Όριο Πίστεως


ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ - Η Α­ΛΗ­ΘΕΙΑ Γ’ - π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου



Θέ­μα­τα Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως ἀ­πό τό βι­βλί­ο «Η ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΙΑ ΜΑΣ», τοῦ ἀ­ει­μνή­στου π. Ἀν­τω­νί­ου Ἀ­λε­βι­ζό­που­λου συγ­χρό­νου ὁ­μο­λο­γη­τοῦ, ἱ­δρυ­τοῦ τῆς ἀν­τι­αι­ρε­τι­κῆς ἄ­μυ­νας τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας μας, πού ἀ­πο­τε­λεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη δογ­μα­τι­κή ἀν­τι­αι­ρε­τι­κή ἀ­σπί­δα.

Ἡ γνώ­ση τῆς ἀ­κρι­βοῦς Ὀρ­θο­δό­ξου Πί­στε­ως εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση γιά τήν κα­τάρ­τι­ση τῶν στε­λε­χῶν τοῦ ἀν­τι­αι­ρε­τι­κοῦ ἔρ­γου καί γιά τήν σί­γου­ρη καί ἔγ­κυ­ρη βο­ή­θεια στά θύ­μα­τα καί τούς συγ­γε­νεῖς τους.


1. Η ΑΛΗΘΕΙΑ Γ’

στ) Γνώ­ση τῶν  Θεί­ων ἐ­νερ­γει­ῶν

Ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπο­ρεῖ νά γνω­ρί­σει ἐ­κεῖ­νο πού χα­ρα­κτη­ρί­ζει τή Θεί­α ὕ­παρ­ξη καί τήν ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πό τά κτί­στα δη­μι­ουρ­γή­μα­τα· δέν μπο­ρεῖ δη­λα­δή νά γνω­ρί­σει τήν οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Μωϋσῆς, ὁ ἁ­γνός δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ ἀ­παι­τεῖ: «Ἐ­άν λοι­πόν βρῆ­κα χά­ρη ἐ­νώ­πιόν Σου, φα­νέ­ρω­σέ μου τόν ἑ­αυ­τό Σου καί νά πει­σθῶ πώς βρῆ­κα χά­ρη ἐ­νώ­πιόν Σου καί πώς εἶ­ναι ὁ λα­ός Σου τό με­γά­λο αὐ­τό ἔ­θνος» (Ἐξ. λγ' 13). Ὅ­μως ὁ Κύ­ριος τοῦ ἀ­παν­τᾶ: «δέν θά μπο­ρέ­σεις νά δεῖς τό πρό­σω­πο μου· για­τί δέν μπο­ρεῖ ὁ ἄν­θρω­πος νά δεῖ τό πρό­σω­πό μου καί νά ζή­σει» (Ἐξ. λγ' 20).
Ἡ Οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἀ­πρό­σι­τη καί ἀ­κοι­νώ­νη­τη· ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπο­ρεῖ νά προ­σεγ­γί­σει τήν Οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ, οὔ­τε μπο­ρεῖ νά ἑ­νω­θεῖ μέ Αὐ­τήν. Ὁ Υἱ­ός καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα εἶ­ναι τά μό­να πρό­σω­πα πού γνω­ρί­ζουν τήν Οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ (Μάτθ. ι­α' 27. Ἰ­ω. α' 18. Α' Κορ. β' 10), εἶ­ναι κοι­νω­νοί τῆς Θεί­ας Οὐ­σί­ας, ἔ­χουν θε­ϊ­κή φύ­ση, χω­ρίς ὅ­μως νά ἀ­πο­τε­λοῦν «ἄλ­λους Θε­ούς», για­τί πρό­κει­ται γιά τόν ἐ­νυ­πό­στα­το Λό­γο καί τό ἐ­νυ­πό­στα­το Πνεῦ­μα τοῦ Ἑ­νός καί Μο­να­δι­κοῦ Θε­οῦ!
Ἀλ­λά ὁ ἀ­πρό­σι­τος καί ἀ­κοι­νώ­νη­τος κα­τά τήν οὐ­σί­α Θε­ός δέν μέ­νει ἀ­νε­νέρ­γη­τος· ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­γα­πᾶ, τό­τε ὁ Θε­ός ἀ­παν­τᾶ στήν ἀ­γά­πη τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τήν δι­κή Του ἀ­γά­πη (Ἰ­ω. ι­δ' 23)· «τόν Θε­ό δέν Τόν ἔ­χει δεῖ κα­νείς· ἐ­άν ἀ­γα­ποῦ­με ἀλ­λή­λους, ὁ Θε­ός μέ­νει μέ­σα μας καί ἡ ἀ­γά­πη Του ἔ­χει γί­νει τέ­λεια μέ­σα μας. Μέ τοῦ­το γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι μέ­νου­με “ἐν αὐ­τῷ” καί Αὐ­τός “ἐν ἡ­μῖν”, για­τί μᾶς ἔ­δω­κε ἀ­πό τό Πνεῦ­μα Του» (Α' Ἰ­ω. δ' 12-13).
Ἡ ἀ­γα­πη­τι­κή αὐ­τή κί­νη­ση τοῦ Θε­οῦ δέν εἶ­ναι κά­τι ἔ­ξω ἀ­πό τήν οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ· εἶ­ναι ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τῆς Θεί­ας φύ­σης καί πραγ­μα­τι­κή κοι­νω­νί­α τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν Θε­ό, κα­τά τήν ὁ­ποί­α ὁ ἄν­θρω­πος γί­νε­ται «κα­τοι­κη­τή­ριο τοῦ Θε­οῦ» (Ἐ­φεσ. β' 22. Πρβλ. Α' Κορ. γ' 16-17).
«Ἡ Θεί­α δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ μᾶς δω­ρη­σε ὅ­σα συν­τε­λοῦν στή ζω­ή καί στήν εὐ­σέ­βεια διά τῆς ἐ­πί­γνω­σης Ἐ­κεί­νου πού μᾶς κά­λε­σε μέ τή δι­κή Του δό­ξα καί δύ­να­μη. Δι’ αὐ­τῶν μᾶς ἐ­δώ­ρι­σε τίς πο­λύ­τι­μες καί μέ­γι­στες ὑ­πο­σχέ­σεις, ὥ­στε νά ἀ­πο­φεύ­γε­τε μέ αὐ­τές τήν δι­α­φθο­ρά πού ὑ­πάρ­χει στόν κό­σμο λό­γῳ τῶν κα­κῶν ἐ­πι­θυ­μι­ῶν καί νά γί­νε­τε κοι­νω­νοί θεί­ας φύ­σης» (Β' Πε­τρ. α' 3-4).
«Τό κτι­στό ὄν κοι­νω­νεῖ κα­τά τή δω­ρε­ά τῆς εὐ­δο­κί­ας μέ τήν ἄ­κτι­στη ἄ­ναρ­χη Ὕ­παρ­ξη.­.. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τό αὐ­τό; Εἶ­ναι τό­σο ἀ­νε­ξή­γη­το, ὅ­σο ἀ­κα­τά­λη­πτο καί ἀ­νε­ξι­χνί­α­στο εἶ­ναι τό μυ­στή­ριο τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ κό­σμου “ἐκ τοῦ μη­δε­νός”. Κι ὅ­μως εἶ­ναι τέ­τοι­α ἡ εὐ­δο­κί­α τοῦ οὐ­ρα­νί­ου Πα­τρός, ὥ­στε ὁ κτι­σθεῖς “κα­τ’ εἰ­κό­να καί κα­θ’ ὁ­μοί­ω­ση”, εἶ­ναι προι­κι­σμέ­νος μέ τήν ἱ­κα­νό­τη­τα νά δε­χθεῖ τήν θέ­ω­ση, νά γί­νει δη­λα­δή κοι­νω­νός τῆς θεί­ας ζω­ῆς, νά λά­θει τό θεῖ­ο τρό­πο ὑ­πάρ­ξε­ως, νά γί­νει Θε­ός κα­τά χά­ρη» (Γέ­ρον­τας Σω­φρό­νιος).
Αὐ­τό πού ἀγ­γί­ζει τόν ἄν­θρω­πο δέν εἶ­ναι κά­τι τό κτι­στό· πρό­κει­ται πράγ­μα­τι γιά Θε­ό-κοι­νω­νί­α, για­τί ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τήν ἴ­δια τή φύ­ση τοῦ Θε­οῦ· εἶ­ναι ἄ­κτι­στη!
Ἡ δι­ά­κρι­ση με­τα­ξύ τῆς οὐ­σί­ας καί τῶν ἐ­νερ­γει­ῶν τοῦ Θε­οῦ καί ἡ πα­ρα­δο­χή ὅ­τι δέν πρό­κει­ται γιά κά­τι πού προ­έρ­χε­ται ἔ­ξω ἀ­πό τή φύ­ση τοῦ Θε­οῦ (κτι­στό), ἀλ­λά γιά τήν ἐ­νέρ­γεια τῆς θεί­ας φύ­σης, κά­νει δυ­να­τή αὐ­τή τή Θε­ο­κοι­νω­νί­α, ἀ­νοί­γει δη­λα­δή τό δρό­μο γιά τή σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που.
Ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπο­ρεῖ νά γνω­ρί­σει τήν Οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ· ὅ­μως ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, δη­λα­δή οἱ θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες, πού εἶ­ναι ὄ­χι κτι­στές, ἀλ­λά ἄ­κτι­στες καί ἀ­χώ­ρι­στες ἀ­πό τήν Οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ, φθά­νουν μέ­χρι τόν ἄν­θρω­πο καί τόν με­τα­βάλ­λουν σέ «κα­τοι­κη­τή­ριον τοῦ Θε­οῦ» (Ἐ­φεσ. β' 22), σέ «κοι­νω­νόν Θεί­ας φύ­σε­ως» (Β' Πε­τρ. α' 4).
Εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­το πώς ἡ φα­νέ­ρω­ση τῆς θεί­ας Οὐ­σί­ας μέ τίς θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες δέν ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τήν ὕ­παρ­ξη ἤ ὄ­χι τοῦ κό­σμου. Γι’ αὐ­τό ἄλ­λω­στε λε­μέ πώς οἱ θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες εἶ­ναι ἄ­κτι­στες καί αἰ­ώ­νι­ες, ὅ­πως εἶ­ναι ἄ­κτι­στος καί αἰ­ώ­νιος ἡ δό­ξα τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ.
Μέ αὐ­τό τόν τρό­πο τό μή­νυ­μα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας εἶ­ναι μή­νυ­μα ἐλ­πί­δας καί ζω­ῆς γιά τόν ἄν­θρω­πο. Ὁ κτι­στός ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νά «γνω­ρί­σει» τόν Θε­ό, ὄ­χι μέ βά­ση τήν Οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά μέ βά­ση τή χά­ρη, δη­λα­δή μέ τίς ἄ­κτι­στες καί αἰ­ώ­νι­ες θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τή ἡ θε­ο­γνω­σί­α, δέν εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα λει­τουρ­γί­ας κά­ποι­ων τυ­φλῶν νό­μων εἶ­ναι καρ­πός τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τοῦ Θε­οῦ καί ἀ­πο­τε­λεῖ τήν ἐγ­γύ­η­ση γιά τή δι­α­τή­ρη­ση τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου προ­σώ­που, πού δέν συγ­χω­νεύ­ε­ται σέ μί­α ἑ­νό­τη­τα οὐ­σί­ας μέ τόν Θε­ό, δέν ἀ­πορ­ρο­φᾶ­ται ἀ­πό μί­α «Συμ­παν­τι­κή Ὑ­περ­συ­νει­δη­τό­τη­τα», ὅ­πως κη­ρύτ­τει ὁ ἀ­πο­κρυ­φι­σμός σέ ὅ­λες τίς μορ­φές του. Ταυ­τό­χρο­να ὅ­μως, ἡ με­το­χή τοῦ ἀν­θρώ­που στίς Θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες ἐγ­γυᾶ­ται τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς σω­τη­ρί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που, για­τί ἀ­πο­τε­λεῖ κοι­νω­νί­α ἄ­κτι­στης καί ὄ­χι κτι­στῆς μορ­φῆς.

1) «Θε­ο­φά­νει­ες»
Οἱ ἄ­κτι­στες θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες δέν ἐ­πι­φέ­ρουν καμ­μί­α ἀλ­λα­γή στή θεί­α ζω­ή. Ὑ­πο­γραμ­μί­ζου­με καί πά­λι ὅ­τι εἶ­ναι καρ­πός τῆς θεί­ας βου­λή­σε­ως καί ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ· ὄ­χι εἶ­δος τυ­φλῶν δυ­νά­με­ων. Μέ αὐ­τές τίς θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες ὁ Θε­ός μέ­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­τος, χω­ρίς «πα­ραλ­λα­γή ἤ τρο­πῆς ἀ­πο­σκί­α­σμα» (Ἰ­ακ. α­' 17. Πρβλ. Ψαλμ. ρα΄ 28), ὅ­μως ἡ Δό­ξα Του πλη­ροῖ καί ζω­ο­γό­νει τόν ἄν­θρω­πο καί ὁ­λό­κλη­ρη τή δη­μι­ουρ­γί­α (Ἠσ. στ' 3).
Στήν Ἁ­γί­α Γρα­φή βλέ­που­με δι­ά­φο­ρες «Θε­ο­φά­νει­ες»· μί­α ἀ­π’ αὐ­τές δέ­χθη­κε ὁ Μωϋσῆς, πού βρῆ­κε πράγ­μα­τι χά­ρη ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­μως στήν πα­ρά­κλη­ση νά τοῦ δο­θῆ ἀ­πό­δει­ξη τῆς Θεί­ας ἀ­γά­πης πρός τόν ἐ­κλε­κτό λα­ό πῆ­ρε τήν ἀ­πάν­τη­ση:
«Ἐ­γώ θά πε­ρά­σω ἀ­πό μπρο­στά σου μέ τή δό­ξα μου καί θά ἀ­ναγ­γεί­λω τό ὄ­νο­μά μου “ὁ Κύ­ριος εἶ­ναι ἐ­νώ­πιον σου”. Καί θά ἐ­λε­ή­σω αὐ­τόν πού θέ­λω νά ἐ­λε­ή­σω καί θά λυ­πη­θῶ ἐ­κεῖ­νον πού θά λυ­πη­θῶ.­.. Ἰ­δού ἐ­δῶ κον­τά σου τό­πος, στά­σου πά­νω στήν πέ­τρα· ὅ­ταν πε­ρά­σει ἡ δό­ξα μου, θά σέ βά­λω στήν τρῦ­πα τῆς πέ­τρας καί θά σκε­πά­σω τό πρό­σω­πό σου μέ τό χέ­ρι μου καί τό­τε θά δεῖς τά νῶ­τα μου· ὅ­μως τό πρό­σω­πό μου δέν θά σού φα­νε­ρω­θῆ» (Ἐ­ξοδ. λγ' 19-23).
Ὁ Μωϋσῆς, χω­ρίς τήν «πέ­τρα», δέν μπο­ροῦ­σε νά «δεῖ» τόν Θε­ό. Ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος ἑρ­μη­νεύ­ει πώς ἡ «πέ­τρα πού προ­στά­τευ­σε τόν Μωϋσῆ ἦ­ταν ὁ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ (Πρβλ. Ἐ­ξοδ. Ἰ­ζ' 6. Ἀ­ριθ. κ' 11. Α' Κόρ. ι' 4), πού ἔ­γι­νε γιά μᾶς ἄν­θρω­πος. Ὁ Μωϋσῆς δέν εἶ­δε τήν «πρω­ταρ­χι­κή καί ἀ­κή­ρα­το φύ­ση, πού εἶ­ναι γνω­στή μό­νον στόν ἑ­αυ­τό Της, δη­λα­δή στήν Ἁ­γί­α Τριά­δα», ἀλ­λά εἶ­δε «τήν ἐ­ξω­τε­ρι­κή, ἡ ὁ­ποί­α φθά­νει σέ μᾶς»: γνώ­ρι­σε τή «με­γα­λει­ό­τη­τα» ἤ «με­γα­λο­πρέ­πεια» (Ψαλμ. η' 2), πού ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στά δη­μι­ουρ­γή­μα­τα. «Ὅ­πως ἐ­κεῖ­νοι πού ἔ­χουν ἀ­δύ­να­τα μά­τια βλέ­πουν τίς σκι­ές καί τίς εἰ­κό­νες τοῦ ἥ­λιου στήν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ, για­τί τό κα­θαυ­τό φῶς θά κα­τέ­στρε­φε τήν ὅ­ρα­σή τους, ἔ­τσι κι’ ἐ­μεῖς γνω­ρί­ζου­με τά νῶ­τα τοῦ Θε­οῦ, δη­λα­δή τά ἴ­χνη του».
Τό ἴ­διο βλέ­που­με καί στήν «ὅ­ρα­ση» τοῦ θεί­ου φω­τός, γιά τό ὁ­ποῖ­ο ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή μᾶς πλη­ρο­φό­ρει ὅ­τι ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κό ἀ­πό τό συ­νη­θί­σμε­νο φῶς. Προ­κει­ται γιά τό ἄ­κτι­στο φῶς, πού ἔ­γι­νε ὁ­ρα­τό στούς ἀν­θρώ­πους τοῦ Θε­οῦ (Ἐ­ξοδ. γ' 2. ι­γ' 21-22. λδ' 29-30. Ματθ. ι­ζ' 2. Πράξ. Β' 3). Αὐ­τό τό φῶς χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται καί ὡς «δό­ξα Κυ­ρί­ου» (Λουκ. β' 9).
Αὐ­τή ἡ «δό­ξα», ἡ «με­γα­λει­ό­τη­τα», ἡ «με­γα­λο­πρέ­πεια», δέν ἀ­πο­τε­λεῖ γνώ­ση τῆς Οὐ­σί­ας τοῦ Θε­οῦ, για­τί ἡ θεί­α Οὐ­σί­α εἶ­ναι «ἁ­πλή καί ἀ­σχη­μά­τι­στη καί ἀ­σύν­θε­τη καί ἀ­πε­ρί­γρα­πτη καί οὔ­τε κά­θε­ται, οὔ­τε στέ­κε­ται, οὔ­τε πε­ρι­πα­τεῖ· ὅ­λα αὐ­τά ἀ­νή­κουν στά σώ­μα­τα». Πῶς ὅ­μως στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ, αὐ­τό «τό γνω­ρί­ζει μό­νον Ἐ­κεῖ­νος» (Χρυσ.­).
Ὁ Θε­ός λοι­πόν δέν ἄ­φη­σε στό σκο­τά­δι τόν ἄν­θρω­πο· πλη­θαί­νει τίς «ὁ­ρά­σεις» (Ὠσ. ι­β' 10)· ὅ­μως αὐ­τό δέν ἀ­πο­τε­λεῖ γνώ­ση τῆς οὐ­σί­ας τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά θεί­α συγ­κα­τά­βα­ση. Ἀ­πό τό ἄλ­λο μέ­ρος, οἱ θεῖ­ες αὐ­τές ἐ­νέρ­γει­ες πού φθά­νουν μέ­χρι τόν ἄν­θρω­πο δέν εἶ­ναι κτι­στές. Δί­νουν στόν ἄν­θρω­πο πραγ­μα­τι­κή ἐλ­πί­δα, για­τί κά­νουν δυ­να­τή την πραγ­μα­τι­κή κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό. Ἄν οἱ ἐ­νέρ­γει­ες αὐ­τές ἦ­ταν κτι­στές, ἡ κοι­νω­νί­α τοῦ ἀν­θρώ­που μέ αὐ­τές τίς κτι­στές ἐ­νέρ­γει­ες δέν θά ἐ­σή­μαι­νε κοι­νω­νί­α μέ τόν Ἄ­κτι­στο Θε­ό. Μί­α τέ­τοι­α κοι­νω­νί­α δέν θά σή­μαι­νε σω­τη­ρί­α.

2) Νό­θες κα­τα­στά­σεις
Ὅ­λες οἱ ἐμ­πει­ρί­ες στόν πνευ­μα­τι­κό το­μέ­α τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που δέν ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­λη­θι­νές «θε­ο­φά­νει­ες». Καί ἐ­δῶ μπο­ρεῖ εὔ­κο­λα νά εἰ­σχω­ρή­σει τό στοι­χεῖ­ο τῆς πλά­νης. Ὁ ἅ­γιος Ἰ­σα­άκ ὁ Σῦ­ρος κά­νει δι­ά­κρι­ση με­τα­ξύ «πνευ­μα­τι­κῆς αἰ­σθή­σε­ως», πού εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση της θεί­α ἐ­νέρ­γεια (ἄ­κτι­στη χά­ρη) καί «νο­η­τῆς θε­ω­ρί­ας» τοῦ «φυ­σι­κοῦ φω­τός», πού ἀ­πο­τε­λεῖ γνώ­ση σέ φυ­σι­κό ἐ­πί­πε­δο καί ὄ­χι κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό. Ὁ Γέ­ρον­τας Σω­φρό­νιος ἐ­φαρ­μό­ζει τή δι­ά­κρι­ση αὐ­τή στό λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου: «Πρό­σε­χε λοι­πόν μή­πως τό φῶς, πού εἶ­ναι μέ­σα σου, γί­νει σκο­τά­δι» (Λουκ. ι­α' 35)· πρό­κει­ται γιά τό «φυ­σι­κό φῶς» τοῦ νοῦ καί ὀ­νο­μά­ζε­ται σκο­τά­δι, για­τί δέν ὑ­πάρ­χει ἐ­κεῖ ὁ Θε­ός, δέν εἶ­ναι γνή­σια ἐμ­πει­ρί­α τοῦ ἀ­κτί­στου θεί­ου φω­τός!
Ὁ ἄν­θρω­πος πού χρη­σι­μο­ποί­ει στίς δι­α­νο­η­τι­κές του ἀ­να­ζη­τή­σεις (ἀ­κό­μη καί θε­ο­λο­γι­κές!) ὀρ­θο­λο­γι­στι­κές με­θό­δους καί φθά­νει σέ ὑ­ψη­λά ἐ­πί­πε­δα δι­α­νό­η­σης, ξε­περ­νᾶ τήν «τυ­πι­κή λο­γι­κή» καί μπαί­νει σέ «με­τα­λο­γι­κή σφαῖ­ρα». Σ’ αὐ­τή τήν πε­ρί­πτω­ση μπο­ρεῖ νά ἔ­χει ἐμ­πει­ρί­ες, ὅ­πως ἡ αἴ­σθη­ση μιᾶς «γνώ­σης» σέ μορ­φή «φω­τό­μορ­φης αὐ­το­θε­ω­ρί­ας», πού ἀ­πο­τε­λεῖ αἴ­σθη­ση τοῦ «κτι­στοῦ κάλ­λους» τῆς εἰ­κό­νας τοῦ Θε­οῦ καί δέν ἀ­πο­τε­λεῖ πραγ­μα­τι­κή κοι­νω­νί­α μέ τίς ἄ­κτι­στες ἐ­νέρ­γει­ες τοῦ Θε­οῦ· εἶ­ναι ἐμ­πει­ρί­α «παν­θε­ϊ­στι­κῆς τά­ξε­ως», λέ­γει ὁ Γέ­ρον­τας Σω­ρό­νιος.
Οἱ πνευ­μα­τι­κές λοι­πόν αὐ­τές ἐμ­πει­ρί­ες εἶ­ναι φυ­σι­κό ἰ­δί­ω­μα τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου νοῦ. Ὁ ἄν­θρω­πος βλέ­πει τήν κα­θα­ρό­τη­τα τοῦ νοῦ, δη­λα­δή τό νοῦ του σέ ὅ­λο του τό κτι­στό με­γα­λεῖ­ο, ἀ­φοῦ ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­πό κά­θε ἐ­ξω­τε­ρι­κή ἐ­πί­δρα­ση ἡ σω­μα­τι­κό πά­θος. «Μέ­νον­τας μέ­σα στό γνό­φο τῆς ἀ­πεκ­δύ­σε­ως ἀ­πό κά­θε τί ὁ­ρα­τό καί νο­η­τό, ὁ νοῦς δο­κι­μά­ζει μί­α ἰ­δι­ό­μορ­φη εὐ­χα­ρί­στη­ση καί ἀ­νά­παυ­ση κι ἄν πο­τέ στρέ­ψει τό βλέμ­μα στόν ἑ­αυ­τό του μπο­ρεῖ νά αἰ­σθαν­θεῖ κά­τι πού μοιά­ζει μέ φῶς· αὐ­τό ὅ­μως δέν εἶ­ναι τό ἄ­κτι­στο φῶς τῆς Θε­ό­τη­τος, ἀλ­λά ἕ­να φυ­σι­κό ἰ­δί­ω­μα τοῦ νοῦ, πού κτί­στη­κε κα­τ’ εἰ­κό­να τοῦ Πρώ­του Νοῦ, δη­λα­δή τοῦ Θε­οῦ», συ­νε­χί­ζει ὁ Γέ­ρον­τας Σω­φρό­νιος.
Αὐ­τῆς τῆς τά­ξης εἶ­ναι οἱ ἐμ­πει­ρί­ες πού ὑ­πό­σχον­ται τά δι­ά­φο­ρα συ­στή­μα­τα πού στρέ­φουν τόν ἄν­θρω­πο «αὐ­το­ε­ρω­τι­κά» στόν ἑ­αυ­τό του καί κη­ρύτ­τουν οὐ­σι­α­στι­κά τήν αὐ­το­σω­τη­ρί­α, εἴ­τε μέ τή βο­ή­θεια αὐ­το­ε­λέγ­χου, εἴ­τε μέ ἄλ­λες «τε­χνι­κές». Στίς πε­ρι­πτώ­σεις αὐ­τές ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­μο­νώ­νει τόν ἐ­σω­τε­ρι­κό ἑ­αυ­τό του ἀ­πό κά­θε ἐ­ξω­τε­ρι­κή ἐ­πί­δρα­ση καί ἀ­πο­κτᾶ ἕ­να εἶ­δος «θε­ω­ρί­ας», ἀλ­λά μέ­νει οὐ­σι­α­στι­κά κλει­στός στήν ἐ­νέρ­γεια τῆς θεί­ας χά­ρης. Τοῦ­το για­τί με­τα­θέ­τει τό κέν­τρο ἀ­πό τήν ἄ­κτι­στη Θεί­α Ἀρ­χή στόν ἑ­αυ­τό του, μα­κρυ­ά ἀ­πό τήν πη­γή τοῦ ἀ­κτί­στου Θεί­ου φω­τός (πρβλ. Ἰ­ακ. α' 17). Ὅ­μως ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ δέν ἐ­ξα­ναγ­κά­ζε­ται, οὔ­τε ἐ­ξα­ναγ­κά­ζει κα­νέ­να!

3) Οἱ κίν­δυ­νοι

Ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος με­τα­θέ­σει τό κέν­τρο τῆς «πνευ­μα­τι­κῆς» του ζω­ῆς στόν ἑ­αυ­τό του, ὑ­πάρ­χει κίν­δυ­νος νά θε­ω­ρή­σει τίς «ἐμ­πει­ρί­ες» του ὡς Θε­ο­φά­νεια, σάν «ση­μά­δι» ἀ­λη­θι­νῆς κοι­νω­νί­ας μέ τόν Θε­ό. Αὐ­τό καλ­λι­ερ­γεῖ­ται ἔν­τε­χνα ἀ­πό τό πνεῦ­μα τῆς πλά­νης, πού με­τα­μορ­φώ­νε­ται σέ ἄγ­γε­λο φω­τός, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά φέ­ρει σύγ­χυ­ση στίς καρ­δι­ές τῶν ἀν­θρώ­πων (Β' Κορ. ι­α' 14-15).
Δέν χρει­ά­ζε­ται βέ­βαι­α νά ὑ­πο­γραμ­μί­σου­με ἐ­δῶ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν καί ἄλ­λες «ἐμ­πει­ρί­ες», πού δη­μι­ουρ­γεῖ ἀ­πό τήν ἀρ­χή τό πνεῦ­μα τῆς πλά­νης, μέ σκο­πό νά πα­ρα­σύ­ρει στήν ἀ­πώ­λεια, ἄν εἶ­ναι δυ­να­τόν, ἀ­κό­μη καί τούς ἐ­κλε­κτούς (Ματθ. κδ' 24. Β' Θεσ. β' 9-11. Ἀ­ποκ. ι­γ' 13-14).

4) Δι­ά­κρι­ση πνευ­μά­των
Ὁ κίν­δυ­νος τῆς πλά­νης μᾶς ὑ­πο­χρε­ώ­νει νά θέ­σου­με τό ἐ­ρώ­τη­μα τῆς δι­ά­κρι­σης τῶν πνευ­μά­των. Πό­τε μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με πώς προ­κεῖ­ται γιά τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ, πῶς μπο­ροῦ­με νά γνω­ρί­ζου­με πώς μί­α ἐμ­πει­ρί­α προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τό πνεῦ­μα τῆς πλά­νης;
Ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή μᾶς δι­δά­σκει πώς κά­θε πνεῦ­μα, πού δέν ὁ­μο­λο­γεῖ τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, εἶ­ναι πνεῦ­μα πλά­νης καί ὁ­δη­γεῖ στήν ἀ­πώ­λεια (Α' Ἰ­ω. δ' 2-3, πρβλ. Ρωμ. ι' 813).
Ὅ­λες λοι­πόν οἱ ἐμ­πει­ρί­ες ἀν­θρώ­πων πού δέν ὁ­μο­λο­γοῦν τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, δη­λα­δή τό συγ­κε­κρι­μέ­νο ἱ­στο­ρι­κό πρό­σω­πο, ὡς μο­νο­γε­νῆ Υἱ­ό τοῦ Θε­οῦ (Ματθ. ι­στ' 16-17), δη­λα­δή ὡς ὁ­μο­ού­σιο πρός τόν Πα­τέ­ρα, τέ­λει­ο Θε­ό καί τέ­λει­ο ἄν­θρω­πο (Ἰ­ω. α' 1.14. Φι­λιπ. β' 5-8. Κολ. β' 9. Α' Τιμ. γ' 16) δέν εἶ­ναι γνή­σι­ες πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες· προ­έρ­χον­ται ἀ­πό τό πνεῦ­μα τῆς πλά­νης.
Τό νά ὁ­μο­λο­γή­σει κα­νείς τόν Ἰ­η­σοῦ ὡς Κύ­ριο, ση­μαί­νει πώς τόν δέ­χε­ται ὡς μο­να­δι­κό Σω­τῆ­ρα (Πράξ. δ' 12. Α' Κορ. η' 6) καί δέν το­πο­θε­τεῖ στή θέ­ση Του ἤ δί­πλα ἀ­πό Αὐ­τόν κα­νέ­να ἄλ­λο, για­τί πι­στεύ­ει πώς ὁ Χρι­στός δέν εἶ­ναι κά­ποι­α «χρι­στι­κή κα­τά­στα­ση», ἀλ­λά ὁ ἕ­νας καί μο­να­δι­κός Σω­τῆ­ρας· εἶ­ναι ὁ Ἰ­η­σοῦς ὁ ἀ­πό Να­ζα­ρέτ πού ἔ­ζη­σε ἐ­πί Πον­τί­ου Πι­λά­του καί μό­νο Αὐ­τός!
Ἀλ­λά ἡ ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Χρι­στοῦ δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­δε­σμευ­θεῖ ἀ­πό τή δι­δα­χή τοῦ Χρι­στοῦ (Β' Ἰ­ω. 9. Γ' Ἰ­ω. 11)· γι’ αὐ­τό καί ἡ τή­ρη­ση τῆς δι­δα­χῆς τοῦ Χρι­στοῦ συ­νο­δεύ­ει πάν­το­τε τίς γνή­σι­ες πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες. «Τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα εἶ­ναι ἀ­γά­πη, εἰ­ρή­νη, γλυ­κύ­της καί δι­δά­σκει τήν ἀ­γά­πη γιά τόν Θε­ό καί γιά τόν πλη­σί­ον. Ἀν­τί­θε­τα τό πνεῦ­μα τῆς πλά­νης εἶ­ναι ὑ­πε­ρή­φα­νο καί δέν λυ­πᾶ­ται τόν ἄν­θρω­πο οὔ­τε τήν ἄλ­λη δη­μι­ουρ­γί­α. Ἐ­πει­δή δέν εἶ­ναι δη­μι­ουρ­γός τῶν ὄν­των, ἐ­νερ­γεῖ σάν κλέ­φτης καί ἅρ­πα­γας καί ἡ ὁ­δός του εἶ­ναι γε­μά­τη ὄ­λε­θρο» (Γέ­ρον­τας Σω­ρό­νιος).
Ἡ «τα­πει­νή ἀ­γά­πη» πού ἀγ­κα­λιά­ζει ἀ­κό­μη καί τούς ἐ­χθρούς, ἀ­πο­τε­λεῖ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα τῆς ἀ­λη­θι­νῆς κοι­νω­νί­ας μέ τόν Θε­ό καί ξε­χω­ρί­ζει τήν γνή­σια ἐμ­πει­ρί­α ἀ­πό τήν φι­λο­σο­φι­κή παν­θε­ϊ­στι­κή κοι­νω­νί­α. «Οἱ θεῖ­ες θε­ω­ρί­ες πα­ρέ­χον­ται στόν ἄν­θρω­πο ὄ­χι ὅ­ταν τίς ἐ­πι­δι­ώ­κει, ἔ­χον­τας κυ­ρί­ως αὐ­τές σάν στό­χο, ἀλ­λ’ ὅ­ταν ἡ ψυ­χή κα­τε­βαί­νει στόν ᾅ­δη τῆς με­τά­νοι­ας καί αἰ­σθά­νε­ται ἀ­λη­θι­νά πώς εἶ­ναι χει­ρό­τε­ρη ἀ­πό ὅ­λη τήν κτί­ση. Οἱ θε­ω­ρί­ες ὅ­μως πού κα­τα­κτῶν­ται μέ τή βί­α τοῦ λο­γι­κοῦ, δέν εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νές, δη­λα­δή Θεί­ας προ­ε­λεύ­σε­ως, ἀλ­λά “κα­τά τό δο­κοῦν”. Καί ὅ­ταν αὐ­τό τό δο­κοῦν θε­ω­ρεῖ­ται σάν ἀ­λή­θεια, τό­τε δη­μι­ουρ­γεῖ­ται στήν ψυ­χή τοῦ ἀν­θρώ­που μί­α κα­τά­στα­ση πού πα­ρεμ­πο­δί­ζει τή δυ­να­τό­τη­τα νά ἐ­νερ­γή­σει ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, δη­λα­δή ἡ ἀ­λη­θι­νή θε­ω­ρί­α».
«Ὁ Θε­ός ὑ­πε­ρη­φά­νοις ἀν­τι­τάσ­σε­ται, τα­πει­νοῖς δέ δί­δω­σι χά­ριν» (Ἰ­ακ. δ' 6. Α’ Πε­τρ. ε' 5). Ὅ­που δέν ὑ­πάρ­χει τα­πει­νό φρό­νη­μα, εἶ­ναι σί­γου­ρο πώς ἐ­κεῖ δέν ὑ­πάρ­χουν γνή­σι­ες πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες. Νό­θες «πνευ­μα­τι­κές» ἐμ­πει­ρί­ες ἐ­νι­σχύ­ουν σχε­δόν πάν­το­τε τήν ἔ­παρ­ση, δέν καλ­λι­ερ­γοῦν τα­πει­νό φρό­νη­μα.
Αὐ­τό βλέ­που­με στίς δι­α­φο­ρές ὁ­μά­δες, πού ὑ­πό­σχον­ται ἐ­σω­τε­ρι­κές ἐμ­πει­ρί­ες μέ τή βο­ή­θεια δι­α­φό­ρων «τε­χνι­κῶν» (γι­όγ­κα, δι­α­λο­γι­σμό κ.ο.κ.­). Ἀλ­λά τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα δέν ἐ­ξα­ναγ­κά­ζε­ται μέ κά­ποι­ες «τε­χνι­κές»· πνέ­ει ὁ­πού ἐ­κεῖ­νο θέ­λει (Ἰ­ω. γ' 8. Α' Κορ. β' 11. Ἑ­βρ. 6' 4).
Τά συ­στή­μα­τα αὐ­τά δέν κη­ρύτ­τουν τή με­τά­νοι­α, οὔ­τε καλ­λι­ερ­γοῦν στούς ὀ­πα­δούς τους τό τα­πει­νό φρό­νη­μα. Ἕ­να τέ­τοι­ο φρό­νη­μα, κα­τά τήν ἀν­τί­λη­ψη τέ­τοι­ων ὁ­μά­δων, δέν βο­η­θά­ει στήν πνευ­μα­τι­κή αὔ­ξη­ση, ἀλ­λά πι­στεύ­ε­ται πώς ἐμ­πο­δί­ζει τήν «ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς συ­νει­δη­τό­τη­τας». Ἐ­δῶ δέν ἀ­να­ζη­τᾶ­ται ὁ ἀ­λη­θι­νός Θε­ός, ἀλ­λά «ὁ θε­ός μέ­σα μας», ὁ ὁ­ποῖ­ος ταυ­τί­ζε­ται μέ τή «συ­νει­δη­τό­τη­τα». Ἔ­τσι καλ­λι­ερ­γεῖ­ται ἡ συ­ναί­σθη­ση τῆς ὑ­πε­ρο­χῆς καί τῆς ἔ­παρ­σης. Ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται πώς αὐ­τός ὁ «θε­ός», πού ἀ­να­ζη­τᾶ­ται μα­κρυ­ά ἀ­πό τήν τα­πεί­νω­ση, μά­λι­στα μέ τρό­πο ἐκ­βι­α­στι­κό, εἶ­ναι τό πνεῦ­μα τῆς πλά­νης ἤ καί ὁ ἴ­διος ὁ ἄν­θρω­πος, πού αὐ­το-θε­ο­ποι­εῖ­ται καί αὐ­το-λα­τρεύ­ε­ται. Πρό­κει­ται γιά «ἄλ­λο θε­ό» (Ἠσ. ξστ' 2. Ματθ. ε' 3. ι' 3. Α' Πε­τρ. ε' 5).







Share:

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Η φωτογραφία μου
Για την προστασία του ελληνορθόδοξου πολιτισμού της οικογενείας της νεολαίας και του πολίτη.

Translate

Από το Blogger.

Follow by Email

Ετικέτες

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΑΙΔ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΏΤΟΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΟΜΙΛΙΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΣΟΦΙΑ ΑΠOKPYΦIΣMOΣ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΑ ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ ΑΡΧΙΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΜΥΡΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΑΪΔΩΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΑNTIAIPETIKO ΣEMINAPIO ΒΙΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΓΙΟΓΚΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ ΕΤΕΡΟΘΡΗΣΚΟΙ ΘΕΟΣΟΦΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΡΙΔΟΛΟΓΙΑ ΙΣΛΑΜ ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΙΩΝΗ Κ. ΒΑΪΟΣ ΠΡΑΝΤΖΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗ ΚΩΝΣΤ. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΟΓΟΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΣΜΟΣ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΝΕΟΓNΩΣTIKIΣMOΣ ΝΕΟEIΔΩΛOΛATPEIA ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ Π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΙΔΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΠΑΤΕΡ ΙΩΣΗΦ ΒΙΓΛΙΩΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΚΟΠΙΑ ΠΙΣΤΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΟΜΙΛΙΩΝ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣΥΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΡΩΤ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ ΡΕΦΛΕΞΟΛΟΓΙΑ ΣΑΤΑΝΙΣΜΟΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΣΚΟΠΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΧΙΣΜΑ ΤΡΙΤΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΦΥΛΟ ΧΙΛΙΑΣΤΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΨΕΥΔΟ-ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ ΨΗΦΙΣΜΑ ΨEYΔOΠPOΦHTEΣ ΨEYTOMEΣΣIEΣ

Ετικέτες

Προτεινόμενη ανάρτηση

Η ΑΝΟΡΘΩΣΗ - Π. Δημήτριος Μπίκας

Θέμα: "Η ΑΝΟΡΘΩΣΗ". Μέσα στην άπειρη αγάπη ο Τριαδικός Θεός, δεν άφησε τον άνθρωπο στη πτώση. Δεν άφησε το διάβολο να κατ...

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *