Όριο Πίστεως


ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ - Η Α­ΛΗ­ΘΕΙΑ B’ - π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου




Θέματα Ὀρθοδόξου πίστεως ἀπό τό βιβλίο «Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ», τοῦ ἀειμνήστου  π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου συγχρόνου ὁμολογητοῦ, ἱδρυτοῦ τῆς ἀντιαιρετικῆς ἄμυνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, πού ἀποτελεῖ ὁλοκληρωμένη δογματική ἀντιαιρετική ἀσπίδα.
Ἡ γνώση τῆς ἀκριβοῦς Ὀρθοδόξου Πίστεως εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν κατάρτιση τῶν στελεχῶν τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἔργου καί γιά τήν σίγουρη καί ἔγκυρη βοήθεια στά θύματα καί τούς συγγενεῖς τους.


1. Η ΑΛΗΘΕΙΑ Β’

ε) Προ­ϋ­πο­θέ­σεις τῆς Θε­ο­γνω­σί­ας
Ἡ γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ δέν εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀν­θρώ­πι­νης προ­σπά­θειας, ἀλ­λά δῶ­ρο τοῦ ἴ­διου τοῦ Θε­οῦ. Δέν «βρί­σκει» ὁ ἄν­θρω­πος τόν Θε­ό, ἀλ­λά ὁ Θε­ός ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στόν ἄν­θρω­πο. Ὅ­μως ὁ ἄν­θρω­πος δέν μέ­νει «πα­θη­τι­κός δέ­κτης» τῆς Θεί­ας χά­ρης· ἡ θε­ο­γνω­σί­α περ­νά­ει μέ­σα ἀ­πό τήν ἐ­λεύ­θε­ρη προ­αί­ρε­σή του· δέν ἀ­πο­τε­λεῖ βια­σμό τῆς ἀν­θρώ­πι­νης προ­αί­ρε­σης. Εἶ­ναι λοι­πόν ἀ­νάγ­κη νά ἀ­πο­δεί­ξου­με ἔμ­πρα­κτα τήν ἐ­πι­λο­γή μας καί ἄς δοῦ­με μέ ποι­ούς τρό­πους μπο­ρεῖ αὐ­τό νά γί­νει.

1. Ἀ­γα­θή δι­ά­θε­ση
Ἡ θε­ο­γνω­σί­α ἀ­παι­τεῖ κα­θα­ρό­τη­τα καρ­διᾶς καί ἁ­γνό­τη­τα δι­ά­θε­σης. Ὁ πο­νη­ρός ἄν­θρω­πος δέν μπο­ρεῖ νά φθά­σει στήν ἀ­λη­θι­νή γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ, ὁ­σο­δή­πο­τε κι ἄν ἐ­ρευ­νή­σει, κι ἄν ἀ­κό­μη ἀ­πο­στη­θί­σει ὁ­λό­κλη­ρη τήν ἁ­γί­α Γρα­φή.
Τό πο­νη­ρό πνεῦ­μα ἔ­φε­ρε τόν Χρι­στό στό ἄ­κρον τῆς στέ­γης τοῦ Να­οῦ καί τοῦ εἶ­πε: «Ἐ­άν εἶ­σαι Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ, πέ­σε κά­τω, για­τί εἶ­ναι γραμ­μέ­νο ὅ­τι θά δι­α­τά­ξει τούς ἀγ­γέ­λους νά σέ προ­σέ­χουν καί νά σέ ση­κώ­σουν στά χέ­ρια, γιά νά μή σκον­τά­ψει σέ πέ­τρα τό πό­δι σου» (Ματθ. δ'6.Ψαλμ.90,11).
Ἐ­δῶ ἡ πρό­θε­ση τοῦ Σα­τα­νᾶ δέν ἦ­ταν ἁ­γνή· δέν ζη­τοῦ­σε τήν προ­σω­πι­κή ἕ­νω­ση μέ τόν Χρι­στό, τήν πραγ­μα­τι­κή Θε­ο­γνω­σί­α, ἀλ­λά προ­σπά­θη­σε νά πα­ρα­σύ­ρει τόν Κύ­ριο σέ ἐ­νέρ­γεια πο­νη­ρή· δέν ἦ­ταν πρά­ξη ἐμ­πι­στο­σύ­νης, ἀ­γά­πης καί ὑ­πα­κο­ῆς στό θέ­λη­μα τοῦ Πα­τρός· δέν ἀ­να­φε­ρό­ταν στό θεῖ­ο σχέ­διο, ἀλ­λά ἦ­ταν ἔκ­φρα­ση ὑ­πο­τα­γῆς στό σχέ­διο τοῦ ὄ­φε­ως. Γι’ αὐ­τό τό λό­γο ὁ Κύ­ριος ἅ­παν­τα: «Πά­λι εἶ­ναι γραμ­μέ­νο· δέν πρέ­πει νά πει­ρά­ξεις Κύ­ριον τόν Θε­όν σου» (Ματθ.δ'7. Λουκ.δ'­12.Δευ­τερ.στ'­16.Πρβλ.Α­'­Κορ.ι­'9.Ἀ­ριθ.κα­'5-6).
Ὅ­ποι­ος δέν ξε­κι­νά­ει ἀ­πό ἁ­γνή δι­ά­θε­ση, πο­τέ δέν θά φθά­σει στή Θε­ό­τη­τα τοῦ Κυ­ρί­ου δέν  θά μπο­ρέ­σει νά ἑ­νω­θεῖ μέ Αὐ­τόν, ὁ­σο­δή­πο­τε κι ἄν ἐ­ρευ­νή­σει, ὁ­σο­δή­πο­τε κι ἄν με­λε­τή­σει τήν ἁ­γί­α Γρα­φή.
«Ἐ­δί­ψη­σεν ἡ ψυ­χή μου πρός τόν Θε­όν τόν ζῶν­τα·
πό­τε ἥ­ξω καί ὀ­φθή­σο­μαι τῷ προ­σώ­πῳ τοῦ Θε­οῦ;
ἐ­δί­ψη­σε ἡ ψυ­χή μου γιά τόν ζων­τα­νό Θε­ό, πό­τε θά ἔλ­θω καί θά δῶ τό πρό­σω­πο τοῦ Θε­οῦ μου; (Ψαλμ.μβ'3).
Ἐ­κεῖ­νος πού θά δι­ψά­σει γιά τόν Θε­ό θά τρέ­ξει σάν τό ἐ­λά­φι στήν πη­γή (Ψάλμ.μα' μβ')1-3), δη­λα­δή στόν Χρι­στό (Ἰ­ω.δ'­10). Ἀν­τί­θε­τα, ὅ­ποι­ος προ­σπα­θή­σει νά σβή­σει τή δί­ψα μό­νος, δέν θά τό πε­τύ­χει πο­τέ: «ἐ­γώ τῷ δι­ψών­τι δώ­σω ἐκ τῆς πη­γῆς τοῦ ὕ­δα­τος τῆς ζω­ῆς δω­ρε­άν», δη­λα­δή σέ κεῖ­νον πού δι­ψᾶ ἐ­γώ θά δώ­σω δω­ρε­άν ἀ­πό τήν πη­γή τοῦ ὕ­δα­τος τῆς ζω­ῆς» (Ἀ­ποκ.κα­'6)· «ὁ δι­ψῶν ἐρ­χέ­σθω, καί ὁ θέ­λων λα­βέ­τω ὕ­δωρ ζω­ῆς δω­ρε­άν», ἐ­κεῖ­νος πού δι­ψά­ει ἄς ἔλ­θει καί ἐ­κεῖ­νος πού τό ἐ­πι­θύ­μει ἄς λά­βει δω­ρε­άν ὕ­δωρ ζω­ῆς (Ἀ­ποκ.κβ'­17).
Γιά νά ὁ­δη­γη­θεῖ λοι­πόν κα­νείς στήν ἀ­λη­θι­νή Θε­ο­γνω­σί­α πρέ­πει νά ἔ­χει γνή­σια δι­ά­θε­ση· νά δι­ψά­ει γιά τόν Θε­ό. Νά μή εἶ­ναι δη­λα­δή τό κί­νη­τρό του δι­α­νο­η­τι­κή ὑ­πό­θε­ση ἤ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση πε­ρι­έρ­γειας. Αὐ­τός πού φλέ­γε­ται ἀ­πό τήν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Θε­οῦ δέν προ­κα­λεῖ, δέν ἐκ­πει­ρά­ζει τόν Κύ­ριο! Ἡ σω­τή­ρια γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ δέν εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση δι­α­νο­η­τι­κή, οὔ­τε ἀ­πο­βλέ­πει στήν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τῆς δί­ψας γιά μά­θη­ση. Ξε­κι­νά­ει ἀ­πό τή βα­θειά ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς καρ­διᾶς γιά προ­σω­πι­κή κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης μέ τόν Πλά­στη Θε­ό καί ἀ­φο­ρᾶ ὁ­λό­κλη­ρη τήν ὕ­παρ­ξη τοῦ ἀν­θρώ­που. Μ’ αὐ­τή τή δι­ά­θε­ση πρέ­πει κα­νείς νά προ­σεγ­γί­ζει τή γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ.

2. Ἡ ἀ­γά­πη
Μί­α ἄλ­λη βα­σι­κή πρου­πό­θε­ση τῆς Θε­ο­γνω­σί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη. Ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός εἶ­ναι αἰ­ώ­νια ἀ­γά­πη καί ἐ­πι­θυ­μεῖ νά ἔλ­θει σέ προ­σω­πι­κή κοι­νω­νί­α μέ τόν ἄν­θρω­πο «ἐν ἐ­λευ­θε­ρί­ᾳ».
Δέν μπο­ρεῖ ὁ ἄν­θρω­πος νά ἐ­ξα­ναγ­κά­σει τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά οὔ­τε καί ὁ Θε­ός θέ­λει νά βιά­σει τόν ἄν­θρω­πο· νά τοῦ ἐ­πι­βά­λει τήν ἀ­γά­πη Του. Ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι ἕ­να δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ (Γαλ.ε­'­22) καί προ­σφέ­ρε­ται ὅ­που καί ὅ­ταν ὁ Θε­ός θέ­λει καί σέ ὅ­ποι­ον Ἐ­κεῖ­νος θέ­λει (Α­'­Κορ.β'­11.Ἐ­βρ.β'4). Μό­νο πού ὁ Θε­ός δέν με­ρο­λη­πτεῖ· θέ­λει νά ὁ­δη­γη­θοῦν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι στήν ἀ­λη­θι­νή Θε­ο­γνω­σί­α, δη­λα­δή στή σω­τη­ρί­α (Α­'­Τιμ.β'4). Ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ πε­ρι­βάλ­λει ὅ­λους τους ἀν­θρώ­πους.
Ὅ­μως πρέ­πει καί ὁ ἄν­θρω­πος νά ἀ­παν­τή­σει στήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ μέ τή δι­κή του ἀ­γά­πη. Τό­τε ὁ Θε­ός θά τοῦ ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ καί ὁ ἄν­θρω­πος θά γνω­ρί­σει τόν Θε­ό· «ἐ­άν κα­νείς ἀ­γα­πᾶ τόν Θε­ό, αὐ­τός ἔ­χει γνω­ρι­στεῖ ἀ­πό τόν Θε­ό» (Α' Κόρ. η' 3)· θά ἀ­κού­σει τήν φω­νή Του νά τόν κά­λει νά πε­ρά­σει μέ­σα στή νε­φέ­λη, νά ἀ­νέ­βει στήν κο­ρυ­φή τοῦ ὅ­ρους, νά δεῖ τή δό­ξα τοῦ Θε­οῦ καί νά ἀ­κού­σει τή φω­νή Του: «Ἐ­γώ εἶ­μαι Κύ­ριος ὁ Θε­ός σου·­.­.. μήν ἔ­χεις ἄλ­λους Θε­ούς πλήν ἐ­μοῦ. Μή κά­μεις γιά τόν ἑ­αυ­τό σου εἴ­δω­λο.­.. μήν προ­σκυ­νή­σεις αὐ­τά καί μήν τά λα­τρεύ­σεις, για­τί Ἐ­γώ εἶ­μαι Κύ­ριος ὁ Θε­ός σου, Θε­ός ζη­λω­τής» (Δευ­τερ. ε' 6-9).
Ἡ ἀ­γά­πη πρός τόν Θε­ό ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τή λα­τρεί­α ὁ­ποι­ων­δή­πο­τε «ἄλ­λων θε­ῶν», ἀ­κό­μη καί ἀ­πό τή λα­τρεί­α τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας. Αὐ­τή ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α ἀ­πο­τέ­λει «ἄ­νοιγ­μα» στή Θεί­α ἀ­γά­πη. Μέ τή θέ­λη­σή του πλέ­ον ὁ ἄν­θρω­πος ἀρ­νεῖ­ται τό δι­κό του θέ­λη­μα καί κά­νει θέ­λη­μά του τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Δεί­χνει τήν ἀ­γά­πη του ἀ­κο­λου­θών­τας τή δι­δα­χή τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅ­ταν ἀ­γα­ποῦ­με κά­ποι­ον, δο­κι­μά­ζου­με ἰ­δι­αί­τε­ρη χα­ρά νά ταυ­τί­ζου­με τό θέ­λη­μά μας μέ τό δι­κό του θέ­λη­μα. Αὐ­τό δέν τό θε­ω­ροῦ­με δύ­σκο­λο, ὥ­στε νά τό νι­ώ­θου­με σάν κά­ποι­α θυ­σί­α. Γι’ αὐ­τό καί ὅ­ποι­ος πα­ρα­βαί­νει τή δι­δα­χή τοῦ Θε­οῦ, δέν ἀ­γα­πᾶ τόν Θε­ό. «Ὅ­ποι­ος λέ­γει ὅ­τι μέ­νει ἐν Αὐ­τῷ ὀ­φεί­λει νά ζεῖ ὅ­πως ἔ­ζη­σε καί ὁ Χρι­στός» (Α' Ἰ­ω. β' 6).
Ἀλ­λά ἡ ἀ­γά­πη πρός τόν Θε­ό ἐκ­φρά­ζε­ται καί ὡς ἀ­γά­πη πρός τόν πλη­σί­ον. Ἄν κα­νείς πεῖ «ἀ­γα­πῶ τόν Θε­ό, ἀλ­λά μισεῖ τούς ἀ­δελ­φούς του, αὐ­τός εἶ­ναι ψεύ­της, για­τί ἐ­κεῖ­νος ποῦ δέν ἀ­γά­πα τόν ἀ­δελ­φό του πού τόν ἔ­χει δεῖ, πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἀ­γα­πᾶ τόν Θε­ό ποῦ δέν τόν εἶ­δε; Αὐ­τή τήν ἐν­το­λή ἔ­χου­με ἀ­πό Αὐ­τόν! Ὅ­ποι­ος ἀ­γα­πά­ει τόν Θε­ό, νά ἀ­γα­πά­ει καί τούς ἀ­δελ­φούς του» (Α' Ἰ­ω. δ' 19-21).
Ἡ ἀ­λη­θι­νή ἀ­γά­πη, ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ δέν κομ­μα­τι­ά­ζε­ται· προ­σφέ­ρε­ται ὁ­λό­κλη­ρη πρός ὅ­λους χω­ρίς ἐ­ξαί­ρε­ση· δεν μπο­ρεῖς νά πεῖς: ἀ­γα­πῶ τόν ἕ­να, ἀλ­λά ὄ­χι καί τόν ἄλ­λο, ἀ­γα­πῶ τόν Θε­ό, ἀλ­λά ὄ­χι καί τούς ἀν­θρώ­πους. Εἶ­ναι ὅ­πως ἡ ἀ­γά­πη τῆς μη­τέ­ρας πρός τά πολ­λά παι­διά της· τά ἀ­γα­πᾶ ὅ­λα ἐ­ξί­σου, χω­ρίς νά «με­ρί­ζει» τήν ἀ­γά­πη της, για­τί ἡ ἀ­λη­θι­νή ἀ­γά­πη εἶ­ναι ἀ­μέ­ρι­στη!

3. Ἡ κά­θαρ­ση
Ἄν ὁ ἄν­θρω­πος χα­ρί­σει στόν Θε­ό τήν ἀ­πο­κλει­στι­κή του ἀ­γά­πη, τό­τε θά κά­νει τά πάν­τα, γιά νά κα­θα­ρί­σει τήν καρ­διά του, προ­κεί­με­νου νά ἀ­πο­δεί­ξει ὅ­τι ἐ­πι­θυ­μεῖ τήν κοι­νω­νί­α καί τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ (Ματθ. ε' 8). «Ὅ­ποι­ος ἔ­χει τήν ἐλ­πί­δα σ’ Αὐ­τόν ἀ­γνί­ζε­ται, ὅ­πως Ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἁ­γνός.­.. Ὅ­ποι­ος ἁ­μαρ­τά­νει, δέν τόν ἔ­χει δεῖ, οὔ­τε τόν ἔ­χει γνω­ρί­σει» (Α' Ἰ­ω. γ' 2-6).
Ἡ Θεί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γη μέ τήν κα­θα­ρό­τη­τα τοῦ κά­θε ἀν­θρώ­που, για­τί ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ ζη­τά­ει τήν ἀν­τα­πό­κρι­ση τοῦ ἀν­θρώ­που καί δέν πα­ρα­βιά­ζει τήν ἐ­λεύ­θε­ρη βού­λη­σή μας. Αὐ­τό τό βλέ­που­με κα­θα­ρά στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ: Ὁ ἰσ­ρα­η­λι­τι­κός λα­ός, πού τό­σες φο­ρές τα­λαν­τευ­ό­ταν στήν ἀ­γά­πη του πρός τόν Θε­ό, προ­χώ­ρη­σε μέ­χρι τούς πρό­πο­δες τοῦ ὄ­ρους· εἶ­δε τή δό­ξα τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό μα­κριά, σάν φλό­γα στήν κο­ρυ­φή τοῦ ὄ­ρους. Οἱ συ­νο­δοί τοῦ Μω­ϋ­σῆ ἀ­νέ­βη­καν μα­ζί μ’ αὐ­τόν στό ὄ­ρος καί εἶ­δαν «τόν τό­πο ὅ­που ἐ­στά­θη ὁ Θε­ός». Τέ­λος ὁ Θε­ός κα­λεῖ τόν Μω­ϋ­σῆ νά εἰ­σέλ­θει στή νε­φέ­λη, στό ψη­λό­τε­ρο ση­μεῖ­ο τοῦ ὄ­ρους, νά μεί­νει ἐ­κεῖ σα­ράν­τα ἡ­με­ρό­νυ­χτα, γιά νά λά­βει ὁ­λό­κλη­ρη τήν ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Θε­οῦ.
«Τά χα­ρί­σμα­τα τοῦ Θε­οῦ ἔρ­χον­ται μό­να τους χω­ρίς σύ νά αἰ­σθαν­θεῖς. Ναί, ἔρ­χον­ται μό­να τους, ὅ­μως ἐ­άν ὁ το­πος εἶ­ναι κα­θα­ρός καί ὄ­χι ρυ­πα­ρός. Ἐ­άν ἡ κό­ρη τοῦ ὀ­φθαλ­μοῦ τῆς ψυ­χῆς σου δέν εἶ­ναι κα­θα­ρή, μήν τολ­μή­σεις νά δεῖς στή σφαῖ­ρα τοῦ νο­η­τοῦ ἡ­λί­ου, γιά νά μή στε­ρη­θεῖς κι αὐ­τό τό λι­γο­στό φῶς, πού εἶ­ναι ἡ ἁ­πλή πί­στη καί ἡ τα­πεί­νω­ση καί ἡ καρ­δια­κή ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί τά λί­γα ἔρ­γα πού κα­τά δύ­να­μη πράτ­τεις καί ρι­φθεῖς σέ κά­ποι­ο σκο­τει­νό τό­πο πού ὑ­πάρ­χει στό ἐ­ξώ­τε­ρο σκό­τος, ἔ­ξω ἀ­πό τόν Θε­ό, πού ἐ­ξει­κο­νί­ζει τόν Ἅ­δη, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νος πού θέ­λη­σε νά εἰ­σέλ­θει ἀ­ναί­σχυν­τα στό γά­μο μέ ρυ­πα­ρά ροῦ­χα» (Ἰ­σα­ακ ὁ Σῦ­ρος. Ματθ. κβ' 1-15).
Τά μά­τια πού εἶ­ναι ἄρ­ρω­στα δέν μπο­ροῦν χω­ρίς βλά­βη νά δοῦν τό φῶς. Τό ἴ­διο ἰ­σχύ­ει καί γιά τά πνευ­μα­τι­κά μά­τια τοῦ ἀν­θρώ­που· δέν «ἀν­τέ­χουν» στή θέ­α τοῦ ἄ­κτι­στου Θεί­ου φω­τός πού εἶ­ναι δω­ρε­ά τοῦ Θε­οῦ, πνευ­μα­τι­κό χά­ρι­σμα. Ἔ­χου­με λοι­πόν ἀ­νάγ­κη ἀ­πό πνευ­μα­τι­κή κά­θαρ­ση.
Προ­ϋ­πό­θε­ση γιά τήν κά­θαρ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι ὁ ἀ­γῶ­νας ἐ­ναν­τί­ον τῶν πα­θῶν. Ὅ­ποι­ος πραγ­μα­τι­κά ἀ­γα­πᾶ τόν Θε­ό, δέν ὑ­πο­δου­λώ­νε­ται σέ τί­πο­τε ἄλ­λο καί ἀ­γω­νί­ζε­ται ἐ­ναν­τί­ον τῶν πα­θῶν. Δέν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λος δρό­μος νά ὁ­δη­γη­θεῖ κα­νείς στήν κά­θαρ­ση. Ἡ ὑ­πο­δού­λω­ση στά πά­θη ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἀ­πό τόν Θε­ό!
«Ἐ­κεῖ­νος λοι­πόν πού ἀ­γά­πα τά χρή­μα­τα καί συγ­κι­νεῖ­ται ἀ­πό τή φθαρ­τή ὀ­μορ­φιά τῶν σω­μά­των καί ὑ­περ­τι­μᾶ τήν ψεύ­τι­κη δό­ξα, ξό­δευ­σε τή δύ­να­μη τῆς ἀ­γά­πης σέ ὅ­σα δέν ἔ­πρε­πε καί ἔ­γι­νε τε­λεί­ως τυ­φλός γιά νά δεῖ τόν ὄν­τως ἀ­γα­πη­τό. Γιά τοῦ­το λέ­γει: «Ἀ­γα­πή­σεις Κύ­ριον τόν Θε­όν σου ἐξ ὅ­λης τῆς καρ­δί­ας σου, καί ἐξ ὅ­λης τῆς ψυ­χῆς σου, καί ἐξ ὅ­λης τῆς δι­α­νοί­ας σου» (Μ. Βα­σί­λει­ος. Μαρκ. ι­β' 30).
Ὁ ἅ­γιος Συ­με­ών ὁ Νέ­ος Θε­ο­λό­γος ὑ­πο­γραμ­μί­ζει αὐ­τό μέ τά ἑ­ξῆς λό­για: «Εἰς ἐ­κεί­νους πού εἶ­ναι κυ­ρι­ευ­μέ­νοι ἀ­πό τήν ἀ­πι­στί­α καί τά πά­θη, ἡ Χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­πρό­σι­τη καί ἀ­θε­ώ­ρη­τη».
Ὁ ἅ­γιος Ἰ­σα­άκ ὁ Σῦ­ρος συ­νο­ψί­ζει: «Ἐ­άν θέ­λεις νά γί­νει ἡ καρ­διά σου τό­πος τῶν μυ­στη­ρί­ων τοῦ και­νοῦ αἰ­ῶ­νος, πρῶ­τος θη­σαύ­ρι­σε μέ σω­μα­τι­κά ἔρ­γα, δη­λα­δή νη­στεί­α, προ­σευ­χή, ἄ­σκη­ση, ὑ­πο­μο­νή, κα­τα­στρο­φή τῶν πο­νη­ρῶν λο­γι­σμῶν καί τά ὅ­μοι­α μέ αὐ­τά· δέ­σμευ­σε τό νοῦ σου στήν ἀ­νά­γνω­ση καί τή με­λέ­τη τῶν Θεί­ων Γρα­φῶν θέ­σε μπρο­στά στά μά­τια σου τίς ἐν­το­λές τοῦ Κυ­ρί­ου καί ἀ­γω­νί­σου ἐ­ναν­τί­ον τῶν πα­θῶν· ἐ­κρί­ζω­σε ἀ­πό τήν καρ­διά σου μέ τήν προ­σευ­χή κά­θε εἰ­κό­να καί κά­θε ὁ­μοί­ω­μα, πού δέ­χθη­κες προ­τύ­τε­ρα ἀ­πό τήν ἐν­θύ­μη­ση τῶν πα­λαι­ῶν σου κα­κῶν πρά­ξε­ων συ­νή­θι­σε τό νοῦ σου νά με­λε­τᾶ πάν­το­τε τά μυ­στή­ρια τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας τοῦ Κυ­ρί­ου μας καί παῦ­σε νά ζη­τᾶς τή γνώ­ση καί τή θε­ω­ρί­α, πού ὑ­περ­βαί­νουν τήν δι­ή­γη­ση τῶν λό­γων· ἀ­κο­λού­θη­σε τήν ἐρ­γα­σί­α τῶν ἐν­το­λῶν καί τά ἔρ­γα τῆς κα­θα­ρό­τη­τας».
Ἡ ἀ­λη­θι­νή Θε­ο­γνω­σί­α, δέν ἀ­πο­βλέ­πει στήν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τῆς πε­ρι­έρ­γειας τοῦ ἀν­θρώ­που καί δέν εἶ­ναι δι­α­νο­η­τι­κῆς τά­ξε­ως. Ὅ­ποι­ος θέ­λει νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει τήν πε­ρι­έρ­γειά του καί ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ ἐ­ρω­τή­μα­τα δι­α­νο­η­τι­κῆς τά­ξε­ως, πού προ­ϋ­πο­θέ­τουν τήν ὑ­πο­τα­γή τοῦ Θε­οῦ στά δε­δο­μέ­να τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δι­ά­νοι­ας, θά ἀ­πο­γο­η­τευ­θεῖ ἤ θά ὁ­δη­γη­θεῖ στήν πλά­νη. Ὅ­ποι­ος ὅ­μως πο­θεῖ τήν ἀ­λη­θι­νή γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ, δέν ζη­τά­ει νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει τήν πε­ρι­έρ­γειά του· ταυ­τί­ζει τό θέ­λη­μά του μέ τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ καί κα­θα­ρί­ζει τή δι­ά­νοι­α καί τό σῶ­μα του γιά νά δε­χθεῖ τήν Θε­ϊ­κή ἐ­πέμ­βα­ση στή ζω­ή του.
Οἱ ἄν­θρω­ποι πού βρί­σκον­ται κά­τω ἀ­πό τό ζυ­γό τῶν πα­θῶν δύ­σκο­λα θά πι­στέ­ψουν στήν ὕ­παρ­ξη ἑ­νός προ­σω­πι­κοῦ Θε­οῦ. Για­τί ἡ πί­στη αὐ­τή ἔ­χει συ­νέ­πει­ες γιά τήν κα­θη­με­ρι­νή τους συμ­πε­ρι­φο­ρά (Πα­ροιμ. κη' 5. Ψαλμ. ιγ/ ι­ο' 1). Ἄν κα­νείς δέν ἐ­πι­θυ­μεῖ κα­θα­ρό­τη­τα στό πνεῦ­μα καί στό σῶ­μα, δέν μπο­ρεῖ νά βρεῖ τόν Θε­ό:
«Οἱ δι­ε­στραμ­μέ­νοι λο­γι­σμοί χω­ρί­ζουν ἀ­πό τόν Θε­ό καί ἡ παν­το­δυ­να­μί­α πού ἐκ­πει­ρά­ζε­ται ἀ­πο­μα­κρύ­νει τούς ἄ­φρο­νες.
Ἡ σο­φί­α δέν θά μπεῖ σέ πο­νη­ρή ψυ­χή, οὔ­τε θά κα­τοι­κή­σει σέ σῶ­μα, ὑ­πο­δου­λω­μέ­νο στήν ἁ­μαρ­τί­α.
Για­τί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα τῆς παι­δα­γω­γί­ας
ἀ­πο­φεύ­γει τό δό­λο· στέ­κε­ται μα­κρυ­ά ἀ­πό πο­νη­ρές σκέ­ψεις
καί ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται σάν πλη­σιά­ζει ἡ ἀ­δι­κί­α».
(Σοφ. Σολ. α' 3-5)
Ἀ­κρι­βῶς ἀν­τί­θε­τος εἶ­ναι ὁ δρό­μος τοῦ Κυ­ρί­ου:
«Ὁ νό­μος τοῦ Κυ­ρί­ου εἶ­ναι ἄ­μεμ­πτος, ἐ­πι­στρέ­φει ψυ­χές· ἡ μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Κυ­ρί­ου πι­στή, καί νή­πια ἀ­να­δει­κνύ­ει σο­φά.
Οἱ ἐν­το­λές τοῦ Κυ­ρί­ου εἶ­ναι εὐ­θεῖς, εὐ­φραί­νουν τήν καρ­διά· ἡ ἐν­το­λή τοῦ Κυ­ρί­ου εἶ­ναι ἀ­κτι­νο­βό­λος, φω­τί­ζει ὀ­φθαλ­μούς».
(Ψαλμ. ι­η'/ι­θ' 8-9)
Ἡ κά­θαρ­ση τῆς ψυ­χῆς ἀ­πό κά­θε τα­πει­νή ἐ­πι­θυ­μί­α καί πά­θος ὁ­δη­γεῖ τόν ἄν­θρω­πο στό δρό­μο τῆς Θε­ο­γνω­σί­ας, στό ἄ­νοιγ­μα τῆς καρ­διᾶς τοῦ ἀν­θρώ­που, γιά νά χω­ρέ­σει τά δῶ­ρα τοῦ Θε­οῦ.

4) Ἡ τα­πεί­νω­ση
Τό νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψει ὁ ἄν­θρω­πος τήν αὐ­το­νο­μί­α του, ση­μαί­νει νά τα­πει­νώ­σει τόν ἑ­αυ­τό του μπρο­στά στόν Θε­ό καί νά πε­ρι­μέ­νει ἀ­πό Ἐ­κεῖ­νον τή σω­τη­ρί­α. Χω­ρίς τα­πεί­νω­ση δέν εἶ­ναι δυ­να­τή ἡ κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό. Αὐ­τό βε­βαι­ώ­νει ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή:
«Μα­κά­ριοι οἱ πτω­χοί τῷ πνεύ­μα­τι, δι­ό­τι δι­κή τους εἶ­ναι ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν» (Ματθ. ε' ι­η' 3). «Ὁ πτω­χός τῷ πνεύ­μα­τι δέν πα­σχί­ζει νά ἐν­νο­ή­ση τά ἀ­νερ­μή­νευ­τα, νά ἀ­πο­κα­λύ­ψει τά μυ­στή­ρια τοῦ Θε­οῦ· πι­στεύ­ει ἁ­πλά στό λό­γο τοῦ Θε­οῦ γνω­ρί­ζον­τας ὅ­τι κά­θε λέ­ξη θεί­α εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, πνεῦ­μα καί αἰ­ώ­νια ζω­ή».
Ὅ­ποι­ος ἀ­κο­λου­θή­σει τόν δρό­μο τῆς αὐ­το­νο­μί­ας, θά λο­ξο­δρο­μή­σει καί δέν θά φθά­σει στό «σκο­πό». Ἔ­τσι ὁ ἅ­γιος Ἰ­σα­άκ ὁ Σῦ­ρος ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ὅ­τι μέ τούς «νό­μους τῆς γνώ­σης», πού κυ­βερ­νοῦ­σαν τόν κό­σμο πρίν ἀ­πό τήν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπό­ρε­σε νά ὑ­ψώ­σει τό κε­φά­λι του καί νά αἰ­σθαν­θεῖ τή δύ­να­μη τοῦ Κτί­στου του». Ἀλ­λά καί τώ­ρα, τήν ἐ­πο­χή τῆς πί­στης, πολ­λοί ἄν­θρω­ποι ἐ­πι­θυ­μοῦν καί πά­λι νά λο­ξο­δρο­μή­σουν ἀ­πό τήν «εὐ­θεῖ­α ὁ­δό στήν τα­πει­νό­τη­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης γνώ­σης», ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι «πτω­χή καί τα­πει­νή, ὅ­σο καί ἄν φαί­νε­ται πλού­σια, ἐ­νῷ τούς θη­σαυ­ρούς τῆς πί­στης δέν τούς χω­ροῦν ὁ οὐ­ρα­νός καί ἡ γῆ».
Αὐ­τή ἡ «αὐ­το­γνω­σί­α» τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι καρ­πός ἐ­λεύ­θε­ρης ἐ­πι­λο­γῆς καί βα­σι­κή αἰ­τί­α, γιά τήν ὁ­ποί­α ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πορ­ρί­πτει τούς θη­σαυ­ρούς τῆς πί­στης.
Ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος πα­ρο­μοιά­ζει τόν αὐ­το­νο­μη­μέ­νο ἄν­θρω­πο μέ τό σι­δε­ρά, πού παίρ­νει τό ἀ­ναμ­μέ­νο σί­δε­ρο ὄ­χι μέ τήν τσιμ­πί­δα, ἀλ­λά μέ τό χέ­ρι του, πρᾶγ­μα πού θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­νό­η­το· «ἔ­τσι καί οἱ φι­λό­σο­φοι, ἐ­πει­δή ἐ­πέ­με­ναν ὅ­τι μό­νοι των δύ­ναν­ται νά εὕ­ρουν αὐ­τά, πε­ρι­φρό­νη­σαν τήν πί­στη καί διά τοῦ­το βε­βαί­ως δέν εὔ­ρη­καν τί­πο­τε ἀ­π’ ὅ­σα ζη­τοῦ­σαν».
Ὁ τρό­πος λοι­πόν πού προ­σεγ­γί­ζει κα­νείς τήν ἀ­λή­θεια τοῦ «ποι­ός» ἔ­χει ἀ­πο­φα­σι­στι­κή ση­μα­σί­α. «Τέ­τοι­α εἶ­ναι ἡ φύ­ση τῶν μυ­στη­ρί­ων μας· ἀλ­λι­ῶς δι­ά­κει­μαι ἐ­γώ πρός αὐ­τά καί ἀλ­λι­ῶς ὁ ἄ­πι­στος. Ἀ­κού­ω ὅ­τι ἔ­γι­νε δοῦ­λος (ὁ Κύ­ριος) καί θαυ­μά­ζω τήν φρον­τί­δα. Τοῦ­το ἀ­κού­ει κι ἐ­κεῖ­νος καί τό θε­ω­ρεῖ ἀ­τι­μί­α. Ἀ­κού­ω ὅ­τι ἀ­πέ­θα­νε καί ἐκ­πλήτ­το­μαι διά τήν δύ­να­μή Του, δι­ό­τι ἄν καί ἀ­πέ­θα­νε, δέν κα­τε­κρα­τή­θη ἀλ­λά καί κα­τήρ­γη­σε τό θά­να­το· ἀ­κού­ει κι ἐ­κεῖ­νος καί ὑ­πο­πτεύ­ε­ται ἀ­δυ­να­μί­α» (I. Χρυ­σό­στο­μος).

5. Ἡ τα­πεί­νω­ση τοῦ νοῦ
Ὁ αὐ­το­νο­μη­μέ­νος νοῦς, δη­λα­δή ἡ λο­γι­κή τοῦ ἀν­θρώ­που στήν κα­τά­στα­ση τῆς πτώ­σης, δέν μπο­ρεῖ νά δεῖ τά πράγ­μα­τα τοῦ Θε­οῦ μέ τήν ἀ­πα­ραί­τη­τη κα­θα­ρό­τη­τα· εἶ­ναι σκο­τι­σμέ­νος καί πρέ­πει νά κα­θαρ­θεῖ. Τό­τε θά μπο­ρέ­σει νά δε­χθεῖ τή δι­δα­χή τοῦ Χρι­στοῦ.
Τό κή­ρυγ­μα τῶν ἀ­πο­στό­λων εἶ­χε σάν κύ­ριο στό­χο τήν «ἐν Χρι­στῷ κοι­νω­νί­α», τήν προ­σω­πι­κή σχέ­ση μέ τόν Χρι­στό καί τήν «ἐν Χρι­στῷ» δό­ξα (Πραξ. δ' 12. ε' 28-32). Στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ ἑ­νώ­θη­κε ἡ θε­ό­τη­τα μέ τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα (Ἰ­ω. α' 14. Κολ. β' 9. Α' Τιμ. γ' 15) καί πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἀ­λη­θι­νή κοι­νω­νί­α τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό· για­τί ὅ­που εἶ­ναι ὁ Υἱ­ός, ἐ­κεῖ εἶ­ναι καί ὁ Πα­τήρ, ἐ­κεῖ καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, ὅ­πως ἄλ­λω­στε συμ­βαί­νει καί μέ τόν ἄν­θρω­πο: εἶ­ναι ἀ­χώ­ρι­στα ἑ­νω­μέ­νος μέ τό λό­γο του καί τό πνεῦ­μα του· μό­νο πού στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Θε­οῦ ὁ Λό­γος καί τό Πνεῦ­μα εἶ­ναι «ἐ­νυ­πό­στα­τα», ἔ­χουν δη­λα­δή δι­κή τούς ὑ­πό­στα­ση! Ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπο­ροῦ­σε νά φθά­σει μέ τίς δι­κές του δυ­νά­μεις σ’ αὐ­τή τή Θε­ο­κοι­νω­νί­α· τήν πραγ­μα­το­ποί­η­σε ὁ Θε­ός στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ μέ τήν «κε­νω­τι­κή» Του ἀ­γά­πη, πού ξε­πέ­ρα­σε κά­θε ὅ­ριο ἐ­πά­νω στό Σταυ­ρό (Φιλ. β' 5-8).
Τό κή­ρυγ­μα αὐ­τό δέν μπό­ρε­σαν νά τό δε­χθοῦν οὔ­τε οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι οὔ­τε οἱ Ἐ­θνι­κοί τῆς ἐ­πο­χῆς τῶν ἀ­πο­στό­λων· ἡ ἐν­σάρ­κω­ση τοῦ Λό­γου καί ἰ­δι­αί­τε­ρα ὁ Σταυ­ρός τοῦ Χρι­στοῦ ἦ­ταν γιά τούς πρώ­τους σκάν­δα­λο καί γιά τούς δεύ­τε­ρους μω­ρί­α. Δέν μπό­ρε­σαν νά ἑρ­μη­νεύ­σουν τό Σταυ­ρό ὡς καύ­χη­μα καί δό­ξα (Γαλ. στ' 14. Ἰ­ω. ι­β' 32)· ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νή πρό­κλη­ση γιά τήν ἀν­θρώ­πι­νη λο­γι­κή (Α' Κορ. α' 18).
«Οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι θέ­λουν θαύ­μα­τα, οἱ δέ Ἕλ­λη­νες ζη­τοῦν σο­φί­α, ἐ­μεῖς ὅ­μως κη­ρύτ­του­με Χρι­στόν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νον γιά τούς Ἰ­ου­δαί­ους μέν σκάν­δα­λο, γιά δέ τούς Ἕλ­λη­νες μω­ρί­α· ἀλ­λά γιά τούς κα­λε­σμέ­νους, Ἰ­ου­δαί­ους καί Ἕλ­λη­νες, ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Θε­οῦ δύ­να­μη καί Θε­οῦ σο­φί­α. Για­τί αὐ­τό πού θε­ω­ρεῖ­ται θεί­α μω­ρί­α, εἶ­ναι σο­φό­τε­ρο ἀ­πό τή σο­φί­α τῶν ἀν­θρώ­πων καί ἐ­κεῖ­νο πού θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ Θε­οῦ, εἶ­ναι ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο ἀ­πό τή δύ­να­μη τῶν ἀν­θρώ­πων» (Α' Κορ. α' 22-25. Πρβλ. Γαλ. ε' 11).
Ὁ ἀ­πό­στο­λος προ­κα­λεῖ ἐ­δῶ, για­τί δέν αἰ­σθά­νε­ται τήν ἀ­νάγ­κη νά προ­σαρ­μό­σει τό κή­ρυγ­μά του στήν ἀν­θρώ­πι­νη φι­λο­σο­φί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­λυ­το­ποι­εῖ τόν νοῦ πού ἔ­χει σκο­τι­σθεῖ ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α καί δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα μιᾶς «κε­κα­θαρ­μέ­νης δι­ά­νοι­ας» καί τῆς «ἀ­να­­καί­νι­σης τοῦ νοῦ» στό φῶς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Σκο­πός του δέν εἶ­ναι νά στη­ρί­ξει τήν πί­στη μέ ἀν­θρώ­πι­να ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα, ἀλ­λά νά τήν θε­με­λι­ώ­σει στή θεί­α δύ­να­μη· δέν ἤ­θε­λε ἀν­θρώ­πους ἐγ­γυ­η­τές, ἀλ­λά τόν ἴ­διο τόν Θε­ό· κή­ρυτ­τε «τή μυ­στι­κή σο­φί­α τοῦ Θε­οῦ, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν κρυμ­μέ­νη καί τήν ὁ­ποί­α ὁ Θε­ός προ­ώ­ρι­σε πρό αἰ­ώ­νων γιά τή δι­κή μας δό­ξα» (Α' Κόρ. β' 4-7).
Ἡ μυ­στι­κή αὐ­τή σο­φί­α δέν ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στούς «σο­φούς καί συ­νε­τούς» τοῦ κό­σμου τού­του, ἀλ­λά στά «νή­πια» (Μάτθ. ι­α' 25. Λούκ. ι' 21), στά «μω­ρά τοῦ κό­σμου», στά «ἀ­γε­νῆ» καί ἐ­ξου­θε­νη­μέ­να», ὥ­στε «κα­νείς ἄν­θρω­πος νά μή μπο­ρεῖ νά καυ­χη­θεῖ ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ» (Α' Κορ. α' 27-29). Ὁ αὐ­το­νο­μη­μέ­νος ἄν­θρω­πος δέν θά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει πο­τέ τήν πνευ­μα­τι­κή του δί­ψα, για­τί ἀ­παι­τεῖ τά πράγ­μα­τα τοῦ Θε­οῦ νά προ­σαρ­μο­σθοῦν πλή­ρως στίς δυ­να­τό­τη­τες τῆς ἀν­θρώ­πι­νης σκέ­ψης. Ὅ­μως ὁ Θε­ός δέν γνω­ρί­ζε­ται μέ τόν τρό­πο πού ἐ­πι­θυ­μεῖ ὁ ἄν­θρω­πος νά γνω­ρί­σει τόν Θε­ό. Γιά νά φθά­σει ὁ ἄν­θρω­πος στή Θε­ο­γνω­σί­α, πρέ­πει νά τα­πει­νώ­σει τό νοῦ του.

6. Ἡ δι­δα­χή τοῦ Χρι­στοῦ
Ἄν ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει ἁ­γνή δι­ά­θε­ση καί ἀ­γά­πη γιά τόν Θε­ό, θά ἐ­πι­θυ­μή­σει τήν κά­θαρ­ση ἀ­πό τά πά­θη καί θά τα­πει­νώ­σει τό νοῦ του μπρο­στά στή Θεί­α βού­λη­ση καί στή Θεί­α ἀ­γά­πη. Θά ἀ­κο­λου­θή­σει τή δι­δα­χή τοῦ Θε­οῦ καί θά ἐ­ναρ­μο­νί­σει μ’ αὐ­τή ὁ­λό­κλη­ρη τή ζω­ή του. Τή δι­δα­χή τοῦ Χρι­στοῦ κή­ρυ­ξαν οἱ προ­φῆ­τες καί οἱ ἀ­πο­στό­λοι· ὅ­ποι­ος ἀ­γα­πά­ει τόν Θε­ό Τόν ἀ­φή­νει νά μι­λή­σει στή ζω­ή του καί ἀ­κο­λου­θεῖ τή φω­νή Του. «Ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε ἀ­πό τόν Θε­ό. Ὅ­ποι­ος γνω­ρί­ζει τόν Θε­ό, μᾶς ἀ­κού­ει. Ὅ­ποι­ος δέν εἶ­ναι ἀ­πό τόν Θε­ό, δέν μᾶς ἀ­κού­ει. Μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο γνω­ρί­ζου­με τό Πνεῦ­μα τῆς ἀ­λή­θειας ἀ­πό τό πνεῦ­μα τῆς πλά­νης» (Α' Ἰ­ω. δ' 6).
«Πᾶς ὁ πι­στεύ­ων καί μή μέ­νων ἐν τή δι­δα­χή τοῦ Χρι­στοῦ Θε­όν οὐκ ἔ­χει»· ὅ­ποι­ος πα­ρα­βαί­νει καί δέν μέ­νει στή δι­δα­χή τοῦ Χρι­στοῦ, δέν ἔ­χει Θε­ό· «ἐ­κεῖ­νος πού μέ­νει στή δι­δα­χή τοῦ Χρι­στοῦ, αὐ­τός ἔ­χει καί τόν Πα­τέ­ρα καί τόν Υἱ­όν» (Β' Ἰ­ω. 9)· «ἐ­κεῖ­νος πού πράτ­τει τό κα­λό (ὁ ἀ­γα­θο­ποι­ῶν), εἶ­ναι ἐκ τοῦ Θε­οῦ· ὁ δέ κα­κο­ποι­ῶν δέν ἔ­χει ἴ­δει τόν Θε­ό» (Γ' Ἰ­ω. 11).
«Ἐ­άν ἐ­πι­θυ­μεῖς ἀ­λη­θι­νά τή θε­ω­ρί­α τῶν μυ­στη­ρί­ων, ἐ­ξά­σκη­σε μέ ἔρ­γα τίς ἐν­το­λές καί ὄ­χι ἐ­ρευ­νη­τι­κά καί μέ τή μά­θη­ση· ἡ πνευ­μα­τι­κή θε­ω­ρί­α ἐ­νερ­γεῖ μέ­σα μας στόν τό­πο πού εἶ­ναι κα­θα­ρός· καί ζή­τη­σε πρῶ­τα νά μά­θεις πῶς μπο­ρεῖς νά εἰ­σέλ­θεις σ’ αὐ­τόν τόν τό­πο τῆς κα­θα­ρό­τη­τος καί κα­τό­πιν ἄρ­χι­σε τό ἔρ­γο» (Ἰ­σα­ακ ὁ Σῦ­ρος).
Ὅ­ποι­ος λοι­πόν ἐ­πι­θύ­μει νά γνω­ρί­σει τόν Θε­ό, πρέ­πει νά γί­νει ἄν­θρω­πος ἀ­γά­πης, νά ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ δη­λα­δή ἐ­λεύ­θε­ρα στήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ μέ τή δι­κή του ἀ­γά­πη. Ὅ­μως γιά νά τό κά­νει αὐ­τό μέ συ­νέ­πεια πρέ­πει νά ἐ­πι­θυ­μεῖ τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α του ἀ­πό τά πά­θη καί νά ἀ­γω­νί­ζε­ται ν’ ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­πό αὐ­τά· πρέ­πει νά ἔ­χει ἀ­λη­θι­νά ἀ­γα­θή πρό­θε­ση, νά «δι­ψά­ει» γιά τόν Θε­ό καί νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τήν αὐ­το­νο­μί­α του· νά τα­πει­νω­θεῖ καί νά ἀ­κο­λου­θή­σει τή δι­δα­χή τοῦ Θε­οῦ, ὄ­χι τή «συνταγή τοῦ ὄφεως»!

7. Ἡ δύ­να­μη τοῦ Πνεύ­μα­τος

Μέ τήν πτώ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που σκο­τί­στη­κε καί ὁ νοῦς του καί δέν μπο­ρεῖ νά «δεῖ» κα­θα­ρά. Ὅ­μως μέ τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος κα­θο­δη­γεῖ­ται καί ὁ νοῦς μας· ἀ­παλ­λάσ­σε­ται ἀ­πό τήν ἐ­πή­ρεια τοῦ Δι­α­βό­λου καί ὁ­δη­γεῖ­ται στήν σω­τή­ρια ἀ­λή­θεια τοῦ Θε­οῦ.
Ἡ γνώ­ση στήν ὁ­ποί­α ὁ ἄν­θρω­πος ὁ­δη­γεῖ­ται μέ τήν ἐ­πι­στή­μη δέν εἶ­ναι ἡ σω­τή­ριος ἀ­λή­θεια, για­τί εἶ­ναι κτι­στῆς τά­ξης· πρό­κει­ται γιά τήν κα­τα­νό­η­ση τῆς «κτι­στῆς ἀ­λή­θειας». Τέ­τοι­α εἶ­ναι ἡ γνώ­ση τῆς ἰ­α­τρι­κῆς, τῆς βι­ο­λο­γί­ας, τῆς γε­ω­γρα­φί­ας κ.ο.κ. Ἡ ἐ­πι­στή­μη λοι­πόν, πού στη­ρί­ζε­ται στίς ἀν­θρώ­πι­νες προ­σπά­θει­ες, ἔ­χει ὡς στό­χο τήν «κτι­στή» πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δέν ξε­περ­νά­ει τήν δη­μι­ουρ­γί­α, ὥ­στε νά ἀ­να­κα­λύ­ψει τόν Θε­ό ἤ καί νά προσ­δι­ο­ρί­σει τίς προ­σω­πι­κές του σχέ­σεις μέ τόν ἄν­θρω­πο. Αὐ­τό ση­μαί­νει πώς κα­νείς ἄν­θρω­πος, ὁ­σο­δή­πο­τε κι ἄν ἔ­χει προ­χω­ρή­σει στή δι­ε­ρεύ­νη­ση τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, δέν ἀ­πο­κτᾶ τό δι­καί­ω­μα, στό ὄ­νο­μα τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς του ἱ­κα­νό­τη­τας, νά ἔ­χει μί­α ὁ­ποι­α­δή­πο­τε βα­ρύ­νου­σα γνώ­μη γιά τίς ἄ­κτι­στες ἀ­λή­θει­ες τοῦ Θε­οῦ. Οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­πό­ψεις του, θά εἶ­ναι καρ­πός τῶν θρη­σκευ­τι­κῶν του πε­ποι­θή­σε­ων, ὄ­χι ἀ­πο­τέ­λε­σμα «ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς» ἔ­ρευ­νας.
Ἡ βά­ση αὐ­τή μᾶς βο­η­θεῖ νά κα­τα­νο­ή­σου­με, για­τί πολ­λοί ἄν­θρω­ποι, πού δι­έ­πρε­ψαν στήν ἐ­πι­στή­μη, δέν μπό­ρε­σαν νά βροῦν τό δρό­μο γιά τήν «ἀ­λή­θεια καί τή ζω­ή» (Ἰ­ω. ι­δ' 6)· για­τί ἕ­νας ἄ­θε­ος μπο­ρεῖ ἐ­ξί­σου νά εἶ­ναι με­γά­λος ἐ­πι­στή­μο­νας, ὅ­πως καί ἕ­νας πι­στός!
Στήν γνώ­ση τῶν πραγ­μά­των τοῦ Θε­οῦ, στήν ἀ­λη­θι­νή Θε­ο­γνω­σί­α, δέν ὁ­δη­γεῖ τό πνεῦ­μα τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, ἡ Θεί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη (πρβλ. Ἰ­ακ. γ' 13-19). Τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ ὁ­δη­γεῖ τόν ἄν­θρω­πο στήν ἐ­πί­γνω­ση τῆς ἄ­κτι­στης ἀ­λή­θειας. Ἔ­τσι ὁ Θε­ός δέν ἀ­να­κα­λύ­πτε­ται, ἀλ­λά ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται.
Μέ τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος στίς καρ­δί­ες τῶν ἀν­θρώ­πων, ἡ «γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ», ἡ Θεί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη, ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ· «ἐν Υἱ­ῷ» ἐ­λά­λη­σε σέ μᾶς ὁ Θε­ός στίς ἔ­σχα­τες αὐ­τές ἡ­μέ­ρες· «ἡ χά­ρις καί ἡ ἀ­λή­θεια διά Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἐ­δό­θη» (Ἐ­θρ. α' 1. Ἰ­ω. 17).
Ὁ Χρι­στός, στό ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στή­ριο κή­ρυγ­μά του πρός τούς ἀ­πο­στό­λους, μί­λη­σε γιά ἄλ­λο Πα­ρά­κλη­το» (Ἰ­ω. ιδ΄, 16) δη­λα­δή γιά τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, πού θά «ἐ­λέγ­ξει τόν κό­σμο» (Ἰ­ω. ι­στ' 8) ἀ­να­φο­ρι­κά μέ τήν πί­στη στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ καί τή σχέ­ση Του πρός τόν Πα­τέ­ρα. «Ἔ­χω πολ­λά ἀ­κό­μη νά σᾶς πῶ», πρό­σθε­σε ὁ Κύ­ριος, «ἀλ­λά δέν μπο­ρεῖ­τε νά τά βα­στά­ξε­τε τώ­ρα. Ἀλ­λ’ ὅ­ταν ἔλ­θει Ἐ­κεῖ­νος, τό Πνεῦ­μα τῆς ἀ­λή­θειας, θά σᾶς ὁ­δη­γή­σει εἰς ὅ­λη τήν ἀ­λή­θεια, δι­ό­τι δέν θά μι­λή­σει ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λά θά πεῖ ὅ­σα ἀ­κού­σει καί θά σᾶς ἀ­ναγ­γεί­λει ἐ­κεῖ­να πού μέλ­λουν νά συμ­βοῦν. Ἐ­κεῖ­νος θά δο­ξά­σει ἐ­μέ, δι­ό­τι θά πά­ρει ἀ­πό ὅ,τι εἶ­ναι δι­κό μου καί θά σᾶς τό ἀ­ναγ­γεί­λει. Ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χει ὁ Πα­τήρ μου, εἶ­ναι δι­κά μου» (Ἰ­ω. ι­στ' 12· 16).
Οἱ ἀ­πό­στο­λοι ἦ­ταν πάν­το­τε κον­τά στό Χρι­στό, ἄ­κου­αν συ­νέ­χεια τά κη­ρύγ­μα­τά του, ἔ­βλε­παν τά θαύ­μα­τα· ὅ­μως μέ τίς δι­κές τους ἱ­κα­νό­τη­τες στά­θη­κε ἀ­δύ­να­το νά γνω­ρί­σουν τήν ἀ­λή­θεια γιά τό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ· ἔ­πρε­πε νά τούς τό ἀ­πο­κα­λύ­ψει ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός! (Ματθ. ι­στ', 17)· πρίν ἀ­πό τήν πεν­τη­κο­στή δέν μπό­ρε­σαν νά γνω­ρί­σουν τόν Κύ­ριο καί νά ἀν­τι­λη­φθοῦν τή δό­ξα Του. Ἀ­κό­μη καί οἱ τρεῖς μα­θη­τές πού πα­ρα­βρέ­θη­καν ἀ­τό ὄ­ρος τῆς με­τα­μόρ­φω­σης δέν ἔ­ζη­σαν ὁ­λό­κλη­ρο τό με­γα­λεῖ­ο τῆς δό­ξης τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λά μό­νο ἕ­να μέ­ρος, «κα­θώς ἠ­δύ­ναν­το»! (Ἀ­πο­λυ­τί­κιο τῆς με­τα­μορ­φώ­σε­ως. Προ­βλ. Ἰ­ω.12-16).
Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ λό­γος γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ ἀ­να­στη­μέ­νος Κύ­ριος πα­ραγ­γέλ­λει στούς ἀ­πο­στό­λους νά πε­ρι­μέ­νουν στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ ὥ­σπου νά ἐν­δυ­θοῦν «δύ­να­μη ἐξ ὕ­ψους» (Λουκ. κδ' 49). Μό­νο τό­τε θά μπο­ρέ­σουν νά εἶ­ναι «μάρ­τυ­ρές» Του στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ καί.­.. μέ­χρι τῶν πε­ρά­των τῆς γῆς» (Πράξ. α' 8). Πράγ­μα­τι οἱ ἀ­πό­στο­λοι ἄρ­χι­σαν με­τά τήν πεν­τη­κο­στή τό κή­ρυγ­μα χω­ρίς πιά κα­νέ­να φό­βο γιά τούς δι­ωγ­μούς τῶν Ἰ­ου­δαί­ων καί τῶν Ἐ­θνι­κῶν: μέ δύ­να­μη καί ἐ­ξου­σί­α (Πραξ. δ' 1-20)· «οὐ­δείς δύ­να­ται νά εἰ­πῆ Κύ­ριον Ἰ­η­σοῦν, εἰ μή ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ» (Α' Κορ. ι­β' 3).
Ἔ­τσι τό κή­ρυγ­μα τῶν ἀ­πο­στό­λων δέν γι­νό­ταν «μέ πει­στι­κούς λό­γους ἀν­θρώ­πι­νης σο­φί­ας, ἀλ­λά μέ πει­θώ Πνεύ­μα­τος καί δυ­νά­με­ως, διά νά μήν εἶ­ναι ἡ πί­στη μας θε­με­λι­ω­μέ­νη ἐ­πά­νω στή σο­φί­α τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀλ­λά στή δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ.­.. Ἐ­μεῖς δέ δέν ἐ­λά­βα­με τό πνεῦ­μα τοῦ κό­σμου, ἀλ­λά τό Πνεῦ­μα πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τόν Θε­ό, γιά νά γνω­ρί­σω­με ἐ­κεῖ­να πού μᾶς ἐ­χα­ρί­σθη­σαν ἀ­πό τόν Θε­ό.­.. Ὁ φυ­σι­κός ἄν­θρω­πος δέν δέ­χε­ται ὅ­σα προ­έρ­χον­ται ἀ­πό τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ, για­τί γι’ αὐ­τόν εἶ­ναι μω­ρί­α· δέν μπο­ρεῖ νά τό κα­τα­λά­βει, δι­ό­τι πρέ­πει νά ἐ­ξε­τα­σθοῦν πνευ­μα­τι­κά. Ἀλ­λ’ ὁ πνευ­μα­τι­κός ἄν­θρω­πος κρί­νει τά πάν­τα, ὁ ἴ­διος ὅ­μως δέν κρί­νε­ται ἀ­πό κα­νέ­ναν. «Για­τί ποι­ός ἐ­γνώ­ρι­σε τή σκέ­ψη τοῦ Κυ­ρί­ου, ὥ­στε νά Τόν δι­δά­ξει; Ἐ­μεῖς ὅ­μως ἔ­χου­με νοῦν Χρι­στοῦ» (Α' Κορ. β' 4-16, πρβλ. Ἠσ. μ' 13).





Share:

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Η φωτογραφία μου
Για την προστασία του ελληνορθόδοξου πολιτισμού της οικογενείας της νεολαίας και του πολίτη.

Translate

Από το Blogger.

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Ετικέτες

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΑΙΔ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΏΤΟΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΟΜΙΛΙΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΣΟΦΙΑ ΑΠOKPYΦIΣMOΣ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΑ ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ ΑΡΧΙΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΜΥΡΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΑΪΔΩΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΑNTIAIPETIKO ΣEMINAPIO ΒΙΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΓΙΟΓΚΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ ΕΤΕΡΟΘΡΗΣΚΟΙ ΘΕΟΣΟΦΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΡΙΔΟΛΟΓΙΑ ΙΣΛΑΜ ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΙΩΝΗ Κ. ΒΑΪΟΣ ΠΡΑΝΤΖΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗ ΚΩΝΣΤ. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΟΓΟΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΣΜΟΣ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΝΕΟΓNΩΣTIKIΣMOΣ ΝΕΟEIΔΩΛOΛATPEIA ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ Π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΙΔΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΠΑΤΕΡ ΙΩΣΗΦ ΒΙΓΛΙΩΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΚΟΠΙΑ ΠΙΣΤΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΟΜΙΛΙΩΝ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣΥΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΡΩΤ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ ΡΕΦΛΕΞΟΛΟΓΙΑ ΣΑΤΑΝΙΣΜΟΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΣΚΟΠΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΧΙΣΜΑ ΤΡΙΤΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΦΥΛΟ ΧΙΛΙΑΣΤΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΨΕΥΔΟ-ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ ΨΗΦΙΣΜΑ ΨEYΔOΠPOΦHTEΣ ΨEYTOMEΣΣIEΣ

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Προτεινόμενη ανάρτηση

Η εορτή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά προστάτου του Σωματείου μας

Παραμονή Του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά σήμερα και η τοπική Ἐκκλησία της Θεσσαλονίκης μαζί με το Σωματείο του Ορθοδόξου Μακεδονικού Παρατηρη...

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *