ Ἐκκλησία εὔχεται κατά τό ἱερό μυστήριο τήν πλήρη ἴαση καί τήν ὁλοκληρωτική θεραπεία τοῦ ἄρρω­στου μέλους της, γιά νά τῆς ἀποδοθεῖ καί πάλι «σῶον καί ὁλόκληρον», γιά νά «εὐαρεστῆ καί νά πράττη» τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ὅπως ἀναφέρει μία εὐχή τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου πού περιλαμβάνει τή δέηση:
«... αἰτούμεθά σε, ὁ Θεός ἡμῶν, ὅπως ἐπαγάγῃς τό ἔ­λεός σου ἐπί τό ἔλαιον τοῦτο, καί τούς χρισμένους ἐξ αὐτοῦ ἐν τῷ ὀνόματί σου, ἵνα γένηται αὐτοῖς εἰς ἴασιν ψυχῆς τε καί σώματος, καί πάσης νόσου καί μαλακίας, καί παν­τός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος. Ναί, Κύριε, τήν ἰατρικήν σου δύναμιν οὐρανόθεν ἐξαπόστειλον· ἄψαι τοῦ σώματος, σβέσον τόν πυρετόν, πράϋνον τό πάθος, καί πᾶσαν λανθάνουσαν ἀσθένειαν ἀποδίωξον. Γενοῦ ἰατρός τοῦ δούλου σου (τοῦδε)· ἐξέγειρον αὐτόν ἀπό κλίνης ὀδυ­νηρᾶς καί στρωμνῆς κακώσεως· σῶον καί ὁλόκληρον χάρισαι αὐτόν τῇ Ἐκκλησίᾳ σου, εὐαρεστοῦντα καί ποι­οῦντα τό θέλημά σου. Σόν γάρ ἐστι τό ἐλεεῖν καί σώζειν ἡμᾶς, ὁ Θεός ἡμῶν, καί σοί τήν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».
Συγκινητική εἶναι καί ἡ εὐχή:
«Τό στόμα του γέμισε το μέ τόν ἰδικόν σου αἶνον· ἄ­νοιξε τά χείλη του διά νά δοξολογήσουν τό ὄνομά Σου· ἄπλωσε τά χέρια του, διά νά ἐκτελοῦν τάς ἐντολάς Σου- κατεύθυνε τά πόδια του εἰς τόν δρόμον τοῦ εὐαγγελίου Σου, ἀσφάλισε καλῶς μέ τήν χάριν Σου τήν διάνοιαν καί ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός του».
Καί ὅταν ἀλείφεται μέ τό ἅγιο ἔλαιο σέ ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός του ὁ ἱερέας εὔχεται: «Πάτερ ἅγιε, ἰατρέ τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων, Σύ πού ἔστειλες τόν μονογενῆ Σου Υἱό, τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, πού θεραπεύει κάθε νόσο καί λυτρώνει ἀπό τό θάνατο, θεράπευσε καί τόν δοῦλο Σου τοῦτον... διότι Σύ εἶσαι ἡ πηγή τῶν ἰάσεων...».
Τό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου δέν καταργεῖ τήν ἀρρώστεια. Λαμβάνεται ὑπόψιν καί ἡ πίστη, γιατί «ἡ εὐχή τῆς πίστεως» σώζει τόν «κάμνοντα» (Ἰακ. ε’ 15). Πρέπει ἀκόμη νά ποῦμε πώς ἡ σωματική ἴαση δέν εἶναι πάντοτε γιά τό συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου. Μερικές φορές ἡ ἀρρώ- στεια ἔχει σχέση μέ τήν ἁμαρτία- «οὐκ ἔστιν εἰρήνην ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπό προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου», ἀναφωνεῖ ὁ Ψαλμωδός (Ψαλμ. λζ’ 3). Τό πιό σημαντικό εἶναι ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἁμαρτία, ὄχι ἡ σωματική ἴαση (Μάρκ. β’ 9). Τό ἄν ὁ ἀσθενής θά θεραπευθεῖ καί σωματικῶς, αὐτό ἐξαρτᾶται ἀπό τή βουλή τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἀνεξερεύνητη.

Ἡ Ἐκκλησία λοιπόν ζητεῖ τή χάρη τοῦ Θεοῦ γιά πλήρη θεραπεία, σωματική καί ψυχική. Τό ἀποτέλεσμα τῆς δέησης, δέν ἀνήκει στούς ἀνθρώπους, ἀλλά στή θεία ἀγάπη καί στή θεία βούληση. Καί αὐτή ἡ ἀγάπη δέν ἐκφράζεται πάντοτε σύμφωνα μέ τήν ὑποκειμενική σκέψη καί τήν περιορισμένη βούληση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό ση­μαίνει πώς οἱ πιστοί δέν μποροῦν νά ἐξαναγκάσουν τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά ἐνεργήσει θεραπεῖες σύμφωνα μέ τή δι­κή τους βούληση καί ὄχι σύμφωνα μέ τό βάθος τοῦ πλούτου τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅσοι ὑπόσχονται θερα­πεῖες στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί μάλιστα τίς προβάλ­λουν σάν ἀπόδειξη τῆς «ἀλήθειας» πού κηρύττουν, ἀποδεικνύουν ὅτι δέν ἔχουν τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Τά «ση­μεῖα» πού ἐπιδεικνύουν προέρχονται ἀπό ἄλλη πηγή καί πρέπει νά ἑρμηνευτοῦν διαφορετικά. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, πού ζήτησε ἀπό τόν Χριστό τή θεραπεία τοῦ σώματός του, πῆρε τήν ἀπάντηση: «σοῦ ἀρκεῖ ή χάρη μου γιατί ἡ δύναμή μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (Β’ Κορ. ιβ’ 9).
Share:

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2019

ΕΥΒΟΙΑ 6,7/4/19 -ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ

Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα διαλέξεων του Ι.Ν.ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΡΩΣΟΥ η Αντιαιρετική Ημερίδα στην οποία έλαβαν μέρος το Ορθόδοξο Μακεδονικό Παρατηρητήριο, η Π.Ε.Γ. τα μέλη των ομάδων εργασίας, φίλοι και συνεργάτες. 
Την Ημερίδα άνοιξε ο Παν.Αρχ. Ιερισσού Αγίου Όρους και Αρδαμερίου Π.ΧΡΥΣΌΣΤΟΜΟΣ ΜΑΪΔΩΝΗΣ Πνευματικός προϊστάμενος και σύμβουλος αυτών.  
Η Αντιαιρετική Ημερίδα συνδυάστηκε με Ιερό προσκύνημα στον ομώνυμο Ναό μετά θείας λειτουργίας και αρτοκλασίας και Ιερό Προσκύνημα στον ΟΣΙΟ ΔΑΥΙΔ και ΟΣΙΟ ΙΑΚΩΒΟ ΤΣΑΛΊΚΗ (Ο με συγχωρείτε).
Ακολούθησε επίσκεψη στο Μουσείο Μικρασιατικού Πολιτισμού!
Και γεύμα όλων των παρισταμένων.













Share:

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2019

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

Κα­τά τήν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ κό­σμου τού­του ὁ γά­μος ἀ­πο­τε­λεῖ σύμ­βα­ση ἀ­νά­με­σα σέ δύ­ο ἀν­θρώ­πους δι­α­φο­ρε­τι­κοῦ φύ­λου, γιά τήν ἱ­κα­νο­ποι­ή­ση ἐ­πι­θυ­μι­ῶν καί τήν ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση συμ­φε­ρόν­των καί σκο­πῶν τῆς ζω­ῆς αὐ­τῆς.
Μ’ αὐ­τή τήν ἔν­νοι­α ὁ γά­μος ἀ­πο­τε­λεῖ φυ­σι­κό θε­σμό· δέν ἔ­χει ση­μα­σί­α ἄν τε­λεῖ­ται μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἤ στό Δη­μαρ­χεῖ­ο, ἄν εὐ­λο­γεῖ­ται ἀ­πό τόν ἱ­ε­ρέ­α ἤ πι­στο­ποι­εῖ­ται ἀ­πό τή Δη­μο­τι­κή Ἀρ­χή.
Ποί­α ὅ­μως εἶ­ναι ἡ πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας; Εἶ­ναι ὁ γά­μος ἁ­πλός φυ­σι­κός θε­σμός ἤ μή­πως ὑ­πη­ρε­τεῖ τό σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ, πού εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­στρο­φή τοῦ ἀν­θρώ­που στήν κοι­νω­νί­α τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε μέ τήν πτώ­ση του;

Γιά νά ἀ­ξι­ο­λο­γή­σου­με ὀρ­θά τό γά­μο μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α πρέ­πει νά ἀ­να­φερ­θοῦ­με στήν ὑ­παρ­ξια­κή ταυ­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που.
Ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ πῶς ὁ ἄν­θρω­πος πλά­σθη­κε «κα­τ’ εἰ­κό­να» τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ, δη­λα­δή ὄ­χι ὡς ἄ­το­μο, ἀλ­λά ὡς κοι­νω­νί­α προ­σώ­πων: «Καί ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σεν ὁ Θε­ός τόν ἄν­θρω­πο, κα­τ’ εἰ­κό­να Θε­οῦ ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε αὐ­τόν, τούς ἔ­κα­νε ἄν­δρα καί γυ­ναί­κα» (Γεν. α’ 27).
Ἡ εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ, δη­λα­δή ὁ ἄν­θρω­πος, δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­πό τήν ἀρ­χή ὡς ζεῦ­γος, ὡς ἄν­δρας καί γυ­ναί­κα. Ὅ­πως ὁ Τρι­α­δι­κός Θε­ός δέν εἶ­ναι μο­νά­δα, ἀλ­λά Τριά­δα, δη­λα­δή κοι­νω­νί­α προ­σώ­πων, ἔ­τσι καί ὁ ἄν­θρω­πος δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ὄ­χι ὡς μο­νά­δα, ἀλ­λά ὡς ζευ­γά­ρι- «ὁ ποι­ή­σας ἀ­π’ ἀρ­χῆς ἄρ­σεν καί θή­λυ ἐ­ποί­η­σεν αὐ­τούς», ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στής (Ματθ. ι­θ’ 4, πρβλ. Γέν. α’ 27).
Τό δόγ­μα τῆς Ἁ­γιας Τριά­δος, πού ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς οὐ­σί­ας καί τήν τρι­α­δι­κό­τη­τα τῶν ὑ­πο­στά­σε­ων ἀ­πο­τε­λεῖ βα­σι­κή ἀ­λή­θεια καί ἀν­τι­στοι­χεῖ στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που. Αὐ­τή ἡ μο­να­δι­κή Θεί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πο­τε­λεῖ τή βά­ση τῆς ζω­ῆς μας καί τό θε­μέ­λιο τῆς σω­τη­ρί­ας μας. Ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­πλά­σθη κα­τ’ εἰ­κό­να τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ καί ὡς πρός τή φύ­ση του καί ὡς πρός τό γε­γο­νός τῆς ἑ­νό­τη­τας μέ τούς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ λό­γος γιά τόν ὁ­ποῖ­ο δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­πό τήν ἀρ­χή σάν ζευ­γά­ρι, ὡς ἄν­δρας καί ὡς γυ­ναί­κα.

β) Σκο­πός τοῦ γά­μου
Ὑ­πάρ­χει ἡ ἀν­τί­λη­ψη πώς ὁ βα­σι­κός σκο­πός τοῦ γά­μου εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­κτη­ση τέ­κνων. Δέν ὑ­πάρ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α πώς ἠ τε­κνο­ποι­ΐ­α εἶ­ναι μέ­σα στούς σκο­πούς αὐ­τοῦ τοῦ ἱ­ε­ροῦ μυ­στη­ρί­ου- ὅ­μως δέν εἶ­ναι ὁ ἔ­σχα­τος σκο­πός.
Ὁ προ­φή­της Μα­λα­χί­ας ὑ­πο­γραμ­μί­ζει πώς ἐγ­γυ­η­τής καί μάρ­τυ­ρας τοῦ συ­ζυ­γι­κοῦ δε­σμοῦ εἶ­ναι ὁ Θε­ός, ὁ κοι­νός Δη­μι­ουρ­γός τοῦ ἄν­δρα καί τῆς γυ­ναί­κας. Κα­τα­πο­λε­μεῖ τήν ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἐ­πο­χῆς, σύμ­φω­να μέ τήν ὁ­ποί­α μο­να­δι­κός σκο­πός τοῦ γά­μου εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­κτη­ση τέ­κνων καί ὅ­τι γι’ αὐ­τό τό λό­γο ἐ­πι­τρέ­πε­ται τό δι­α­ζύ­γιο ὕ­στε­ρα ἀ­πό τήν ἐκ­πλή­ρω­ση αὐ­τοῦ τοῦ σκο­ποῦ. Γιά τόν Μα­λα­χί­α ἠ οὐ­σί­α τοῦ μυ­στη­ρί­ου βρί­σκε­ται στήν πραγ­μά­τω­ση τῆς κοι­νῆς ζω­ῆς, στή δι­α­τή­ρη­ση καί στήν αὔ­ξη­ση τοῦ ἀ­δι­άρ­ρη­κτου δε­σμοῦ τῶν συ­ζύ­γων, πού γί­νον­ται ἕ­να πνεῦ­μα καί μί­α σάρ­κα (Μα­λαχ. β’ 14-15. Γέν β’ 24. Ματθ. ι­θ’ 5. Μάρκ. ι’ 8, πρβλ. Σοφ. Σολ. δ’ 1-6. Σοφ. Σειρ. ι­στ’ 1-4).
Στό ἑ­βρα­ϊ­κό κεί­με­νο ἀ­να­φέ­ρε­ται πώς ὁ Θε­ός «μι­σεῖ τήν ἀ­πό­λυ­ση», δη­λα­δή τό δι­α­ζύ­γιο, τό ὁ­ποῖ­ο κα­τα­λύ­ει τόν πρω­ταρ­χι­κό σκο­πό τοῦ γά­μου (Μα­λαχ. β’ 16). Ἡ δι­ά­σπα­ση τοῦ δε­σμοῦ αὐ­τοῦ, πού ἐκ­φρά­ζει τήν κα­θο­λι­κή ἑ­νό­τη­τα ἀ­νά­με­σα σέ δύ­ο ἀν­θρώ­πους, δέν ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται πρός τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ καί εἶ­ναι ἀν­τί­θε­τος μέ τήν ἴ­δια τή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που.
Ὁ ἄν­θρω­πος πλά­σθη­κε ἀ­πό τόν Θε­ό ὄ­χι σάν κά­ποι­ο ὄν ἀ­πο­κομ­μέ­νο ἀ­πό τούς ὁ­μοί­ους του, ἀλ­λά σάν κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης. Καί εἶ­ναι φα­νε­ρό πώς ἡ κοι­νω­νί­α αὐ­τή δέν πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ἔ­ξω ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, πού εἶ­ναι ἡ πη­γή τῆς ἑ­νό­τη­τας καί τῆς ἁ­γά­πης μέ­σα στόν κό­σμο. Αὐ­τό τό βλέ­που­με κα­θα­ρά στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Ἀ­δάμ.
Ἐ­φό­σον ὁ Ἀ­δάμ ἔ­με­νε στήν κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ, ἔ­βλε­πε τή γυ­ναί­κα του, τήν Εὔ­α, σάν ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν ἑ­αυ­τό του (Γέν. β’ 23-24). Ὅ­ταν ὅ­μως μέ τήν πρά­ξη τῆς πα­ρα­κο­ῆς ἔ­παυ­σε νά ταυ­τί­ζει τό θέ­λη­μά του μέ τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, ὅ­ταν δη­λα­δή ἔ­παυ­σε νά ἀ­γα­πᾶ τόν Θε­ό, τό­τε εἶ­δε τή γυ­ναί­κα του σάν κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό, σάν ἕ­να ἄ­το­μο ξέ­νο. Γι’ αὐ­τό καί δέν ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νά ἀ­να­λά­βει ὁ ἴ­διος τήν εὐ­θύ­νη τῆς πα­ρα­κο­ῆς (Γέν. γ’ 12).
Μέ τό ἱ­ε­ρό μυ­στή­ριο τοῦ γά­μου ὁ πι­στός ξα­να­το­πο­θε­τεῖ­ται στό δρό­μο, γιά νά ξα­να­βρεῖ τήν ἑ­νό­τη­τα στή μί­α καί ἑ­νια­ία ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, νά ξα­να­γί­νει κοι­νω­νί­α προ­σώ­πων. Αὐ­τήν ἀ­κρι­βῶς τήν ἑ­νό­τη­τα κα­λοῦν­ται νά ζή­σουν οἱ χρι­στια­νοί σύ­ζυ­γοι μέ­σα στό γά­μο, ὅ­που γί­νον­ται πραγ­μα­τι­κά ἕ­να σῶ­μα. Γι’ αὐ­τή τήν ἑ­νό­τη­τα λέ­γει ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος:
«Ὡ­σάν ά­πό μί­α κε­φα­λή, συ­νέ­δε­σε τό σῶ­μα ὁ­λο­κλή­ρου τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους. Καί ἐ­πει­δή ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό τήν ἀρ­χή ἐ­νό­μι­ζαν ὅ­τι εἶ­ναι δύ­ο, κύτ­τα­ξε πῶς συ­νε­νώ­νει πά­λι καί συ­σφίγ­γει αὐ­τούς εἰς ἕ­να διά τοῦ γά­μου. Ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τῆς τῆς σχέ­σης, λέ­γει, θά ἐγ­κα­τα­λεί­ψει ὁ ἄν­δρας τόν πα­τέ­ρα καί τήν μη­τέ­ρα του καί θά προ­ση­λω­θεῖ στή γυ­ναί­κα του, ὥ­στε οἱ δύ­ο νά γί­νουν μί­α σάρ­κα”» (Γέν. β’ 24).
«Εἶ­δες πό­σους δε­σμούς ἀ­γά­πης ἐ­πε­νό­η­σε ὁ Θε­ός; Ἀλ­λ’ αὐ­τά μέν τά ἐ­νέ­χυ­ρα κα­τέ­θε­σε στήν ὁ­μό­νοι­α ἀ­πό τή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Δι­ό­τι τό νά εἶ­ναι ἀ­πό τήν ἴ­δια οὐ­σί­α, σ’ αὐ­τό ὁ­δη­γεῖ- ἐ­πει­δή κά­θε ζῶ­ο ἀ­γα­πᾶ τά ζῶ­α τοῦ εἴ­δους του- καί τό νά ἔ­χει γί­νει ἡ γυ­ναί­κα ἀ­πό τόν ἄν­δρα καί τό νά γί­νων­ται πά­λι τά τέ­κνα καί ἀ­πό τούς δύ­ο. Δι’ αὐ­τό καί δη­μι­ουρ­γοῦν­ται πολ­λοί τρό­ποι διά σχέ­σεις με­τα­ξύ μας. Δη­λα­δή τόν μέν νά ἀ­γα­πᾶ­με ὡς πα­τέ­ρα, τόν δέ ὡς παπ­ποῦ· καί τήν μέν ὡς μη­τέ­ρα, τήν δέ ὡς τρο­φό- καί τόν μέν ὡς υἱ­ό καί ἔγ­γο­νο καί δι­σέγ­γο­νο, τήν δέ ὡς κό­ρη καί ἐγ­γο­νή- καί τόν μέν ὡς ἀ­δελ­φό, τόν δέ ὡς ἀ­νε­ψιό...».
Ἡ ἐν­το­λή τῆς ἀ­γά­πης εἶ­ναι «με­γά­λη καί βα­ρεῖ­α», λέ­γει σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ὁ Χρυ­σό­στο­μος καί ὑ­πο­γραμ­μί­ζει: «Διά τοῦ­το ἐ­πρό­λα­βεν ὁ Θε­ός καί ἔ­βα­λε μέ­σα σ’ ὅ­λη τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μί­α ἀ­γα­πη­τι­κή δύ­να­μη, καί φυ­σι­κά οἱ γο­νεῖς ἀ­γα­ποῦν τά παι­διά τους καί οἱ συγ­γε­νεῖς ἀ­γα­ποῦν ἀ­να­με­τα­ξύ τους ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο καί οἱ φί­λοι ἀ­γα­ποῦν τούς φί­λους τους, διά νά βο­η­θεῖ­ται ἡ λο­γι­κή φύ­ση τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πό τή φυ­σι­κή δύ­να­μη τῆς ἀ­γά­πης πού τῆς ἔ­δω­κε ὁ Θε­ός καί νά με­τα­χει­ρί­ζε­ται μέ δύ­να­μη τήν προ­αι­ρε­τι­κή ἀ­γά­πη. Δι­ό­τι τήν με­γά­λη καί τε­λει­ω­τι­κή ἐν­το­λή τῆς ἀ­γά­πης πού ἔ­δω­κε ὁ Θε­ός, δέν τήν ἀ­νέ­φε­ρε στή φυ­σι­κή ἀ­γά­πη, άλ­λά στήν προ­αι­ρε­τι­κή».
Ὁ γά­μος λοι­πόν βά­ζει τόν ἄν­θρω­πο στήν πο­ρεί­α πρός τήν πλη­ρό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης πού εἶ­ναι δια­ρκής. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ πλέ­ον βα­σι­κός σκο­πός τοῦ γά­μου- ἡ πλη­ρό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης, πού μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­ξει ἀ­κό­μη καί στά ἄ­τε­κνα ζευ­γά­ρια (πρβλ. Σοφ. Σολ. δ’ 1-6. Σοφ. Σειρ. ι­στ’ 1-5).
Ὅ­μως ἡ ὕ­παρ­ξη τέ­κνων προ­σθέ­τει στό χρι­στι­α­νι­κό γά­μο ἕ­να νέ­ο στοι­χεῖ­ο, τήν πα­τρό­τη­τα καί τήν μη­τρό­τη­τα, πού ἀ­πο­τε­λεῖ ξε­χεί­λι­σμα τῆς ἀ­γά­πης τῶν δύ­ο προ­σώ­πων, γιά νά ἀγ­κα­λιά­σει καί νέ­ες ὑ­πάρ­ξεις, γιά τίς ὁ­ποῖ­ες οἱ δύ­ο σύ­ζυ­γοι εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νά προ­σφέ­ρουν τά πάν­τα. Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό οἱ σύ­ζυ­γοι κα­τορ­θώ­νουν νά ὑ­περ­βοῦν τόν ἑ­αυ­τό τους καί νά δο­θοῦν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά στήν ἀ­γά­πη πρός τόν ἄλ­λο, νά προ­ε­τοι­μα­σθοῦν γιά τήν πλη­ρό­τη­τα ἐ­κεί­νης τῆς ἀ­γά­πης, πού κα­λοῦν­ται νά ζή­σουν αἰ­ώ­νια (Α’ Κορ. ι­γ’ 8-12. Ἐ­φεσ. ε’ 25-23).
Δέν ὑ­πάρ­χει λοι­πόν ἀμ­φι­βο­λί­α πώς ἡ δι­α­φο­ρο­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που (ἄν­δρας καί γυ­ναί­κα) καί ὁ γά­μος ἀ­πο­τε­λοῦν εὐ­ερ­γε­σί­α τοῦ Θε­οῦ πρός τόν ἄν­θρω­πο καί ἀ­πό­δει­ξη τῆς στορ­γι­κῆς Του φρον­τί­δας, ἡ ὁ­ποί­α με­τά τήν πτώ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που συ­νι­στᾶ προ­ϋ­πό­θε­ση γιά τήν ἐλ­πί­δα τῆς σω­τη­ρί­ας πού ὑ­πο­σχέ­θη­κε ὁ Θε­ός. Για­τί ὁ Θε­ός ἀ­πό τήν πρώ­τη στιγ­μή τῆς πτώ­σης ὑ­πο­σχέ­θη­κε στόν ἄν­θρω­πο τήν ἀ­νόρ­θω­ση· δέν τόν ἄ­φη­σε νά πε­ρι­πλα­νᾶ­ται χω­ρίς ἐλ­πί­δα (Γέν. γ’ 15).
Πρό­κει­ται γιά τήν ἐν­σάρ­κω­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος «ἐ­κέ­νω­σε» τόν ἑ­αυ­τό του, γιά νά γί­νει ἄν­θρω­πος καί δέν ἐ­δί­στα­σε νά προ­χω­ρή­σει μέ­χρι τήν ἔ­σχα­τη θυ­σί­α ἐ­πά­νω στόν σταυ­ρό γιά χά­ρη τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου λα­οῦ Του (Φι­λιπ. β’ 7).
Πῶς θά ἦ­ταν δυ­να­τό νά ἐν­νο­ή­σει ὁ ἄν­θρω­πος τῆς πτώ­σης μιά τέ­τοι­α ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ; Εἶ­χε ἀ­νάγ­κη ἕ­να προ­μή­νυ­μα τῆς τέ­λειας αὐ­τῆς ἕ­νω­σης τῆς Θεί­ας φύ­σης μέ τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση. Αὐ­τή ἡ προ­τύ­πω­ση καί προ­ει­κό­νι­ση, τό μή­νυ­μα τῆς λύ­τρω­σης τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τήν ἐν­σάρ­κω­ση τοῦ Χρι­στοῦ, εἶ­ναι τό γε­γο­νός τοῦ γά­μου με­τα­ξύ ἀν­δρός καί γυ­ναι­κός (Ἐ­φεσ. ε’ 25-33).
Ἔ­τσι ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ ἀ­πο­τε­λεῖ τήν ἀ­φε­τη­ρί­α τοῦ γά­μου καί ταυ­τό­χρο­να τό τέ­λος καί τόν σκο­πό τοῦ γά­μου, πού εἶ­ναι ἡ βί­ω­ση τῆς κοι­νω­νί­ας τῆς ἀ­γά­πης.

γ) Ὁ χρι­στι­α­νι­κός γά­μος
Μέ ὅ­σα ἀ­να­φέ­ρα­με γί­νε­ται φα­νε­ρό πώς ὁ χρι­στι­α­νι­κός γά­μος ξε­περ­νά­ει τούς ἐν­δο­κο­σμι­κούς σκο­πούς καί βρί­σκει τή δι­καί­ω­σή του στό ὅ­λο σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ γιά τή σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που.
Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὅ­τι ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή, μι­λών­τας γιά τό γά­μο, ἀ­να­φέ­ρε­ται στό γά­μο τοῦ Χρι­στοῦ μέ τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί ταυ­τό­χρο­να στό γά­μο ἀ­νά­με­σα στόν ἄν­δρα καί στή γυ­ναί­κα. Ἔ­τσι ὁ χρι­στι­α­νι­κός γά­μος εἶ­ναι μυ­στή­ριο «εἰς Χρι­στόν καί εἰς τήν Ἐκ­κλη­σί­αν», συ­σχε­τί­ζε­ται πάν­το­τε μέ τόν δε­σμό τοῦ Χρι­στοῦ μέ τήν Ἐκ­κλη­σί­α.
«Ὁ ἄν­δρας», λέ­γει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος «εἶ­ναι κε­φα­λή τῆς γυ­ναι­κός, ὅ­πως καί ὁ Χρι­στός εἶ­ναι κε­φα­λή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, καί αὐ­τός εἶ­ναι ὁ σω­τήρ τοῦ σώ­μα­τος... Οἱ ἄν­δρες ἀ­γα­πᾶ­τε τίς γυ­ναῖ­κες σας, ὅ­πως καί ὁ Χρι­στός ἀ­γά­πη­σε τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί πα­ρέ­δω­κε τόν ἑ­αυ­τό Του δι’ αὐ­τήν, διά νά τήν ἁ­γιά­σει, ἀ­φοῦ τήν κα­θά­ρι­σε μέ τό λου­τρό τοῦ ὕ­δα­τος διά τοῦ λό­γου, διά νά πα­ρου­σιά­σει στόν ἑ­αυ­τό Του ἔν­δο­ξη τήν Ἐκ­κλη­σί­α, χω­ρίς νά ἔ­χει κη­λί­δα ἤ ρυ­τί­δα ἤ τί­πο­τε ἀ­πό αὐ­τά, ἀλ­λά νά εἶ­ναι ἁ­γί­α καί ἄ­μω­μος. Οἱ ἄν­δρες ὀ­φεί­λουν νά ἀ­γα­ποῦν τίς γυ­ναῖ­κες τους σάν τά δι­κά τους σώ­μα­τα... Τό μυ­στή­ριο τοῦ­το εἶ­ναι με­γά­λο- ἐ­γώ δέ τό ἐ­ξη­γῶ ὅ­τι ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν Χρι­στό καί στήν Ἐκ­κλη­σί­α» (Ἐ­φεσ. ε’ 22-32).
Ὁ δε­σμός τοῦ Χρι­στοῦ μέ τήν Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι τό πρό­τυ­πο τοῦ συ­ζυ­γι­κοῦ δε­σμοῦ. Ἔ­τσι ὁ χρι­στι­α­νι­κός γά­μος, «εἰς Χρι­στόν καί εἰς τήν Ἐκ­κλη­σί­αν», γί­νε­ται «μέ­γα μυ­στή­ριον». Σ’ αὐ­τό τό γά­μο ὁ ἄν­θρω­πος ξε­περ­νᾶ τόν ἑ­αυ­τό του, παύ­ει νά ζεῖ ἐ­γω­ῖ­στι­κά, μέ κέν­τρο τό ἐ­γώ του. Ὑ­περ­βαί­νει τή δι­αί­ρε­ση καί ξα­να­βρί­σκει τόν πραγ­μα­τι­κό του ἑ­αυ­τό στήν ἑ­νό­τη­τα καί στήν ἀ­γά­πη τοῦ γά­μου. Ὁ ἄν­δρας καί ἡ γυ­ναί­κα, πού στήν ἀρ­χή ἐ­νό­μι­ζαν πώς εἶ­ναι δύ­ο, γί­νον­ται καί πά­λι ἕ­νας.
 Αὐ­τή ἡ ἑ­νό­τη­τα θά ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ στή Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, ὅ­που δέν θά ὑ­πάρ­χει πλέ­ον «ἄρ­σεν καί θή­λυ», ἀλ­λά ὅ­λοι θά εἴ­μα­στε «εἷς ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ», ὅ­πως οἱ ἄγ­γε­λοι στόν οὐ­ρα­νό· αὐ­τήν τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα προ­γεύ­ε­ται ὁ πι­στός μέ­σα στό μυ­στή­ριο τῆς θεί­ας εὐ­χα­ρι­στί­ας, ὅ­που ὅ­λοι ἑ­νώ­νον­ται στό ἕ­να σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, στήν Ἐκ­κλη­σί­α (Γαλ. γ’ 28. Ματθ. κβ‘ 30. Μάρκ. ι­β’ 25. Λουκ. κ’ 35. Α’ Κορ. ι’ 16-17).

δ) Ἡ εὐ­λο­γί­α τοῦ γά­μου
Ὁ χρι­στι­α­νι­κός γά­μος εὐ­λο­γεῖ­ται ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Θε­ό. Αὐ­τό βε­βαι­ώ­νει ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός. Ἀ­να­φέ­ρε­ται στό γά­μο πού θέ­σπι­σε ὁ Θε­ός στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη (Γέν. β’ 24) καί ὑ­πο­γραμ­μί­ζει: «οὕς ὁ Θε­ός συ­νέ­ζευ­ξεν ἄν­θρω­πος μή χω­ρι­ζέ­τω» (Ματθ. ι­θ’ 6).
Ἤ­δη ἀ­πό τήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη γνω­ρί­ζου­με πώς ὁ ἄν­δρας ἑ­νώ­νε­ται μέ τήν γυ­ναί­κα στό δε­σμό τοῦ γά­μου ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Κύ­ριο· «πα­ρά δέ Κυ­ρί­ου ἁρ­μό­ζε­ται γυ­νή ἀν­δρί» (Πα­ροιμ. θ’ 14). Αὐ­τός ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος δε­σμός μέλ­λει νά ζή­σει· ἀν­τί­θε­τα αὐ­τό πού δέν εὐ­λο­γεῖ­ται ἀ­πό τόν Θε­ό πε­θαί­νει!
Ἡ ἀ­λή­θεια αὐ­τή ἐκ­φρά­ζε­ται μέ ἀ­νε­πα­νά­λη­πτο τρό­πο στό πα­ρά­δειγ­μα τοῦ Τω­βί­α, πού νυμ­φεύ­θη­κε τή Σάρ­ρα ἀ­πό τά Ἐκ­βά­τα­να τῆς Μη­δί­ας.
Ἡ Σάρ­ρα, κό­ρη τοῦ Ρα­γου­ήλ καί τῆς Ἔδ­νας, συγ­γε­νῶν τοῦ Τω­βίτ, δη­λα­δή τοῦ πα­τέ­ρα τοῦ Τω­βί­α, εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ ἑ­πτά φο­ρές. Ὅ­μως πο­νη­ρός δαί­μο­νας ἐ­θα­νά­τω­σε δι­α­δο­χι­κά καί τούς ἑ­πτά συ­ζύ­γους κα­τά τήν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου, πρίν δη­λα­δή πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ ἡ συ­ζυ­γι­κή κοι­νω­νί­α. Τό βι­βλί­ο τοῦ Τω­βίτ πε­ρι­γρά­φει τό γά­μο τοῦ Τω­βί­α:
«Ὁ Ρα­γου­ήλ ἐ­κά­λε­σε τή θυ­γα­τέ­ρα του Σάρ­ρα, τήν κρά­τη­σε ἀ­πό τό χέ­ρι, τήν πα­ρέ­δω­σε σάν σύ­ζυ­γο στόν Τω­βί­α καί τοῦ εἶ­πε:
-         Ἰ­δού, λά­βε την σάν σύ­ζυ­γο σύμ­φω­να μέ τό νό­μο τοῦ Μω­ϋ­σῆ καί
πή­γαι­νε στόν πα­τέ­ρα σου- καί τό­τε τούς εὐ­λό­γη­σε. Κα­τό­πιν κά­λε­σε τή γυ­ναί­κα του Ἔδ­να, πῆ­ρε χαρ­τί, ἔ­γρα­ψε τό συμ­βό­λαι­ο τοῦ γά­μου καί τό σφρά­γι­σε. Ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε τό φα­γη­τό. Ὁ Ρα­γου­ήλ κά­λε­σε τή γυ­ναί­κα του Ἔδ­να καί τῆς εἶ­πε:
-               Ἀ­δελ­φή, ἑ­τοί­μα­σε τό ἄλ­λο δω­μά­τιο καί ὁ­δή­γη­σέ την ἐ­κεῖ. Ἐ­κεί­νη ἔ­κα­νε ὅ­πως τῆς εἶ­πε καί τήν εἰ­σή­γα­γε ἐ­κεῖ καί αὐ­τή ἄρ­χι­σε νά κλαί­ει. 'Ἡ μη­τέ­ρα συγ­κι­νή­θη­κε μέ τά δά­κρυ­α τῆς κό­ρης της καί τῆς εἶ­πε:
-               Ἔ­χε θάρ­ρος, παι­δί μου, ὁ Κύ­ριος τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καί τῆς γῆς εἴ­θε νά σοῦ δώ­σει χα­ρά ἀν­τί αὐ­τῆς σου τῆς λύ­πης, θάρ­ρος κό­ρη μου!
Ὅ­ταν ἐ­τε­λεί­ω­σε τό φα­γη­τό, ὁ­δή­γη­σαν σ’ αὐ­τήν τόν Τω­βί­α. Ἐ­κεῖ­νος, ὅ­ταν εἰ­σῆλ­θε, θυ­μή­θη­κε τά λό­για τοῦ Ρα­γου­ήλ, πῆ­ρε τό θυ­μι­α­τή­ρι μέ τά κάρ­βου­να, ἔ­βα­λε πά­νω σ’ αὐ­τά τήν καρ­διά τοῦ ψα­ριοῦ καί τό συ­κώ­τι καί βγῆ­κε κα­πνός. Ὅ­ταν τό πο­νη­ρό δαι­μό­νιο ὀ­σφράν­θη­κε τήν ὀ­σμή, ἔ­φυ­γε στά ἀ­νώ­τα­τα μέ­ρη τῆς Αἰ­γύ­πτου καί ὁ ἄγ­γε­λος τό ἔ­δε­σε.
Ὅ­ταν οἱ δύ­ο ἐ­κλεί­σθη­καν στόν νυμ­φι­κό τους κοι­τῶ­να, ὁ Τω­βί­ας ἐ­ση­κώ­θη ἀ­πό τό κρε­βά­τι καί εἶ­πε:
-          Σή­κω ἐ­πά­νω, ἀ­δελ­φή μου, καί ἄς προ­σευ­χη­θοῦ­με νά μᾶς ἐ­λε­ή­σει ὁ Κύ­ριος. Καί ὁ Τω­βί­ας ἄρ­χι­σε νά λέ­ει:
-Δο­ξα­σμέ­νος εἶ­σαι Κύ­ρι­ε, ὁ Θε­ός τῶν πα­τέ­ρων μας
καί εὐ­λο­γη­μέ­νο εἶ­ναι
τό ἅ­γιο καί ἔν­δο­ξο ὄ­νο­μά Σου
εἰς τούς αἰ­ῶ­νας.
Ἄς σέ δο­ξά­ζουν πάν­το­τε οἱ οὐ­ρα­νοί
καί ὅ­λα τά κτί­σμα­τά σου.
Σύ ἔ­πλα­σες τόν Ἀ­δάμ
καί τοῦ ἔ­δω­σες τήν Εὔ­αν γυ­ναί­κα του,
ὡς βο­η­θό καί στή­ριγ­μα.
Ἀ­πό αὐ­τούς ἐ­γεν­νή­θη τό γέ­νος τῶν ἀν­θρώ­πων.
Σύ εἶ­πες· δέν εἶ­ναι κα­λό νά εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος μό­νος·
ἄς κά­νω­με δι’ αὐ­τόν βο­η­θόν ὅ­μοι­ον πρός αὐ­τόν.
Καί τώ­ρα, Κύ­ρι­ε,
λαμ­βά­νω τήν ἀ­δελ­φή μου αὐ­τήν,
ὄ­χι ἐκ πορ­νι­κῶν δι­α­θέ­σε­ων,
ἀλ­λά βά­σει τῆς ἀ­λη­θεί­ας.
Δι­ά­τα­ξε, λοι­πόν, νά εὕ­ρω ἔ­λε­ος
καί νά γη­ρά­σω μα­ζί μέ αὐ­τήν.
Τό­τε ἐ­κεί­νη εἶ­πε μα­ζί μέ αὐ­τόν:
      Ἀ­μήν. Καί ἔ­πε­σαν εἰς τό κρε­βά­τι νά κοι­μη­θοῦν τήν νύ­κτα ἐ­κεί­νην.
Ὁ Ρα­γου­ήλ ση­κώ­θη­κε καί βγῆ­κε ν’ ἀ­νοί­ξει ἕ­να τά­φο, μή­πως καί πε­θά­νει κι αὐ­τός ὁ γαμ­βρός του. Ἐ­πέ­στρε­ψε τό­τε στό σπί­τι του καί εἶ­πε στή γυ­ναί­κα του Ἔδ­να:
-          Στεῖ­λε μιά ἀ­πό τίς δοῦ­λες σου νά δεῖ ἄν ὁ Τω­βί­ας ζεῖ, δι­α­φο­ρε­τι­κά νά τόν θά­ψου­με χω­ρίς νά μά­θει κα­νείς τί­πο­τα. Ἡ δού­λη ἄ­νοι­ξε τήν πόρ­τα καί βρῆ­κε καί τούς δύ­ο νά κοι­μοῦν­ται. Βγῆ­κε καί τούς ἀ­νήγ­γει­λε πώς ζεῖ. Καί ἐ­δό­ξα­σε ὁ Ρα­γου­ήλ τόν Θε­ό λέ­γον­τας:
Δο­ξα­σμέ­νος νά εἶ­σαι Σύ, ὁ Θε­ός
μέ κά­θε δο­ξο­λο­γί­αν κα­θα­ρή καί ἁ­γί­αν.
Ἄς σέ δο­ξο­λο­γοῦν οἱ ἅ­γιοί Σου
καί ὅ­λα τά δη­μι­ουρ­γή­μα­τά Σου
καί ὅ­λοι οἱ ἄγ­γε­λοί Σου
καί οἱ ἐ­κλε­κτοί Σου,
ἄς σέ εὐ­λο­γοῦν εἰς ὅ­λους τούς αἰ­ῶ­νες.
Εὐ­λο­γη­μέ­νος εἶ­σαι, δι­ό­τι ἔ­δω­σες χα­ρά
καί δέν μοῦ συ­νέ­βη αὐ­τό πού ἐ­φο­βό­μουν,
ἀλ­λά ἔ­κα­μες εἰς ἡ­μᾶς
σύμ­φω­να μέ τό μέ­γα Σου ἔ­λε­ος.
Δο­ξα­σμέ­νος νά εἶ­σαι,
δι­ό­τι ἔ­στει­λες τό ἔ­λε­ός Σου εἰς δύ­ο μο­νο­γε­νεῖς.
Κά­με, Δέ­σπο­τα, εἰς αὐ­τούς σύμ­φω­να μέ τό ἔ­λε­ός Σου,
ὁ­λο­κλή­ρω­σε τήν ζω­ήν των
μέ ὑ­γεί­αν καί εὐ­φρο­σύ­νη καί ἔ­λε­ος.
Τό­τε δι­έ­τα­ξε ὁ Ρα­γου­ήλ τούς δού­λους του νά κα­λύ­ψουν πά­λι τόν τά­φο καί ἑ­ώρ­τα­σε τόν γά­μο των δε­κα­τέσ­σε­ρες ἡ­μέ­ρες» (Τω­βίτ 7, 12-8, 19).
Ἡ Σάρ­ρα παν­τρεύ­τη­κε ἑ­πτά φο­ρές. Ὅ­μως οἱ ἑ­πτά πρῶ­τοι σύ­ζυ­γοι δέν εἶ­χαν προ­φα­νῶς το­πο­θε­τή­σει τό συ­ζυ­γι­κό τους δε­σμό μέ­σα στόν πνευ­μα­τι­κό χῶ­ρο τοῦ ἐ­λέ­ους καί τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ, πού με­τα­μορ­φώ­νει καί ζω­ο­ποι­εῖ τά πάν­τα στή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἔ­τσι ὁ συ­ζυ­γι­κός δε­σμός, πού δέν εἶ­χε εὐ­λο­γη­θεῖ ἀ­πό τόν Θε­ό, ὁ­δη­γή­θη­κε στόν θά­να­το καί ἐ­κεῖ­νοι στόν τά­φο. Ἦ­ταν κά­τω ἀ­πό τό κρά­τος τοῦ πο­νη­ροῦ δαί­μο­να, πού ἔ­σπερ­νε τό θά­να­το ἀ­πό τήν πρώ­τη ἀ­κό­μη νύ­χτα τῆς συ­ζυ­γι­κῆς ζω­ῆς, χω­ρίς νά πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ ἡ κοι­νω­νί­α ἀ­νά­με­σα στούς συ­ζύ­γους ἔ­στω καί στό κα­θα­ρό σαρ­κι­κό ἐ­πί­πε­δο.
Ὁ γά­μος ὅ­μως τοῦ Τω­βί­α το­πο­θε­τή­θη­κε ἀ­πό τήν ἀρ­χή σέ δι­α­φο­ρε­τι­κό πνευ­μα­τι­κό χῶ­ρο. Οἱ γο­νεῖς τῆς Σάρ­ρας καί ὁ ἴ­διος ὁ νε­α­ρός σύ­ζυ­γος ἐ­ξάρ­τη­σαν τήν ἐκ­πλή­ρω­ση τοῦ σκο­ποῦ τοῦ γά­μου ἀ­πό τό ἔ­λε­ος καί τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Τω­βί­ας βλέ­πει ὡς βα­σι­κό σκο­πό τοῦ γά­μου του μέ τή Σάρ­ρα τήν κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης («ἐ­πί­τα­ξον ἐ­λε­ῆ­σαι με καί αὐ­τῇ συγ­κα­τα­γη­ρᾶ­σαι») καί τήν δό­ξα τοῦ Θε­οῦ. Καί ἡ νε­α­ρή σύ­ζυ­γος συ­νυ­πο­γρά­φει τή βα­θιά αὐ­τή ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ συ­ζύ­γου της μέ τό δι­κό της «Ἀ­μήν». Γι’ αὐ­τό τό λό­γο τό πο­νη­ρό πνεῦ­μα δέν ἔ­χει πιά θέ­ση μέ­σα στή νε­α­ρή ἐ­κεί­νη κό­ρη.
Γε­μά­­τος εὐ­γνω­μο­σύ­νη ὁ Ρα­γου­ήλ δο­ξο­λο­γεῖ τόν Θε­ό, ἐμ­πι­στεύ­ε­ται τό νε­α­ρό ζευ­γά­ρι στήν ἀ­γά­πη Του καί τόν πα­ρα­κα­λεῖ νά ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τή ζω­ή τους μέ ὑ­γεί­α καί εὐ­φρο­σύ­νη καί ἔ­λε­ος· δί­νει ἐν­το­λή νά κα­λύ­ψουν τόν ἀ­νοι­κτό τά­φο καί γι­ορ­τά­ζει τό γε­γο­νός ἐ­πί δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες.
«Πα­ρά Κυ­ρί­ου ἁρ­μό­ζε­ται γυ­νή ἀν­δρί»· καί αὐ­τός εἶ­ναι πλέ­ον γά­μος «ἐν Κυ­ρί­ῳ» καί ἴ­χι σύμ­φω­να μέ τήν ἐ­πι­θυ­μί­α! (Α’ Κορ. ζ’ 39).

Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος κά­νει λό­γο γιά γά­μον «ἐν Κυ­ρί­ῳ» (Α’ Κορ. ζ’ 39) καί ἐν­νο­εῖ μ’ αὐ­τό τήν πρόσ­λη­ψη τοῦ δε­σμοῦ αὐ­τοῦ «εἰς Χρι­στόν καί εἰς τήν Ἐκ­κλη­σί­αν» ( Ἐ­φεσ. ε’ 33). Ἡ θέ­ση αὐ­τή μᾶς βο­η­θεῖ νά κα­τα­νο­ή­σου­με για­τί στήν ἀρ­χαί­α Ἐκ­κλη­σί­α ἡ ἱ­ε­ρουρ­γί­α τοῦ γά­μου συ­νε­δέ­ε­το μέ τήν τέ­λε­ση τῆς θεί­ας εὐ­χα­ρι­στί­ας. Τό ἴ­διο γε­γο­νός προ­ει­κο­νί­ζε­ται μέ τή συμ­με­το­χή τοῦ Χρι­στοῦ στό γά­μο τῆς Κα­νᾶ.
Ὁ Χρι­στός προ­σῆλ­θε στήν Κα­νᾶ καί συμ­βό­λι­σε αὐ­τή τή σχέ­ση μ’ ἕ­να θαῦ­μα- μέ τή με­τα­βο­λή τοῦ νε­ροῦ σέ κρα­σί. Ἔ­τσι ὁ Χρι­στός δέν πα­ρα­δέ­χθη­κε ἁ­πλῶς ὁ­λό­κλη­ρη τή χα­ρά τοῦ γά­μου, δέν εὐ­λό­γη­σε μό­νο ὁ­λό­κλη­ρη τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ γά­μου, ἀλ­λά ἀ­πό ἐ­κεί­νη τή στιγ­μή ἐ­συμ­βό­λι­σε τή θεί­α εὐ­χα­ρι­στί­α, τή με­τα­βο­λή τοῦ οἴ­νου σέ αἷ­μα Του καί τοῦ ἄρ­του σέ σῶ­μα Του, τήν πρόσ­λη­ψη καί τή με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ συ­ζυ­γι­κοῦ δε­σμοῦ μέ­σα στό ἴ­διο τό Σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού εἶ­ναι δι­κό Του Σῶ­μα.
Ἡ δι­δα­χή αὐ­τή εἶ­ναι πα­τε­ρι­κή. Ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος λέ­γει πώς «ὅ­ταν ὁ σύ­ζυ­γος καί ἡ σύ­ζυ­γος ἑ­νοῦν­ται διά τοῦ γά­μου, δέν φαί­νον­ται πλέ­ον σάν κά­τι γή­ι­νο, ἀλ­λά σάν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ αὐ­τοῦ τοῦ ἴ­διου». Σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο, ὁ ἴ­διος πα­τέ­ρας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, χα­ρα­κτη­ρί­ζει τό χρι­στι­α­νι­κό γά­μο ὡς «μι­κρή Ἐκ­κλη­σί­α».
Ὅ­ταν ὁ γά­μος ἱ­ε­ρουρ­γεῖ­ται, ὁ Χρι­στός εἶ­ναι πα­ρόν καί ἁ­γιά­ζει αὐ­τόν τόν δε­σμό πού πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται στό ὄ­νο­μά Του (Ματθ. ι­η’ 20). Γι’ αὐ­τό καί ἕ­νας σύγ­χρο­νος θε­ο­λό­γος δι­α­κη­ρύτ­τει πώς στό χρι­στι­α­νι­κό γά­μο «παν­τρεύ­ον­ται» τρεῖς, οἱ σύ­ζυ­γοι με­τα­ξύ των καί μέ τόν Χρι­στό.
Ἡ ἱ­ε­ρουρ­γί­α τοῦ γά­μου δέν εἶ­ναι με­τα­γε­νέ­στε­ρη πα­ρά­δο­ση ἀλ­λά ἀ­νά­γε­ται στήν ἀ­πο­στο­λι­κή ἐ­πο­χή. Ἤ­δη ὁ ἅ­γιος Ἰ­γνά­τιος ὁ Ἀν­τι­ό­χειας († 110) προ­τρέ­πει τούς ἄν­δρες καί τίς γυ­ναῖ­κες «με­τά γνώ­μης τοῦ ἐ­πι­σκό­που τήν ἕ­νω­σιν ποι­εῖ­σθαι, ἵ­να ὁ γά­μος ᾖ κα­τά Κύ­ριον, καί μή κα­τ’ ἐ­πι­θυ­μί­αν. Πάν­τα εἰς τι­μήν Θε­οῦ γι­νέ­σθω».
Ἡ ἱ­ε­ρή ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ γά­μου εἶ­ναι γε­μά­τη συμ­βο­λι­σμούς. Ὑ­πο­γραμ­μί­ζε­ται ὁ σκο­πός τοῦ γά­μου, ἡ ὑ­πέρ­βα­ση δη­λα­δη τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας καί ἡ πλη­ρό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης, πού ἀρ­χί­ζει μέ τή συ­ζυ­γι­κή ἀ­γά­πη καί ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται στή Βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν.
Ἡ ἀν­ταλ­λα­γή τῶν δα­κτυ­λί­ων ση­μαί­νει τήν ἀ­μοι­βαι­ό­τη­τα και τήν ἀλ­λη­λε­ξάρ­τη­ση, τό κοι­νό πο­τή­ριο ση­μαί­νει τήν πλή­ρη κοι­νω­νί­α ζω­ῆς, πού ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται μέ τή συμ­με­το­χή στή θεί­α εὐ­χα­ρι­στί­α, μέ τήν κοι­νω­νί­α «τῶν ψυ­χῶν καί τῶν σω­μά­των», κά­τω ἀ­πό τήν προ­στα­τευ­τι­κή ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ.
Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας χρη­σι­μο­ποι­εῖ κα­τά τήν τέ­λε­ση τοῦ γά­μου καί στέ­φα­να. Γνω­ρί­ζου­με πώς τά στέ­φα­να ἀ­νή­κουν στούς μάρ­τυ­ρες καί στούς ἁ­γί­ους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Γι’ αὐ­τό καί στίς εἰ­κό­νες τῶν ἁ­γί­ων ζω­γρα­φί­ζε­ται φω­το­στέ­φα­νο. Ὅ­μως ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας στε­φα­νώ­νει καί τούς νε­ονύμ­φους κα­τά τήν ἱ­ε­ρή ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ γά­μου. Ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος αἰ­τι­ο­λο­γεῖ: «Ἐ­πει­δή ἀ­ήτ­τη­τοι γε­νό­με­νοι, οὕ­τω προ­σέρ­χον­ται τῇ εὐ­χῇ, ὅ­τι μή κα­τη­γω­νί­σθη­σαν ὑ­πό τῆς ἡ­δο­νῆς».
Ὅ­πως δη­λα­δή ἕ­νας μάρ­τυ­ρας τῆς πί­στης, πού ἀ­γω­νί­σθη­κε μέ­χρι τέ­λους τῆς ζω­ῆς του νι­κη­φό­ρα, στε­φα­νώ­νε­ται, ἔ­τσι καί οἱ νε­ό­νυμ­φοι, πού εἰ­σέρ­χον­ται στόν ἱ­ε­ρό δε­σμό τοῦ γά­μου μέ ἁ­γνό­τη­τα καί κα­θα­ρό­τη­τα, λαμ­βά­νουν στε­φά­νους. Μπαί­νουν σέ ἕ­να νέ­ο στά­διο ἀ­γώ­νων, στήν πνευ­μα­τι­κή πα­λαί­στρα τῶν μαρ­τύ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Γι’ αὐ­τό καί ὅ­ταν βα­δί­ζουν σέ σχῆ­μα κύ­κλου γύ­ρω ἀ­πό τό τρα­πε­ζί­διο, πι­α­σμέ­νοι ἀ­πό τό χέ­ρι, συ­νο­δευ­ό­με­νοι ἀ­πό τόν ι­ε­ρέ­α πού κρα­τά­ει τό εὐ­αγ­γέ­λιο, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τούς ἁ­γί­ους μάρ­τυ­ρες:
 «Ἅ­γιοι μάρ­τυ­ρες, οἱ κα­λῶς ἀ­θλή­σαν­τες καί στε­φα­νω­θέν­τες...»· «δό­ξα Σοι Χρι­στέ ὁ Θε­ός... μαρ­τύ­ρων ἀ­γαλ­λί­α­μα...».
Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α στε­φα­νώ­νει τούς νε­ο­νύμ­φους καί προ­χω­ρεῖ σέ πρά­ξη πε­ρισ­σό­τε­ρο συγ­κι­νη­τι­κή: Εὔ­χε­ται νά «ἀ­να­λά­βει» ὁ Θε­ός «τούς στε­φά­νους αὐ­τῶν» στή Βα­σι­λεί­α Του «ἀ­σπί­λους καί ἀ­μώ­μους καί ἀ­νε­πι­βου­λεύ­τους δι­α­τη­ρῶν αὐ­τούς εἰς τούς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων» καί νά στε­φα­νώ­σει αὐ­τούς «μέ δό­ξα καί τι­μή».
Μί­α ἄλ­λη συγ­κι­νη­τι­κή εὐ­χή τοῦ γά­μου εἶ­ναι:
«Ὁ Θε­ός, ὁ Θε­ός ἡ­μῶν, ὁ πα­ρα­γε­νό­με­νος ἐν Κα­νᾷ τῆς Γα­λι­λαί­ας, καί τόν ἐ­κεῖ­σε γά­μον εὐ­λο­γή­σας, εὐ­λό­γη­σον καί τούς δού­λους σου τού­τους, τούς τῇ σῇ προ­νοί­ᾳ πρός γά­μου κοι­νω­νί­αν συ­να­φθέν­τας. Εὐ­λό­γη­σον αὐ­τῶν εἰ­σό­δους καί ἐ­ξό­δους· πλή­θυ­νον ἐν ἀ­γα­θοῖς τήν ζω­ήν αὐ­τα­ῶν· ἀ­νά­λα­βε τούς στε­φά­νους αὐ­τῶν ἐν τῇ Βα­σι­λεί­ᾳ σου, ἀ­σπί­λους καί ἀ­μώ­μους καί ἀ­νε­πι­βου­λεύ­τους δι­α­τη­ρῶν εἰς τούς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων».
Ὁ Χρι­στι­α­νι­κός γά­μος δέν ἀ­πο­τε­λεῖ ἰ­δι­ω­τι­κή ὑ­πό­θε­ση τῶν συ­ζύ­γων, για­τί ὁ χρι­στι­α­νι­κός γά­μος δέν ἀλ­λά­ζει ἁ­πλῶς τή θέ­ση τῶν συ­ζύ­γων μέ­σα στήν κοι­νω­νί­α, ἀλ­λά δη­μι­ουρ­γεῖ νέ­α κα­τά­στα­ση μέ­σα στό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Γιά τήν το­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α στήν ὁ­ποί­α ἀ­νή­κουν οἱ σύ­ζυ­γοι, αὐ­τοί δέν εἶ­ναι πλέ­ον δύ­ο με­μο­νω­μέ­να ἄ­το­μα· κα­λοῦν­ται νά ζή­σουν τήν πλη­ρό­τη­τα τῆς συ­ζυ­γι­κῆς ἀ­γά­πης «ἐν Κυ­ρί­ῳ» καί ὀ­φεί­λουν νά ἐκ­φρά­σουν τόν δε­σμό αὐ­τό καί μέ τήν ζω­ή των μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Γι’ αὐ­τό τό λό­γο ὁ γά­μος ἀ­πο­τε­λεῖ γε­γο­νός τῆς ζω­ῆς τῆς ἐ­νο­ρί­ας καί ὀ­φεί­λει νά τε­λεῖ­ται στήν ἴ­δια τήν ἐ­νο­ρί­α καί ὄ­χι μα­κριά ἀ­πό αὐ­τή.
Ἀ­πό ὅ­σα ἀ­να­φέ­ρα­με ἐ­ξά­γε­ται πώς ὁ γά­μος εἶ­ναι ἱ­ε­ρό μυ­στή­ριο καί δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ- εἶ­ναι ἕ­να χά­ρι­σμα πού ὁ Θε­ός δί­δει στόν ἄν­θρω­πο (πρβλ. Α’ Κορ. ζ’ 7).

στ) Τό δι­α­ζύ­γιο
Ὅ­σα ἐ­λέ­χθη­σαν γιά τό σκο­πό τοῦ γά­μου φα­νε­ρώ­νουν πώς τό δι­α­ζύ­γιο καί κά­θε χω­ρι­σμός, ἔ­ξω ἀ­πό τόν θά­να­το, εἶ­ναι δι­χο­τό­μη­ση καί ἀ­κρω­τη­ρια­σμός τοῦ ἑ­νός σώ­μα­τος, τῆς «μιᾶς σάρ­κας» τῶν δύ­ο συ­ζύ­γων.
Ἄν ὁ ἄν­δρας εἶ­ναι «κε­φα­λή τῆς γυ­ναι­κός» (Ἐ­φεσ. ε’ 23), τό­τε ὀ­φεί­λει νά «θε­ρα­πεύ­ει τό σῶ­μα», λέ­γει ὁ Χρυ­σό­στο­μος, «κα­θ’ ὅ­σον εἰς τό σῶ­μα μας, καί ἄν ἀ­κό­μη ἔ­χει ἀ­να­ρίθ­μη­τα τραύ­μα­τα, δέν ἀ­πο­κό­πτο­με τήν κε­φα­λή. Μή ἀ­πορ­ρί­ψεις λοι­πόν οὔ­τε τή γυ­ναί­κα σου, δι­ό­τι ἐ­πέ­χει θέ­ση σώ­μα­τός μας ἡ γυ­ναί­κα. Δι’ αὐ­τό καί ὁ μα­κά­ριος Παῦ­λος ἔ­λε­γε- “οἱ ἄν­δρες ἔ­τσι πρέ­πει νά ἀ­γα­ποῦν τάς γυ­ναί­κας των, ὅ­πως τά σώ­μα­τά των”» (Ἐ­φεσ. ε’ 28). Σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο, ὁ ἴ­διος πα­τέ­ρας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀ­να­φε­ρό­με­νος στή «μί­α σάρ­κα» τῶν συ­ζύ­γων προ­σθέ­τει:
«Ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς λοι­πόν εἶ­ναι βδε­λυ­ρό πράγ­μα νά κό­πτει κα­νείς τή σάρ­κα, ἔ­τσι εἶ­ναι πα­ρά­νο­μο καί τό νά χω­ρί­σει κα­νείς τή γυ­ναί­κα του». Τό δι­α­ζύ­γιο, λέ­γει, εἶ­ναι ἀν­τί­θε­το καί πρός τή φύ­ση καί πρός τό νό­μο τοῦ Θε­οῦ. «Εἶ­ναι ἀν­τί­θε­το πρός τή φύ­ση δι­ό­τι ἀ­πο­κό­πτε­ται μί­α σάρ­κα, ἀν­τί­θε­το δέ πρός τόν νό­μο, δι­ό­τι ὁ Θε­ός τούς συ­νέ­νω­σε καί πρό­στα­ξε νά μή χω­ρί­ζουν».
Τό δι­α­ζύ­γιο εἶ­ναι δυ­να­τό μό­νο σέ πε­ρί­πτω­ση μοι­χεί­ας· «ὅ­ποι­ος χω­ρί­σει τή σύ­ζυ­γό του χω­ρίς νά ὑ­πάρ­χει πορ­νεί­α, αὐ­τός τήν ἀ­ναγ­κά­ζει νά δι­α­πρά­ξει μοι­χεί­α καί ὅ­ποι­ος νυμ­φευ­θεῖ μί­α χω­ρι­σμέ­νη δι­α­πράτ­τει μοι­χεί­α»· «πόρ­νους καί μοι­χούς θά κρί­νει ὁ Θε­ός» (Ματθ. ε’ 32, ι­θ’ 9. Λουκ. ι­στ’ 18. Ἑ­βρ. ι­γ’ 4).
Οἱ πι­στοί χρι­στια­νοί δέν παίρ­νουν δι­α­ζύ­γιο γιά ἄλ­λο λό­γο. Ἐ­άν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­νέ­χε­ται τό δι­α­ζύ­γιο, ὅ­πως καί τό δεύ­τε­ρο γά­μο, τοῦ­το κά­μνει γιά νά ἀ­πο­φευ­χθοῦν με­γα­λύ­τε­ρα κα­κά. Δέν τό δι­δά­σκει, οὔ­τε τό προ­τρέ­πει!
Κλεί­νον­τας πα­ρα­τη­ροῦ­με πώς ύ­πάρ­χουν δύ­ο εἰ­δῶν γά­μοι· ὁ γά­μος «κα­τά Κύ­ριον» καί ὁ γά­μος «κα­τ’ ἐ­πι­θυ­μί­αν» (Ἅγ. Ἰ­γνά­τιος). Ὁ πρῶ­τος ἀ­πο­τε­λεῖ ἱ­ε­ρό μυ­στή­ριο, ὁ δεύ­τε­ρος συ­νι­στᾶ φυ­σι­κή ἕ­νω­ση δύ­ο ἀν­θρώ­πων δι­α­φο­ρε­τι­κοῦ φύ­λου.
Ὁ Χρι­στι­α­νι­κός γά­μος εὐ­λο­γεῖ­ται ἀ­πό τόν Θε­ό καί  προσ­λαμ­βά­νε­ται στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Τό πρῶ­το του νό­η­μα καί ὁ τε­λι­κός σκο­πός του εἶ­ναι ἡ πλη­ρό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης τῶν συ­ζύ­γων, ἡ ὁ­ποί­α δέν στα­μα­τᾶ μέ τόν θά­να­το ἀλ­λά εἰ­σέρ­χε­ται στήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Ἀν­τί­θε­τα ὁ γά­μος ἐ­κτός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­να­φέ­ρε­ται στό νό­μο τῆς φύ­σης καί μά­λι­στα στήν κα­τά­στα­ση τῆς πτώ­σης καί τῆς φθο­ρᾶς. Ἀ­κό­μη καί ἄν ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ πρα­κτι­κούς ἤ κοι­νω­νι­κούς σκο­πούς, ὅ­πως εἶ­ναι τό δη­μο­γρα­φι­κό πρό­βλη­μα, δέν κα­τορ­θώ­νει νά ξε­πε­ρά­σει τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ θα­νά­του- δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­τε­λέ­σει ἱ­ε­ρό μυ­στή­ριο.
«Ἅ δέ κα­τά σάρ­κα πράσ­σε­τε, ταῦ­τα πνευ­μα­τι­κά εἰ­σιν- ἐν γάρ Χρι­στῷ πάν­τα πράσ­σε­τε», λέ­γει ὁ ἅ­γιος Ἰ­γνά­τιος καί χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὁ­λό­κλη­ρη τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ συ­ζυ­γι­κοῦ δε­σμοῦ, πού ἔ­χει προσ­λη­φθεῖ στήν Ἐκ­κλη­σί­α σάν πνευ­μα­τι­κή, ἀ­κό­μη καί τή σαρ­κι­κή ἕ­νω­ση.
Αὐ­τό τό βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα τοῦ γά­μου, πού ξε­περ­νά­ει τήν ἐν­δο­κο­σμι­κό­τη­τα καί ὑ­πη­ρε­τεῖ τό σχέ­διο τῆς σω­τη­ρί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που, μᾶς βο­η­θεῖ νά κα­τα­νο­ή­σου­με για­τί ἕ­νας συ­νει­δη­τός χρι­στια­νός ἀ­πορ­ρί­πτει ἀ­πό τή ζω­ή του τό δι­α­ζύ­γιο. Εἶ­ναι δι­χο­τό­μη­ση καί ἀ­κρω­τη­ρια­σμός τῆς «μιᾶς σάρ­κας» καί ἀ­κύ­ρω­ση τοῦ νο­ή­μα­τος τοῦ γά­μου.


Share:

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Η φωτογραφία μου
Για την προστασία του ελληνορθόδοξου πολιτισμού της οικογενείας της νεολαίας και του πολίτη.

Translate

Από το Blogger.

Follow by Email

Ετικέτες

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΑΙΔ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΏΤΟΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΟΜΙΛΙΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΣΟΦΙΑ ΑΠOKPYΦIΣMOΣ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΑ ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ ΑΡΧΙΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΜΥΡΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΑΪΔΩΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΑNTIAIPETIKO ΣEMINAPIO ΒΙΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΓΙΟΓΚΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ ΕΤΕΡΟΘΡΗΣΚΟΙ ΘΕΟΣΟΦΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΡΙΔΟΛΟΓΙΑ ΙΣΛΑΜ ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΙΩΝΗ Κ. ΒΑΪΟΣ ΠΡΑΝΤΖΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗ ΚΩΝΣΤ. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΟΓΟΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΣΜΟΣ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΝΕΟΓNΩΣTIKIΣMOΣ ΝΕΟEIΔΩΛOΛATPEIA ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ Π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΙΔΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΠΑΤΕΡ ΙΩΣΗΦ ΒΙΓΛΙΩΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΚΟΠΙΑ ΠΙΣΤΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΟΜΙΛΙΩΝ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣΥΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΡΩΤ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ ΡΕΦΛΕΞΟΛΟΓΙΑ ΣΑΤΑΝΙΣΜΟΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΣΚΟΠΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΧΙΣΜΑ ΤΡΙΤΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΦΥΛΟ ΧΙΛΙΑΣΤΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΨΕΥΔΟ-ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ ΨΗΦΙΣΜΑ ΨEYΔOΠPOΦHTEΣ ΨEYTOMEΣΣIEΣ

Ετικέτες

Προτεινόμενη ανάρτηση

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΓΙΟΓΚΑ

ΤΕΤΑΡΤΗ 19 ΙΟΥΝΙΟΥ 2019 ΘΕΑΤΡΟ ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΗΣ 1 Ομιλητές: •π. Αντώνιος Στυλιανάκης,      Παιδοψυχιάτρος •κ. Κωνσταντ...

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *