Όριο Πίστεως


ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ - Η Α­ΛΗ­ΘΕΙΑ Δ’ - π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου


Θέματα Ὀρθοδόξου πίστεως ἀπό τό βιβλίο «Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ», τοῦ ἀειμνήστου  π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου συγχρόνου ὁμολογητοῦ, ἱδρυτοῦ τῆς ἀντιαιρετικῆς ἄμυνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, πού ἀποτελεῖ ὁλοκληρωμένη δογματική ἀντιαιρετική ἀσπίδα.
Ἡ γνώση τῆς ἀκριβοῦς Ὀρθοδόξου Πίστεως εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν κατάρτιση τῶν στελεχῶν τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἔργου καί γιά τήν σίγουρη καί ἔγκυρη βοήθεια στά θύματα καί τούς συγγενεῖς τους.




1. Η ΑΛΗΘΕΙΑ Δ’

ζ) Τά ἴ­χνη τοῦ Θε­οῦ στή δη­μι­ουρ­γί­α

Μή­πως ὁ ἄν­θρω­πος, μέ τίς δι­κές του δυ­να­τό­τη­τες δέν μπο­ρεῖ νά γνω­ρί­σει τί­πο­τα γιά τόν Θε­ό; Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς λέ­ει πώς ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νά ἀ­να­κα­λύ­ψει πί­σω ἀ­πό τά δη­μι­ουρ­γή­μα­τα τό Δη­μι­ουρ­γό, τή δύ­να­μή Του καί τή δό­ξα Του.
«Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νο πού μπο­ρεῖ νά γί­νει γνω­στό ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους γιά τόν Θε­ό, εἶ­ναι φα­νε­ρό σ’ αὐ­τούς, για­τί ὁ Θε­ός τούς τό ἐ­φα­νέ­ρω­σε. Ἐ­πει­δή τά ἀ­ό­ρα­τα Αὐ­τοῦ, δη­λα­δή ἡ αἰ­ώ­νια δύ­να­μη καί ἡ Θε­ό­της Του, βλέ­πον­ται κα­θα­ρά ἀ­πό τό­τε πού δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ὁ κό­σμος καί κα­τα­νο­οῦν­ται διά μέ­σου τῶν δη­μι­ουρ­γη­μά­των Του, ὥ­στε οἱ ἄν­θρω­ποι νά εἶ­ναι ἀ­να­πο­λό­γη­τοι.­.­.» (Ρωμ. α' 19-20).
Τή δό­ξα τοῦ Θε­οῦ πού φα­νε­ρώ­νε­ται μέ­σῳ τῶν δη­μι­ουρ­γη­μά­των ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή:
«Οἱ οὐ­ρα­νοί δι­η­γοῦν­ται δό­ξα Θε­οῦ,
τό στε­ρέ­ω­μα ἀ­ναγ­γέλ­λει πώς εἶ­ναι ἔρ­γο τῶν χε­ρι­ῶν Του.
Κά­θε μέ­ρα με­τα­δί­δει στήν ἄλ­λη λό­γο
καί κά­θε νύ­χτα ἀ­ναγ­γέλ­λει στήν ἄλ­λη γνώ­ση.
Δέν εἶ­ναι λα­λι­ές καί λό­γοι πού δέν ἀ­κού­ον­ται οἱ φω­νές των σέ ὅ­λη τή γῆ ἐ­ξῆλ­θαν οἱ λό­γοι των καί στά πέ­ρα­τα τῆς οἰ­κου­μέ­νης ἡ φω­νή των.­.­.­».
(Ψαλμ. ι­η ' 2-5/ι­θ' 1-4)
«Ἐ­κά­λυ­ψεν οὐ­ρα­νούς ἡ ἀ­ρε­τή Του, καί μέ τή δό­ξα Του γέ­μι­σε ἡ γῆ.
Κι ἡ λάμ­ψη Τοῦ εἶ­ναι σάν τό φῶς· δύ­να­μη κρά­τει στά χέ­ρια Του καί ἐ­ναρ­μό­νι­σε τήν ἀ­γά­πη μέ τήν κρα­ται­ά Του ἰ­σχύ».
(Ἀβ­βακ. γ' 3-4. Πρβλ. Α­ριθ. ι­δ' 21. Σοφ. Σολ. ι­γ' 3-9. Σοφ. Σειρ. μγ' 11-33)
Ὁ Θε­ός λοι­πόν ἄ­φη­σε τά «ἴ­χνη» Του στή δη­μι­ουρ­γί­α. Ὅ­μως ὁ ἄν­θρω­πος, ἀ­να­κα­λύ­πτον­τας τά «ἴ­χνη» αὐ­τά, δέν ἀ­να­κα­λύ­πτει τόν προ­σω­πι­κό Θε­ό, πού μέ τή Θεί­α Του βού­λη­ση δη­μι­ουρ­γεῖ τόν ἄν­θρω­πο καί τόν κό­σμο ὡς καρ­πό τῆς ἀ­γά­πης Του. Ὁ Θε­ός, στόν ὁ­ποῖ­ο κα­τα­λή­γει κα­νείς με­λε­τών­τας μό­νο τά «ἴ­χνη» τοῦ Δη­μι­ουρ­γοῦ, εἶ­ναι ὁ Θε­ός τῶν φι­λο­σό­φων, ὄ­χι ὁ Τρι­α­δι­κός Θε­ός.

η) Ὁ Θε­ός τῶν φι­λο­σό­φων

Πολ­λοί φι­λό­σο­φοι καί δι­α­νο­η­τές προ­σπά­θη­σαν νά γνω­ρί­σουν τόν Θε­ό μέ τή λο­γι­κή· ἦ­ταν φυ­σι­κό νά κα­τα­λή­ξουν στήν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή ἄρ­νη­ση τοῦ Θε­οῦ ἤ καί στήν ἄ­πο­ψη γιά ἕ­να ὑ­πέρ­τα­το καί ἀ­πρό­σω­πο Ὄν, πού δέν ἔρ­χε­ται σέ καμ­μί­α κοι­νω­νί­α μέ τόν ἄν­θρω­πο.
Ὅ­μως αὐ­τό δέν εἶ­ναι ὁ ἀ­λη­θι­νός Θε­ός, τόν ὁ­ποῖ­ο ἐ­μεῖς λα­τρεύ­ου­με. Ὁ Θε­ός τῶν χρι­στια­νῶν εἶ­ναι ἡ ὁ­δός καί ἡ ἀ­λή­θεια καί ἡ ζω­ή (Ἰ­ω. ι­δ' 6)· δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι μα­κρυ­ά, ἕ­να ἀ­πρό­σω­πο ὄν, πού δέν ἔρ­χε­ται σέ προ­σω­πι­κή σχέ­ση μέ τόν ἄν­θρω­πο καί δέν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται γιά τόν κό­σμο. «Θε­ός ἐγ­γί­ζων ἐ­γώ εἰ­μι, λέ­γει Κύ­ριος, καί οὐ­χί Θε­ός πόρ­ρω­θεν», ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ Θε­ός, πού βρί­σκε­ται πλη­σί­ον σας, δέν εἶ­μαι ἕ­νας Θε­ός μα­κρυ­νός, «δέν πλη­ρῶ τόν οὐ­ρα­νόν καί τήν γῆν»; (Ἱ­ερ. κγ' 23-24. Δευ­τερ. δ' 7). «Ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ Θε­ός τοῦ πα­τρός σου· ὁ Θε­ός τοῦ Ἀ­βρα­άμ καί ὁ Θε­ός τοῦ Ἰ­σα­άκ καί ὁ Θε­ός τοῦ Ἰ­α­κώβ» (Ἐξ. γ' 6.16. Ματθ. κβ' 32. Μάρκ. Ἰ­β' 26). Ὁ Θε­ός λοι­πόν, ὁ Σω­τῆ­ρας τοῦ ἀν­θρώ­που, δέν βρί­σκε­ται μα­κρυ­ά, εἶ­ναι πλη­σί­ον, ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἀ­πό τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ στήν καρ­διά τοῦ ἀν­θρώ­που (Ἰ­ω. ι­δ' 26. Α' Ἰ­ω. β' 20.27. Σοφ. Σολ. θ' 17).
Αὐ­τό πού πρέ­πει νά κά­νει ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι νά ἐν­τά­ξει τόν ἑ­αυ­τό του κά­τω ἀ­πό τήν Κυ­ρι­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ, νά τόν ἀ­να­γνω­ρί­σει ὡς κε­φα­λή τοῦ Σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τῆς ὁ­ποί­ας κά­θε πι­στός ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­λος. Ἔ­τσι ὁ ἄν­θρω­πος ἐγ­κα­τα­λεί­πει τήν αὐ­το­νο­μί­α του καί «βα­σι­λεύ­ε­ται» ἀ­πό τόν Χρι­στό. Γι’ αὐ­τό καί πι­στεύ­ου­με ὅ­τι ἡ ἐκ­κλη­σί­α σάν Σῶ­μα Χρι­στοῦ, εἶ­ναι ἡ «βα­σί­λεια τοῦ Πα­τρός καί τοῦ Υἱ­οῦ καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος».
«Ἐγ­γύς σου τό ρῆ­μα ἐ­στιν, ἐν τῷ στο­μα­τί σου καί ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ σου· του­τ’ ἔ­στι τό ρῆ­μα τῆς πί­στε­ως ὅ κη­ρύσ­σο­μεν. ὅ­τι ἐ­άν ὁ­μο­λο­γή­σης ἐν τῷ στο­μα­τί σου Κύ­ριον Ἰ­η­σοῦν, καί πι­στεύ­σης ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ σου ὅ­τι ὁ Θε­ός αὐ­τόν ἤ­γει­ρεν ἐκ νε­κρῶν, σω­θή­ση· καρ­δί­α γάρ πι­στεύ­ε­ται εἰς δι­και­ο­σύ­νην, στό­μα­τι δέ ὁ­μο­λο­γεῖ­ται εἰς σω­τη­ρί­αν. λέ­γει γάρ ἡ γρα­φή· πᾶς ὁ πι­στεύ­ων ἐ­π’ αὐ­τῷ οὐ κα­ται­σχυν­θή­σε­ται. οὐ γάρ ἐ­στι δι­α­στο­λή Ἰ­ου­δαί­ου τέ καί Ἕλ­λη­νος· ὁ γάρ αὐ­τός Κύ­ριος πάν­των, πλου­τῶν εἰς πάν­τας τούς ἐ­πι­κα­λου­μέ­νους αὐ­τόν πᾶς γάρ ὅς ἄν ἐ­πι­κα­λέ­ση­ται τό ὄ­νο­μα Κυ­ρί­ου σω­θή­σε­ται» (Ρωμ.ι΄8-13).
Κλεί­νον­τες αὐ­τό τό κε­φά­λαι­ο πα­ρα­τη­ροῦ­με πώς ἡ σω­τή­ρια ἀ­λή­θεια δέν ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­φη­ρη­μέ­νη ἰ­δέ­α, ἀλ­λά ταυ­τί­ζε­ται μέ συγ­κε­κρι­μέ­νο πρό­σω­πο, μέ τό πρό­σω­πο τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Συ­νε­πῶς ἡ γνώ­ση τῆς ἀ­λή­θειας δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ δι­α­νο­η­τι­κή κα­τά­στα­ση, ἀλ­λά στήν ἔν­τα­ξη τοῦ ἀν­θρώ­που στό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ καί στήν ἐν Χρι­στῷ ζω­ή. Γι’ αὐ­τό εἶ­ναι σω­τή­ριος ἀ­λή­θεια.
Ὅ­μως δέν μπο­ρεῖ νά φθά­σει μό­νος του ὁ ἄν­θρω­πος σ’ αὐ­τή τήν ἀ­λή­θεια, μέ κά­ποι­ες τε­χνι­κές. Γνώ­ση τῆς ἀ­λή­θειας δέν ση­μαί­νει δι­α­δι­κα­σί­α «ἀ­να­βά­σε­ως» τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά «κα­τα­βά­σε­ως» ἤ μᾶλ­λον «συγ­κα­τα­βά­σε­ως» τοῦ Θε­οῦ στήν ἀ­νάγ­κη τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός δι­α­περ­νᾶ τήν ἄ­βυσ­σο πού χω­ρί­ζει τό κτι­στό μέ τόν Ἄ­κτι­στο, ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στά δη­μι­ουρ­γή­μα­τά Του καί προ­σφέ­ρει τή δυ­να­τό­τη­τα ἀ­λη­θι­νῆς κοι­νω­νί­ας ἀ­γά­πης καί ζω­ῆς. Πρό­κει­ται γιά κί­νη­ση ἐ­λευ­θε­ρί­ας καί ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ.
Ἀλ­λά αὐ­τή ἡ πρω­το­βου­λί­α τοῦ Θε­οῦ δέν βιά­ζει τή βού­λη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἀ­φή­νει τόν ἄν­θρω­πο νά κά­νει ἐ­λεύ­θε­ρα τήν ἐ­πι­λο­γή του· νά ἀ­παν­τή­σει μέ τή δι­κή του ἀ­γά­πη στήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ ἤ νά τήν ἀ­πορ­ρί­ψει. Ὅ­μως αὐ­τή ἡ ἐ­πι­λο­γή δέν εἶ­ναι δι­α­νο­η­τι­κῆς τά­ξης. Γιά νά γνω­ρί­σει ὁ ἄν­θρω­πος τόν Θε­ό πρέ­πει νά ἔ­χει ἁ­γνή δι­ά­θε­ση. Νά ἐ­πι­θυ­μεῖ μέ ὅ­λη του τήν ὕ­παρ­ξη τήν κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης μέ τόν Θε­ό καί ὄ­χι τήν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τῆς πε­ρι­έρ­γειάς του ἤ ἄλ­λων ἐ­πι­θυ­μι­ῶν. Πρέ­πει νά θε­ω­ρή­σει αὐ­τή τήν κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης ὡς μο­να­δι­κό θη­σαυ­ρό, ὡς βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα τῆς ζω­ῆς του πά­νω στή γῆ. Νά νι­ώ­σει ὅ­τι μό­νο ἔ­τσι ὁ­δη­γεῖ­ται ἀ­πό τή φθο­ρά στήν ἀ­φθαρ­σί­α, ἀ­πό τό θά­να­το στήν ἀ­θα­να­σί­α. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α του γιά τόν Θε­ό θά εἶ­ναι τό­τε τό­σο με­γά­λη, ὥ­στε τί­πο­τα δέν θά μπο­ρέ­σει νά στα­θεῖ ἀ­νά­με­σα, νά τόν χω­ρί­σει ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ (Ρωμ. η' 39).
Ὁ ἄν­θρω­πος πού «δι­ψά­ει» ἀ­λη­θι­νά γιά τόν Θε­ό ἐγ­κα­τα­λεί­πει τήν αὐ­το­νο­μί­α του καί ἀ­γω­νί­ζε­ται νά κα­θα­ρί­σει τόν ἑ­αυ­τό του ἀ­πό τά πά­θη καί ἀ­πό κά­θε τί πού θά μπο­ροῦ­σε νά τόν χω­ρί­σει ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ. Ἀλ­λά αὐ­τή ἡ κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης δέν εἶ­ναι κοι­νω­νί­α οὐ­σί­ας· ὁ ἄν­θρω­πος δέν με­τέ­χει στήν οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ, οὔ­τε ἀ­πορ­ρο­φᾶ­ται ἀ­πό τό Δη­μι­ουρ­γό του. Γί­νε­ται μέ­το­χος μό­νο τῆς Χά­ρης Του, ὄ­χι τῆς Θεί­ας Οὐ­σί­ας. Ὅ­μως ἡ θεί­α Χά­ρη ἡ ἐ­νέρ­γεια τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἄ­κτι­στης τά­ξης. Γι’ αὐ­τό καί ἡ συγ­κα­τά­βα­ση αὐ­τή τοῦ Θε­οῦ ση­μαί­νει ἀ­λη­θι­νή Θε­ό-κοι­νω­νί­α.
Ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νά ἔ­χει τήν αἴ­σθη­ση αὐ­τῆς τῆς Χά­ρης στή ζω­ή του. Ὅ­μως ὁ χρι­στια­νός δέν ἀ­να­ζη­τά­ει τίς πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες, ἀλ­λά τόν πνευ­μα­τι­κό ἀ­γῶ­να, γιά νά μεί­νει στή Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­πι­θυ­μεῖ νά μεί­νει στήν κοι­νω­νί­α τῆς Χά­ρης τοῦ Θε­οῦ, πού εἶ­ναι κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης, χω­ρίς ἀν­ταλ­λάγ­μα­τα. Ὅ­ταν ὁ Θε­ός κρί­νει πώς τά παι­διά Του ἐ­πι­θυ­μοῦν αὐ­τή τήν κοι­νω­νί­α, τούς πα­ρέ­χει τή Χά­ρη Του γιά νά τούς ἐ­νι­σχύ­σει στόν ἀ­γῶ­να τους, τό­τε μπο­ρεῖ νά τούς δώ­σει καί κά­ποι­α ἐ­σω­τε­ρι­κή πλη­ρο­φο­ρί­α τῆς πα­ρου­σί­ας Του· κά­ποι­ο «ση­μεῖ­ο». Ὅ­μως μπο­ρεῖ νά κρί­νει πώς εἶ­ναι και­ρός νά «ἀ­σκη­θοῦν» καί νά «γυ­μνα­στοῦν». Τό­τε ἀ­φαι­ρεῖ αὐ­τή Του τήν Χά­ρη. Ἀλ­λά ὁ Θε­ός βρί­σκε­ται πάν­το­τε «ἐγ­γύς» καί ἐ­πεμ­βαί­νει κά­θε φό­ρα πού ὁ πει­ρα­σμός θά ξε­πε­ρά­σει τήν ἀν­το­χή τοῦ ἀν­θρώ­που. Πό­τε γί­νε­ται αὐ­τό, τό γνω­ρί­ζει ὁ Θε­ός καί ὄ­χι ὁ ἄν­θρω­πος.
Τό νά θέ­σει ὁ χρι­στια­νός ὡς σκο­πό τήν ἀ­πό­κτη­ση ἐμ­πει­ρι­ῶν, εἶ­ναι πρᾶγ­μα ἐ­πι­κίν­δυ­νο. Μπο­ρεῖ νά ὁ­δη­γη­θεῖ σέ ἔ­παρ­ση ἤ σέ πλά­νη. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­ταν χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται δι­α­φο­ρές «τε­χνι­κές», οἱ ὁ­ποῖ­ες τά­χα ὁ­δη­γοῦν ἀ­ναγ­κα­στι­κά στήν ἀ­πό­κτη­ση ἐμ­πει­ρι­ῶν. Τέ­τοι­ες ἐμ­πει­ρί­ες δέν εἶ­ναι γνή­σι­ες. Ἐ­άν δέν εἶ­ναι δαι­μο­νι­κῆς φύ­σης ἤ ὑ­πο­κει­με­νι­κές κα­τα­στά­σεις, εἶ­ναι εἶ­δος «αὐ­το­εμ­πει­ρί­ας», ἡ ὁ­ποί­α, ἐ­άν ἀ­πο­λυ­το­ποι­η­θεῖ, ὁ­δή­γει στήν εἰ­δω­λο­ποί­η­ση τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας, δη­λα­δή στήν πλά­νη.
Ἐ­κεῖ­νο πού ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νά ἀ­να­κα­λύ­ψει μέ τήν ἔ­ρευ­να τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι τά ἴ­χνη τοῦ Θε­οῦ, ὄ­χι ὅ­μως τόν προ­σω­πι­κό Θε­ό. Μπο­ρεῖ νά φθά­σει στήν ἰ­δέ­α τοῦ Θε­οῦ, πο­τέ ὅ­μως στή σω­τή­ρια ἀ­λή­θεια, για­τί αὐ­τό εἶ­ναι πάν­το­τε δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ. Ἡ προ­σφο­ρά του δέν ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τή δι­κή μας προ­σπά­θεια, ἀλ­λά ἀ­πό τήν ἐ­λεύ­θε­ρη βού­λη­ση τοῦ Κυ­ρί­ου. Γι’ αὐ­τό καί δέν ἐ­ξα­ναγ­κά­ζε­ται πο­τέ.
Ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἀ­λή­θειας μέ δι­α­νο­η­τι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες εἶ­ναι ὁ δρό­μος τῆς φι­λο­σο­φί­ας. Οἱ φι­λό­σο­φοι ὅ­μως ἀ­να­ζη­τοῦν τήν ἀ­λή­θεια τοῦ «τί», ὄ­χι τήν ἀ­λή­θεια τοῦ «ποι­ός». Ἀ­να­ζη­τοῦν μί­α ἰ­δέ­α, ἕ­να παγ­κό­σμιο «νό­μο», κά­ποι­ο «πρῶ­το κι­νοῦν», πού εἶ­ναι ἀ­κί­νη­το. Ὁ Θε­ός τῶν φι­λο­σό­φων δέν σῴ­ζει, για­τί δέν ἔρ­χε­ται σέ προ­σω­πι­κή κοι­νω­νί­α μέ τόν ἄν­θρω­πο. Εἶ­ναι κά­ποι­ο ἀ­φη­ρη­μέ­νο καί ἀ­πρό­σω­πο «πνεῦ­μα», «νό­μος» ἤ «συ­νει­δη­το­τη­τα», ὅ­πως καί ὁ θε­ός τῶν ἰν­δου­ι­στῶν καί ἀ­πο­κρυ­φι­στῶν. Ὁ ἄν­θρω­πος πού ἀ­να­ζη­τά­ει τόν Θε­ό μέ δι­α­νο­η­τι­κές, νο­η­τι­κές ἤ δι­α­λο­γι­στι­κές πρα­κτι­κές ὁ­δη­γεῖ­ται στήν πλά­νη, για­τί αὐ­τό πού νο­μί­ζει ὡς θε­ό εἶ­ναι κά­ποι­ο εἴ­δω­λο· ὄ­χι ὁ Θε­ός πού σῴ­ζει τόν ἄν­θρω­πο.
Ἕ­νας τέ­τοι­ος θε­ός, πού εἶ­ναι δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ ἀν­θρώ­που ἤ ταυ­τί­ζε­ται μέ τόν ἴ­διο τόν ἄν­θρω­πο (τόν «Ἑ­αυ­τό»­), δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­να­γεν­νή­σει τόν ἄν­θρω­πο καί νά τόν βο­η­θή­σει νά ξε­πε­ρά­σει τή μο­να­ξιά· οὔ­τε προ­σφέ­ρει βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα στή ζω­ή. Ἄν πι­στέ­ψει κα­νείς σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο θε­ό, πού δέν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται γιά τή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που, δέν χρει­ά­ζε­ται ν’ ἀλ­λά­ξει τί­πο­τε· μπο­ρεῖ νά συ­νε­χί­σει τή ζω­ή του χω­ρίς νά αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι πρέ­πει νά λο­γο­δο­τή­σει σέ κά­ποι­ον γιά τίς πρά­ξεις του.
Ἄν δέν ὑ­πάρ­χει προ­σω­πι­κός Θε­ός, τή θέ­ση Του τήν παίρ­νει ὁ ἴ­διος ὁ ἄν­θρω­πος. Αὐ­τό συμ­βαί­νει καί στήν πε­ρί­πτω­ση πού ὁ ἄν­θρω­πος ἐγ­κολ­πω­θεῖ παν­θε­ϊ­στι­κές καί ἀ­σι­α­τι­κές κο­σμο­θε­ω­ρια­κές ἀν­τι­λή­ψεις. Ὁ ἴ­διος ὁ ἄν­θρω­πος (ὁ «Ἑ­αυ­τός») ταυ­τί­ζε­ται μέ τόν θε­ό· κα­θο­ρί­ζει τόν ἠ­θι­κό νό­μο καί εἶ­ναι ὑ­πό­λο­γος μό­νο στόν ἑ­αυ­τό του. Μί­α ἀ­πέ­ραν­τη μο­να­ξιά ἁ­πλώ­νε­ται στή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που.
Κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά τόν ἀ­νυ­ψώ­σει πά­νω ἀ­πό τήν κτι­στή του πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, νά τόν κά­νει μέ­το­χο τῆς αἰ­ώ­νιας ζω­ῆς.
Ἡ μόνη ἀ­πάν­τη­ση στό ὑ­παρ­ξια­κό πρό­βλη­μα τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἀ­λή­θειας τοῦ «ποι­ός», ὄ­χι ὁ Θε­ός τῶν φι­λο­σό­φων. Μό­νο ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ὡς «ἡ ὁ­δός καί ἡ ἀ­λή­θεια καί ἡ ζω­ή» (Ἰ­ω. ι­δ' 6) ἀ­πο­τε­λεῖ τή Λύ­ση στό πρό­βλη­μα τοῦ ἀν­θρώ­που.






Share:

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ - Η Α­ΛΗ­ΘΕΙΑ Γ’ - π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου



Θέ­μα­τα Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως ἀ­πό τό βι­βλί­ο «Η ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΙΑ ΜΑΣ», τοῦ ἀ­ει­μνή­στου π. Ἀν­τω­νί­ου Ἀ­λε­βι­ζό­που­λου συγ­χρό­νου ὁ­μο­λο­γη­τοῦ, ἱ­δρυ­τοῦ τῆς ἀν­τι­αι­ρε­τι­κῆς ἄ­μυ­νας τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας μας, πού ἀ­πο­τε­λεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη δογ­μα­τι­κή ἀν­τι­αι­ρε­τι­κή ἀ­σπί­δα.

Ἡ γνώ­ση τῆς ἀ­κρι­βοῦς Ὀρ­θο­δό­ξου Πί­στε­ως εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση γιά τήν κα­τάρ­τι­ση τῶν στε­λε­χῶν τοῦ ἀν­τι­αι­ρε­τι­κοῦ ἔρ­γου καί γιά τήν σί­γου­ρη καί ἔγ­κυ­ρη βο­ή­θεια στά θύ­μα­τα καί τούς συγ­γε­νεῖς τους.


1. Η ΑΛΗΘΕΙΑ Γ’

στ) Γνώ­ση τῶν  Θεί­ων ἐ­νερ­γει­ῶν

Ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπο­ρεῖ νά γνω­ρί­σει ἐ­κεῖ­νο πού χα­ρα­κτη­ρί­ζει τή Θεί­α ὕ­παρ­ξη καί τήν ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πό τά κτί­στα δη­μι­ουρ­γή­μα­τα· δέν μπο­ρεῖ δη­λα­δή νά γνω­ρί­σει τήν οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Μωϋσῆς, ὁ ἁ­γνός δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ ἀ­παι­τεῖ: «Ἐ­άν λοι­πόν βρῆ­κα χά­ρη ἐ­νώ­πιόν Σου, φα­νέ­ρω­σέ μου τόν ἑ­αυ­τό Σου καί νά πει­σθῶ πώς βρῆ­κα χά­ρη ἐ­νώ­πιόν Σου καί πώς εἶ­ναι ὁ λα­ός Σου τό με­γά­λο αὐ­τό ἔ­θνος» (Ἐξ. λγ' 13). Ὅ­μως ὁ Κύ­ριος τοῦ ἀ­παν­τᾶ: «δέν θά μπο­ρέ­σεις νά δεῖς τό πρό­σω­πο μου· για­τί δέν μπο­ρεῖ ὁ ἄν­θρω­πος νά δεῖ τό πρό­σω­πό μου καί νά ζή­σει» (Ἐξ. λγ' 20).
Ἡ Οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἀ­πρό­σι­τη καί ἀ­κοι­νώ­νη­τη· ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπο­ρεῖ νά προ­σεγ­γί­σει τήν Οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ, οὔ­τε μπο­ρεῖ νά ἑ­νω­θεῖ μέ Αὐ­τήν. Ὁ Υἱ­ός καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα εἶ­ναι τά μό­να πρό­σω­πα πού γνω­ρί­ζουν τήν Οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ (Μάτθ. ι­α' 27. Ἰ­ω. α' 18. Α' Κορ. β' 10), εἶ­ναι κοι­νω­νοί τῆς Θεί­ας Οὐ­σί­ας, ἔ­χουν θε­ϊ­κή φύ­ση, χω­ρίς ὅ­μως νά ἀ­πο­τε­λοῦν «ἄλ­λους Θε­ούς», για­τί πρό­κει­ται γιά τόν ἐ­νυ­πό­στα­το Λό­γο καί τό ἐ­νυ­πό­στα­το Πνεῦ­μα τοῦ Ἑ­νός καί Μο­να­δι­κοῦ Θε­οῦ!
Ἀλ­λά ὁ ἀ­πρό­σι­τος καί ἀ­κοι­νώ­νη­τος κα­τά τήν οὐ­σί­α Θε­ός δέν μέ­νει ἀ­νε­νέρ­γη­τος· ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­γα­πᾶ, τό­τε ὁ Θε­ός ἀ­παν­τᾶ στήν ἀ­γά­πη τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τήν δι­κή Του ἀ­γά­πη (Ἰ­ω. ι­δ' 23)· «τόν Θε­ό δέν Τόν ἔ­χει δεῖ κα­νείς· ἐ­άν ἀ­γα­ποῦ­με ἀλ­λή­λους, ὁ Θε­ός μέ­νει μέ­σα μας καί ἡ ἀ­γά­πη Του ἔ­χει γί­νει τέ­λεια μέ­σα μας. Μέ τοῦ­το γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι μέ­νου­με “ἐν αὐ­τῷ” καί Αὐ­τός “ἐν ἡ­μῖν”, για­τί μᾶς ἔ­δω­κε ἀ­πό τό Πνεῦ­μα Του» (Α' Ἰ­ω. δ' 12-13).
Ἡ ἀ­γα­πη­τι­κή αὐ­τή κί­νη­ση τοῦ Θε­οῦ δέν εἶ­ναι κά­τι ἔ­ξω ἀ­πό τήν οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ· εἶ­ναι ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τῆς Θεί­ας φύ­σης καί πραγ­μα­τι­κή κοι­νω­νί­α τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν Θε­ό, κα­τά τήν ὁ­ποί­α ὁ ἄν­θρω­πος γί­νε­ται «κα­τοι­κη­τή­ριο τοῦ Θε­οῦ» (Ἐ­φεσ. β' 22. Πρβλ. Α' Κορ. γ' 16-17).
«Ἡ Θεί­α δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ μᾶς δω­ρη­σε ὅ­σα συν­τε­λοῦν στή ζω­ή καί στήν εὐ­σέ­βεια διά τῆς ἐ­πί­γνω­σης Ἐ­κεί­νου πού μᾶς κά­λε­σε μέ τή δι­κή Του δό­ξα καί δύ­να­μη. Δι’ αὐ­τῶν μᾶς ἐ­δώ­ρι­σε τίς πο­λύ­τι­μες καί μέ­γι­στες ὑ­πο­σχέ­σεις, ὥ­στε νά ἀ­πο­φεύ­γε­τε μέ αὐ­τές τήν δι­α­φθο­ρά πού ὑ­πάρ­χει στόν κό­σμο λό­γῳ τῶν κα­κῶν ἐ­πι­θυ­μι­ῶν καί νά γί­νε­τε κοι­νω­νοί θεί­ας φύ­σης» (Β' Πε­τρ. α' 3-4).
«Τό κτι­στό ὄν κοι­νω­νεῖ κα­τά τή δω­ρε­ά τῆς εὐ­δο­κί­ας μέ τήν ἄ­κτι­στη ἄ­ναρ­χη Ὕ­παρ­ξη.­.. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τό αὐ­τό; Εἶ­ναι τό­σο ἀ­νε­ξή­γη­το, ὅ­σο ἀ­κα­τά­λη­πτο καί ἀ­νε­ξι­χνί­α­στο εἶ­ναι τό μυ­στή­ριο τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ κό­σμου “ἐκ τοῦ μη­δε­νός”. Κι ὅ­μως εἶ­ναι τέ­τοι­α ἡ εὐ­δο­κί­α τοῦ οὐ­ρα­νί­ου Πα­τρός, ὥ­στε ὁ κτι­σθεῖς “κα­τ’ εἰ­κό­να καί κα­θ’ ὁ­μοί­ω­ση”, εἶ­ναι προι­κι­σμέ­νος μέ τήν ἱ­κα­νό­τη­τα νά δε­χθεῖ τήν θέ­ω­ση, νά γί­νει δη­λα­δή κοι­νω­νός τῆς θεί­ας ζω­ῆς, νά λά­θει τό θεῖ­ο τρό­πο ὑ­πάρ­ξε­ως, νά γί­νει Θε­ός κα­τά χά­ρη» (Γέ­ρον­τας Σω­φρό­νιος).
Αὐ­τό πού ἀγ­γί­ζει τόν ἄν­θρω­πο δέν εἶ­ναι κά­τι τό κτι­στό· πρό­κει­ται πράγ­μα­τι γιά Θε­ό-κοι­νω­νί­α, για­τί ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τήν ἴ­δια τή φύ­ση τοῦ Θε­οῦ· εἶ­ναι ἄ­κτι­στη!
Ἡ δι­ά­κρι­ση με­τα­ξύ τῆς οὐ­σί­ας καί τῶν ἐ­νερ­γει­ῶν τοῦ Θε­οῦ καί ἡ πα­ρα­δο­χή ὅ­τι δέν πρό­κει­ται γιά κά­τι πού προ­έρ­χε­ται ἔ­ξω ἀ­πό τή φύ­ση τοῦ Θε­οῦ (κτι­στό), ἀλ­λά γιά τήν ἐ­νέρ­γεια τῆς θεί­ας φύ­σης, κά­νει δυ­να­τή αὐ­τή τή Θε­ο­κοι­νω­νί­α, ἀ­νοί­γει δη­λα­δή τό δρό­μο γιά τή σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που.
Ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπο­ρεῖ νά γνω­ρί­σει τήν Οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ· ὅ­μως ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, δη­λα­δή οἱ θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες, πού εἶ­ναι ὄ­χι κτι­στές, ἀλ­λά ἄ­κτι­στες καί ἀ­χώ­ρι­στες ἀ­πό τήν Οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ, φθά­νουν μέ­χρι τόν ἄν­θρω­πο καί τόν με­τα­βάλ­λουν σέ «κα­τοι­κη­τή­ριον τοῦ Θε­οῦ» (Ἐ­φεσ. β' 22), σέ «κοι­νω­νόν Θεί­ας φύ­σε­ως» (Β' Πε­τρ. α' 4).
Εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­το πώς ἡ φα­νέ­ρω­ση τῆς θεί­ας Οὐ­σί­ας μέ τίς θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες δέν ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τήν ὕ­παρ­ξη ἤ ὄ­χι τοῦ κό­σμου. Γι’ αὐ­τό ἄλ­λω­στε λε­μέ πώς οἱ θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες εἶ­ναι ἄ­κτι­στες καί αἰ­ώ­νι­ες, ὅ­πως εἶ­ναι ἄ­κτι­στος καί αἰ­ώ­νιος ἡ δό­ξα τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ.
Μέ αὐ­τό τόν τρό­πο τό μή­νυ­μα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας εἶ­ναι μή­νυ­μα ἐλ­πί­δας καί ζω­ῆς γιά τόν ἄν­θρω­πο. Ὁ κτι­στός ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νά «γνω­ρί­σει» τόν Θε­ό, ὄ­χι μέ βά­ση τήν Οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά μέ βά­ση τή χά­ρη, δη­λα­δή μέ τίς ἄ­κτι­στες καί αἰ­ώ­νι­ες θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τή ἡ θε­ο­γνω­σί­α, δέν εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα λει­τουρ­γί­ας κά­ποι­ων τυ­φλῶν νό­μων εἶ­ναι καρ­πός τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τοῦ Θε­οῦ καί ἀ­πο­τε­λεῖ τήν ἐγ­γύ­η­ση γιά τή δι­α­τή­ρη­ση τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου προ­σώ­που, πού δέν συγ­χω­νεύ­ε­ται σέ μί­α ἑ­νό­τη­τα οὐ­σί­ας μέ τόν Θε­ό, δέν ἀ­πορ­ρο­φᾶ­ται ἀ­πό μί­α «Συμ­παν­τι­κή Ὑ­περ­συ­νει­δη­τό­τη­τα», ὅ­πως κη­ρύτ­τει ὁ ἀ­πο­κρυ­φι­σμός σέ ὅ­λες τίς μορ­φές του. Ταυ­τό­χρο­να ὅ­μως, ἡ με­το­χή τοῦ ἀν­θρώ­που στίς Θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες ἐγ­γυᾶ­ται τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς σω­τη­ρί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που, για­τί ἀ­πο­τε­λεῖ κοι­νω­νί­α ἄ­κτι­στης καί ὄ­χι κτι­στῆς μορ­φῆς.

1) «Θε­ο­φά­νει­ες»
Οἱ ἄ­κτι­στες θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες δέν ἐ­πι­φέ­ρουν καμ­μί­α ἀλ­λα­γή στή θεί­α ζω­ή. Ὑ­πο­γραμ­μί­ζου­με καί πά­λι ὅ­τι εἶ­ναι καρ­πός τῆς θεί­ας βου­λή­σε­ως καί ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ· ὄ­χι εἶ­δος τυ­φλῶν δυ­νά­με­ων. Μέ αὐ­τές τίς θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες ὁ Θε­ός μέ­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­τος, χω­ρίς «πα­ραλ­λα­γή ἤ τρο­πῆς ἀ­πο­σκί­α­σμα» (Ἰ­ακ. α­' 17. Πρβλ. Ψαλμ. ρα΄ 28), ὅ­μως ἡ Δό­ξα Του πλη­ροῖ καί ζω­ο­γό­νει τόν ἄν­θρω­πο καί ὁ­λό­κλη­ρη τή δη­μι­ουρ­γί­α (Ἠσ. στ' 3).
Στήν Ἁ­γί­α Γρα­φή βλέ­που­με δι­ά­φο­ρες «Θε­ο­φά­νει­ες»· μί­α ἀ­π’ αὐ­τές δέ­χθη­κε ὁ Μωϋσῆς, πού βρῆ­κε πράγ­μα­τι χά­ρη ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­μως στήν πα­ρά­κλη­ση νά τοῦ δο­θῆ ἀ­πό­δει­ξη τῆς Θεί­ας ἀ­γά­πης πρός τόν ἐ­κλε­κτό λα­ό πῆ­ρε τήν ἀ­πάν­τη­ση:
«Ἐ­γώ θά πε­ρά­σω ἀ­πό μπρο­στά σου μέ τή δό­ξα μου καί θά ἀ­ναγ­γεί­λω τό ὄ­νο­μά μου “ὁ Κύ­ριος εἶ­ναι ἐ­νώ­πιον σου”. Καί θά ἐ­λε­ή­σω αὐ­τόν πού θέ­λω νά ἐ­λε­ή­σω καί θά λυ­πη­θῶ ἐ­κεῖ­νον πού θά λυ­πη­θῶ.­.. Ἰ­δού ἐ­δῶ κον­τά σου τό­πος, στά­σου πά­νω στήν πέ­τρα· ὅ­ταν πε­ρά­σει ἡ δό­ξα μου, θά σέ βά­λω στήν τρῦ­πα τῆς πέ­τρας καί θά σκε­πά­σω τό πρό­σω­πό σου μέ τό χέ­ρι μου καί τό­τε θά δεῖς τά νῶ­τα μου· ὅ­μως τό πρό­σω­πό μου δέν θά σού φα­νε­ρω­θῆ» (Ἐ­ξοδ. λγ' 19-23).
Ὁ Μωϋσῆς, χω­ρίς τήν «πέ­τρα», δέν μπο­ροῦ­σε νά «δεῖ» τόν Θε­ό. Ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος ἑρ­μη­νεύ­ει πώς ἡ «πέ­τρα πού προ­στά­τευ­σε τόν Μωϋσῆ ἦ­ταν ὁ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ (Πρβλ. Ἐ­ξοδ. Ἰ­ζ' 6. Ἀ­ριθ. κ' 11. Α' Κόρ. ι' 4), πού ἔ­γι­νε γιά μᾶς ἄν­θρω­πος. Ὁ Μωϋσῆς δέν εἶ­δε τήν «πρω­ταρ­χι­κή καί ἀ­κή­ρα­το φύ­ση, πού εἶ­ναι γνω­στή μό­νον στόν ἑ­αυ­τό Της, δη­λα­δή στήν Ἁ­γί­α Τριά­δα», ἀλ­λά εἶ­δε «τήν ἐ­ξω­τε­ρι­κή, ἡ ὁ­ποί­α φθά­νει σέ μᾶς»: γνώ­ρι­σε τή «με­γα­λει­ό­τη­τα» ἤ «με­γα­λο­πρέ­πεια» (Ψαλμ. η' 2), πού ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στά δη­μι­ουρ­γή­μα­τα. «Ὅ­πως ἐ­κεῖ­νοι πού ἔ­χουν ἀ­δύ­να­τα μά­τια βλέ­πουν τίς σκι­ές καί τίς εἰ­κό­νες τοῦ ἥ­λιου στήν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ, για­τί τό κα­θαυ­τό φῶς θά κα­τέ­στρε­φε τήν ὅ­ρα­σή τους, ἔ­τσι κι’ ἐ­μεῖς γνω­ρί­ζου­με τά νῶ­τα τοῦ Θε­οῦ, δη­λα­δή τά ἴ­χνη του».
Τό ἴ­διο βλέ­που­με καί στήν «ὅ­ρα­ση» τοῦ θεί­ου φω­τός, γιά τό ὁ­ποῖ­ο ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή μᾶς πλη­ρο­φό­ρει ὅ­τι ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κό ἀ­πό τό συ­νη­θί­σμε­νο φῶς. Προ­κει­ται γιά τό ἄ­κτι­στο φῶς, πού ἔ­γι­νε ὁ­ρα­τό στούς ἀν­θρώ­πους τοῦ Θε­οῦ (Ἐ­ξοδ. γ' 2. ι­γ' 21-22. λδ' 29-30. Ματθ. ι­ζ' 2. Πράξ. Β' 3). Αὐ­τό τό φῶς χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται καί ὡς «δό­ξα Κυ­ρί­ου» (Λουκ. β' 9).
Αὐ­τή ἡ «δό­ξα», ἡ «με­γα­λει­ό­τη­τα», ἡ «με­γα­λο­πρέ­πεια», δέν ἀ­πο­τε­λεῖ γνώ­ση τῆς Οὐ­σί­ας τοῦ Θε­οῦ, για­τί ἡ θεί­α Οὐ­σί­α εἶ­ναι «ἁ­πλή καί ἀ­σχη­μά­τι­στη καί ἀ­σύν­θε­τη καί ἀ­πε­ρί­γρα­πτη καί οὔ­τε κά­θε­ται, οὔ­τε στέ­κε­ται, οὔ­τε πε­ρι­πα­τεῖ· ὅ­λα αὐ­τά ἀ­νή­κουν στά σώ­μα­τα». Πῶς ὅ­μως στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ, αὐ­τό «τό γνω­ρί­ζει μό­νον Ἐ­κεῖ­νος» (Χρυσ.­).
Ὁ Θε­ός λοι­πόν δέν ἄ­φη­σε στό σκο­τά­δι τόν ἄν­θρω­πο· πλη­θαί­νει τίς «ὁ­ρά­σεις» (Ὠσ. ι­β' 10)· ὅ­μως αὐ­τό δέν ἀ­πο­τε­λεῖ γνώ­ση τῆς οὐ­σί­ας τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά θεί­α συγ­κα­τά­βα­ση. Ἀ­πό τό ἄλ­λο μέ­ρος, οἱ θεῖ­ες αὐ­τές ἐ­νέρ­γει­ες πού φθά­νουν μέ­χρι τόν ἄν­θρω­πο δέν εἶ­ναι κτι­στές. Δί­νουν στόν ἄν­θρω­πο πραγ­μα­τι­κή ἐλ­πί­δα, για­τί κά­νουν δυ­να­τή την πραγ­μα­τι­κή κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό. Ἄν οἱ ἐ­νέρ­γει­ες αὐ­τές ἦ­ταν κτι­στές, ἡ κοι­νω­νί­α τοῦ ἀν­θρώ­που μέ αὐ­τές τίς κτι­στές ἐ­νέρ­γει­ες δέν θά ἐ­σή­μαι­νε κοι­νω­νί­α μέ τόν Ἄ­κτι­στο Θε­ό. Μί­α τέ­τοι­α κοι­νω­νί­α δέν θά σή­μαι­νε σω­τη­ρί­α.

2) Νό­θες κα­τα­στά­σεις
Ὅ­λες οἱ ἐμ­πει­ρί­ες στόν πνευ­μα­τι­κό το­μέ­α τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που δέν ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­λη­θι­νές «θε­ο­φά­νει­ες». Καί ἐ­δῶ μπο­ρεῖ εὔ­κο­λα νά εἰ­σχω­ρή­σει τό στοι­χεῖ­ο τῆς πλά­νης. Ὁ ἅ­γιος Ἰ­σα­άκ ὁ Σῦ­ρος κά­νει δι­ά­κρι­ση με­τα­ξύ «πνευ­μα­τι­κῆς αἰ­σθή­σε­ως», πού εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση της θεί­α ἐ­νέρ­γεια (ἄ­κτι­στη χά­ρη) καί «νο­η­τῆς θε­ω­ρί­ας» τοῦ «φυ­σι­κοῦ φω­τός», πού ἀ­πο­τε­λεῖ γνώ­ση σέ φυ­σι­κό ἐ­πί­πε­δο καί ὄ­χι κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό. Ὁ Γέ­ρον­τας Σω­φρό­νιος ἐ­φαρ­μό­ζει τή δι­ά­κρι­ση αὐ­τή στό λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου: «Πρό­σε­χε λοι­πόν μή­πως τό φῶς, πού εἶ­ναι μέ­σα σου, γί­νει σκο­τά­δι» (Λουκ. ι­α' 35)· πρό­κει­ται γιά τό «φυ­σι­κό φῶς» τοῦ νοῦ καί ὀ­νο­μά­ζε­ται σκο­τά­δι, για­τί δέν ὑ­πάρ­χει ἐ­κεῖ ὁ Θε­ός, δέν εἶ­ναι γνή­σια ἐμ­πει­ρί­α τοῦ ἀ­κτί­στου θεί­ου φω­τός!
Ὁ ἄν­θρω­πος πού χρη­σι­μο­ποί­ει στίς δι­α­νο­η­τι­κές του ἀ­να­ζη­τή­σεις (ἀ­κό­μη καί θε­ο­λο­γι­κές!) ὀρ­θο­λο­γι­στι­κές με­θό­δους καί φθά­νει σέ ὑ­ψη­λά ἐ­πί­πε­δα δι­α­νό­η­σης, ξε­περ­νᾶ τήν «τυ­πι­κή λο­γι­κή» καί μπαί­νει σέ «με­τα­λο­γι­κή σφαῖ­ρα». Σ’ αὐ­τή τήν πε­ρί­πτω­ση μπο­ρεῖ νά ἔ­χει ἐμ­πει­ρί­ες, ὅ­πως ἡ αἴ­σθη­ση μιᾶς «γνώ­σης» σέ μορ­φή «φω­τό­μορ­φης αὐ­το­θε­ω­ρί­ας», πού ἀ­πο­τε­λεῖ αἴ­σθη­ση τοῦ «κτι­στοῦ κάλ­λους» τῆς εἰ­κό­νας τοῦ Θε­οῦ καί δέν ἀ­πο­τε­λεῖ πραγ­μα­τι­κή κοι­νω­νί­α μέ τίς ἄ­κτι­στες ἐ­νέρ­γει­ες τοῦ Θε­οῦ· εἶ­ναι ἐμ­πει­ρί­α «παν­θε­ϊ­στι­κῆς τά­ξε­ως», λέ­γει ὁ Γέ­ρον­τας Σω­ρό­νιος.
Οἱ πνευ­μα­τι­κές λοι­πόν αὐ­τές ἐμ­πει­ρί­ες εἶ­ναι φυ­σι­κό ἰ­δί­ω­μα τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου νοῦ. Ὁ ἄν­θρω­πος βλέ­πει τήν κα­θα­ρό­τη­τα τοῦ νοῦ, δη­λα­δή τό νοῦ του σέ ὅ­λο του τό κτι­στό με­γα­λεῖ­ο, ἀ­φοῦ ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­πό κά­θε ἐ­ξω­τε­ρι­κή ἐ­πί­δρα­ση ἡ σω­μα­τι­κό πά­θος. «Μέ­νον­τας μέ­σα στό γνό­φο τῆς ἀ­πεκ­δύ­σε­ως ἀ­πό κά­θε τί ὁ­ρα­τό καί νο­η­τό, ὁ νοῦς δο­κι­μά­ζει μί­α ἰ­δι­ό­μορ­φη εὐ­χα­ρί­στη­ση καί ἀ­νά­παυ­ση κι ἄν πο­τέ στρέ­ψει τό βλέμ­μα στόν ἑ­αυ­τό του μπο­ρεῖ νά αἰ­σθαν­θεῖ κά­τι πού μοιά­ζει μέ φῶς· αὐ­τό ὅ­μως δέν εἶ­ναι τό ἄ­κτι­στο φῶς τῆς Θε­ό­τη­τος, ἀλ­λά ἕ­να φυ­σι­κό ἰ­δί­ω­μα τοῦ νοῦ, πού κτί­στη­κε κα­τ’ εἰ­κό­να τοῦ Πρώ­του Νοῦ, δη­λα­δή τοῦ Θε­οῦ», συ­νε­χί­ζει ὁ Γέ­ρον­τας Σω­φρό­νιος.
Αὐ­τῆς τῆς τά­ξης εἶ­ναι οἱ ἐμ­πει­ρί­ες πού ὑ­πό­σχον­ται τά δι­ά­φο­ρα συ­στή­μα­τα πού στρέ­φουν τόν ἄν­θρω­πο «αὐ­το­ε­ρω­τι­κά» στόν ἑ­αυ­τό του καί κη­ρύτ­τουν οὐ­σι­α­στι­κά τήν αὐ­το­σω­τη­ρί­α, εἴ­τε μέ τή βο­ή­θεια αὐ­το­ε­λέγ­χου, εἴ­τε μέ ἄλ­λες «τε­χνι­κές». Στίς πε­ρι­πτώ­σεις αὐ­τές ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­μο­νώ­νει τόν ἐ­σω­τε­ρι­κό ἑ­αυ­τό του ἀ­πό κά­θε ἐ­ξω­τε­ρι­κή ἐ­πί­δρα­ση καί ἀ­πο­κτᾶ ἕ­να εἶ­δος «θε­ω­ρί­ας», ἀλ­λά μέ­νει οὐ­σι­α­στι­κά κλει­στός στήν ἐ­νέρ­γεια τῆς θεί­ας χά­ρης. Τοῦ­το για­τί με­τα­θέ­τει τό κέν­τρο ἀ­πό τήν ἄ­κτι­στη Θεί­α Ἀρ­χή στόν ἑ­αυ­τό του, μα­κρυ­ά ἀ­πό τήν πη­γή τοῦ ἀ­κτί­στου Θεί­ου φω­τός (πρβλ. Ἰ­ακ. α' 17). Ὅ­μως ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ δέν ἐ­ξα­ναγ­κά­ζε­ται, οὔ­τε ἐ­ξα­ναγ­κά­ζει κα­νέ­να!

3) Οἱ κίν­δυ­νοι

Ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος με­τα­θέ­σει τό κέν­τρο τῆς «πνευ­μα­τι­κῆς» του ζω­ῆς στόν ἑ­αυ­τό του, ὑ­πάρ­χει κίν­δυ­νος νά θε­ω­ρή­σει τίς «ἐμ­πει­ρί­ες» του ὡς Θε­ο­φά­νεια, σάν «ση­μά­δι» ἀ­λη­θι­νῆς κοι­νω­νί­ας μέ τόν Θε­ό. Αὐ­τό καλ­λι­ερ­γεῖ­ται ἔν­τε­χνα ἀ­πό τό πνεῦ­μα τῆς πλά­νης, πού με­τα­μορ­φώ­νε­ται σέ ἄγ­γε­λο φω­τός, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά φέ­ρει σύγ­χυ­ση στίς καρ­δι­ές τῶν ἀν­θρώ­πων (Β' Κορ. ι­α' 14-15).
Δέν χρει­ά­ζε­ται βέ­βαι­α νά ὑ­πο­γραμ­μί­σου­με ἐ­δῶ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν καί ἄλ­λες «ἐμ­πει­ρί­ες», πού δη­μι­ουρ­γεῖ ἀ­πό τήν ἀρ­χή τό πνεῦ­μα τῆς πλά­νης, μέ σκο­πό νά πα­ρα­σύ­ρει στήν ἀ­πώ­λεια, ἄν εἶ­ναι δυ­να­τόν, ἀ­κό­μη καί τούς ἐ­κλε­κτούς (Ματθ. κδ' 24. Β' Θεσ. β' 9-11. Ἀ­ποκ. ι­γ' 13-14).

4) Δι­ά­κρι­ση πνευ­μά­των
Ὁ κίν­δυ­νος τῆς πλά­νης μᾶς ὑ­πο­χρε­ώ­νει νά θέ­σου­με τό ἐ­ρώ­τη­μα τῆς δι­ά­κρι­σης τῶν πνευ­μά­των. Πό­τε μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με πώς προ­κεῖ­ται γιά τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ, πῶς μπο­ροῦ­με νά γνω­ρί­ζου­με πώς μί­α ἐμ­πει­ρί­α προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τό πνεῦ­μα τῆς πλά­νης;
Ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή μᾶς δι­δά­σκει πώς κά­θε πνεῦ­μα, πού δέν ὁ­μο­λο­γεῖ τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, εἶ­ναι πνεῦ­μα πλά­νης καί ὁ­δη­γεῖ στήν ἀ­πώ­λεια (Α' Ἰ­ω. δ' 2-3, πρβλ. Ρωμ. ι' 813).
Ὅ­λες λοι­πόν οἱ ἐμ­πει­ρί­ες ἀν­θρώ­πων πού δέν ὁ­μο­λο­γοῦν τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, δη­λα­δή τό συγ­κε­κρι­μέ­νο ἱ­στο­ρι­κό πρό­σω­πο, ὡς μο­νο­γε­νῆ Υἱ­ό τοῦ Θε­οῦ (Ματθ. ι­στ' 16-17), δη­λα­δή ὡς ὁ­μο­ού­σιο πρός τόν Πα­τέ­ρα, τέ­λει­ο Θε­ό καί τέ­λει­ο ἄν­θρω­πο (Ἰ­ω. α' 1.14. Φι­λιπ. β' 5-8. Κολ. β' 9. Α' Τιμ. γ' 16) δέν εἶ­ναι γνή­σι­ες πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες· προ­έρ­χον­ται ἀ­πό τό πνεῦ­μα τῆς πλά­νης.
Τό νά ὁ­μο­λο­γή­σει κα­νείς τόν Ἰ­η­σοῦ ὡς Κύ­ριο, ση­μαί­νει πώς τόν δέ­χε­ται ὡς μο­να­δι­κό Σω­τῆ­ρα (Πράξ. δ' 12. Α' Κορ. η' 6) καί δέν το­πο­θε­τεῖ στή θέ­ση Του ἤ δί­πλα ἀ­πό Αὐ­τόν κα­νέ­να ἄλ­λο, για­τί πι­στεύ­ει πώς ὁ Χρι­στός δέν εἶ­ναι κά­ποι­α «χρι­στι­κή κα­τά­στα­ση», ἀλ­λά ὁ ἕ­νας καί μο­να­δι­κός Σω­τῆ­ρας· εἶ­ναι ὁ Ἰ­η­σοῦς ὁ ἀ­πό Να­ζα­ρέτ πού ἔ­ζη­σε ἐ­πί Πον­τί­ου Πι­λά­του καί μό­νο Αὐ­τός!
Ἀλ­λά ἡ ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Χρι­στοῦ δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­δε­σμευ­θεῖ ἀ­πό τή δι­δα­χή τοῦ Χρι­στοῦ (Β' Ἰ­ω. 9. Γ' Ἰ­ω. 11)· γι’ αὐ­τό καί ἡ τή­ρη­ση τῆς δι­δα­χῆς τοῦ Χρι­στοῦ συ­νο­δεύ­ει πάν­το­τε τίς γνή­σι­ες πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες. «Τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα εἶ­ναι ἀ­γά­πη, εἰ­ρή­νη, γλυ­κύ­της καί δι­δά­σκει τήν ἀ­γά­πη γιά τόν Θε­ό καί γιά τόν πλη­σί­ον. Ἀν­τί­θε­τα τό πνεῦ­μα τῆς πλά­νης εἶ­ναι ὑ­πε­ρή­φα­νο καί δέν λυ­πᾶ­ται τόν ἄν­θρω­πο οὔ­τε τήν ἄλ­λη δη­μι­ουρ­γί­α. Ἐ­πει­δή δέν εἶ­ναι δη­μι­ουρ­γός τῶν ὄν­των, ἐ­νερ­γεῖ σάν κλέ­φτης καί ἅρ­πα­γας καί ἡ ὁ­δός του εἶ­ναι γε­μά­τη ὄ­λε­θρο» (Γέ­ρον­τας Σω­ρό­νιος).
Ἡ «τα­πει­νή ἀ­γά­πη» πού ἀγ­κα­λιά­ζει ἀ­κό­μη καί τούς ἐ­χθρούς, ἀ­πο­τε­λεῖ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα τῆς ἀ­λη­θι­νῆς κοι­νω­νί­ας μέ τόν Θε­ό καί ξε­χω­ρί­ζει τήν γνή­σια ἐμ­πει­ρί­α ἀ­πό τήν φι­λο­σο­φι­κή παν­θε­ϊ­στι­κή κοι­νω­νί­α. «Οἱ θεῖ­ες θε­ω­ρί­ες πα­ρέ­χον­ται στόν ἄν­θρω­πο ὄ­χι ὅ­ταν τίς ἐ­πι­δι­ώ­κει, ἔ­χον­τας κυ­ρί­ως αὐ­τές σάν στό­χο, ἀλ­λ’ ὅ­ταν ἡ ψυ­χή κα­τε­βαί­νει στόν ᾅ­δη τῆς με­τά­νοι­ας καί αἰ­σθά­νε­ται ἀ­λη­θι­νά πώς εἶ­ναι χει­ρό­τε­ρη ἀ­πό ὅ­λη τήν κτί­ση. Οἱ θε­ω­ρί­ες ὅ­μως πού κα­τα­κτῶν­ται μέ τή βί­α τοῦ λο­γι­κοῦ, δέν εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νές, δη­λα­δή Θεί­ας προ­ε­λεύ­σε­ως, ἀλ­λά “κα­τά τό δο­κοῦν”. Καί ὅ­ταν αὐ­τό τό δο­κοῦν θε­ω­ρεῖ­ται σάν ἀ­λή­θεια, τό­τε δη­μι­ουρ­γεῖ­ται στήν ψυ­χή τοῦ ἀν­θρώ­που μί­α κα­τά­στα­ση πού πα­ρεμ­πο­δί­ζει τή δυ­να­τό­τη­τα νά ἐ­νερ­γή­σει ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, δη­λα­δή ἡ ἀ­λη­θι­νή θε­ω­ρί­α».
«Ὁ Θε­ός ὑ­πε­ρη­φά­νοις ἀν­τι­τάσ­σε­ται, τα­πει­νοῖς δέ δί­δω­σι χά­ριν» (Ἰ­ακ. δ' 6. Α’ Πε­τρ. ε' 5). Ὅ­που δέν ὑ­πάρ­χει τα­πει­νό φρό­νη­μα, εἶ­ναι σί­γου­ρο πώς ἐ­κεῖ δέν ὑ­πάρ­χουν γνή­σι­ες πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες. Νό­θες «πνευ­μα­τι­κές» ἐμ­πει­ρί­ες ἐ­νι­σχύ­ουν σχε­δόν πάν­το­τε τήν ἔ­παρ­ση, δέν καλ­λι­ερ­γοῦν τα­πει­νό φρό­νη­μα.
Αὐ­τό βλέ­που­με στίς δι­α­φο­ρές ὁ­μά­δες, πού ὑ­πό­σχον­ται ἐ­σω­τε­ρι­κές ἐμ­πει­ρί­ες μέ τή βο­ή­θεια δι­α­φό­ρων «τε­χνι­κῶν» (γι­όγ­κα, δι­α­λο­γι­σμό κ.ο.κ.­). Ἀλ­λά τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα δέν ἐ­ξα­ναγ­κά­ζε­ται μέ κά­ποι­ες «τε­χνι­κές»· πνέ­ει ὁ­πού ἐ­κεῖ­νο θέ­λει (Ἰ­ω. γ' 8. Α' Κορ. β' 11. Ἑ­βρ. 6' 4).
Τά συ­στή­μα­τα αὐ­τά δέν κη­ρύτ­τουν τή με­τά­νοι­α, οὔ­τε καλ­λι­ερ­γοῦν στούς ὀ­πα­δούς τους τό τα­πει­νό φρό­νη­μα. Ἕ­να τέ­τοι­ο φρό­νη­μα, κα­τά τήν ἀν­τί­λη­ψη τέ­τοι­ων ὁ­μά­δων, δέν βο­η­θά­ει στήν πνευ­μα­τι­κή αὔ­ξη­ση, ἀλ­λά πι­στεύ­ε­ται πώς ἐμ­πο­δί­ζει τήν «ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς συ­νει­δη­τό­τη­τας». Ἐ­δῶ δέν ἀ­να­ζη­τᾶ­ται ὁ ἀ­λη­θι­νός Θε­ός, ἀλ­λά «ὁ θε­ός μέ­σα μας», ὁ ὁ­ποῖ­ος ταυ­τί­ζε­ται μέ τή «συ­νει­δη­τό­τη­τα». Ἔ­τσι καλ­λι­ερ­γεῖ­ται ἡ συ­ναί­σθη­ση τῆς ὑ­πε­ρο­χῆς καί τῆς ἔ­παρ­σης. Ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται πώς αὐ­τός ὁ «θε­ός», πού ἀ­να­ζη­τᾶ­ται μα­κρυ­ά ἀ­πό τήν τα­πεί­νω­ση, μά­λι­στα μέ τρό­πο ἐκ­βι­α­στι­κό, εἶ­ναι τό πνεῦ­μα τῆς πλά­νης ἤ καί ὁ ἴ­διος ὁ ἄν­θρω­πος, πού αὐ­το-θε­ο­ποι­εῖ­ται καί αὐ­το-λα­τρεύ­ε­ται. Πρό­κει­ται γιά «ἄλ­λο θε­ό» (Ἠσ. ξστ' 2. Ματθ. ε' 3. ι' 3. Α' Πε­τρ. ε' 5).







Share:

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ - Η Α­ΛΗ­ΘΕΙΑ B’ - π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου




Θέματα Ὀρθοδόξου πίστεως ἀπό τό βιβλίο «Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ», τοῦ ἀειμνήστου  π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου συγχρόνου ὁμολογητοῦ, ἱδρυτοῦ τῆς ἀντιαιρετικῆς ἄμυνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, πού ἀποτελεῖ ὁλοκληρωμένη δογματική ἀντιαιρετική ἀσπίδα.
Ἡ γνώση τῆς ἀκριβοῦς Ὀρθοδόξου Πίστεως εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν κατάρτιση τῶν στελεχῶν τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἔργου καί γιά τήν σίγουρη καί ἔγκυρη βοήθεια στά θύματα καί τούς συγγενεῖς τους.


1. Η ΑΛΗΘΕΙΑ Β’

ε) Προ­ϋ­πο­θέ­σεις τῆς Θε­ο­γνω­σί­ας
Ἡ γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ δέν εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀν­θρώ­πι­νης προ­σπά­θειας, ἀλ­λά δῶ­ρο τοῦ ἴ­διου τοῦ Θε­οῦ. Δέν «βρί­σκει» ὁ ἄν­θρω­πος τόν Θε­ό, ἀλ­λά ὁ Θε­ός ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στόν ἄν­θρω­πο. Ὅ­μως ὁ ἄν­θρω­πος δέν μέ­νει «πα­θη­τι­κός δέ­κτης» τῆς Θεί­ας χά­ρης· ἡ θε­ο­γνω­σί­α περ­νά­ει μέ­σα ἀ­πό τήν ἐ­λεύ­θε­ρη προ­αί­ρε­σή του· δέν ἀ­πο­τε­λεῖ βια­σμό τῆς ἀν­θρώ­πι­νης προ­αί­ρε­σης. Εἶ­ναι λοι­πόν ἀ­νάγ­κη νά ἀ­πο­δεί­ξου­με ἔμ­πρα­κτα τήν ἐ­πι­λο­γή μας καί ἄς δοῦ­με μέ ποι­ούς τρό­πους μπο­ρεῖ αὐ­τό νά γί­νει.

1. Ἀ­γα­θή δι­ά­θε­ση
Ἡ θε­ο­γνω­σί­α ἀ­παι­τεῖ κα­θα­ρό­τη­τα καρ­διᾶς καί ἁ­γνό­τη­τα δι­ά­θε­σης. Ὁ πο­νη­ρός ἄν­θρω­πος δέν μπο­ρεῖ νά φθά­σει στήν ἀ­λη­θι­νή γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ, ὁ­σο­δή­πο­τε κι ἄν ἐ­ρευ­νή­σει, κι ἄν ἀ­κό­μη ἀ­πο­στη­θί­σει ὁ­λό­κλη­ρη τήν ἁ­γί­α Γρα­φή.
Τό πο­νη­ρό πνεῦ­μα ἔ­φε­ρε τόν Χρι­στό στό ἄ­κρον τῆς στέ­γης τοῦ Να­οῦ καί τοῦ εἶ­πε: «Ἐ­άν εἶ­σαι Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ, πέ­σε κά­τω, για­τί εἶ­ναι γραμ­μέ­νο ὅ­τι θά δι­α­τά­ξει τούς ἀγ­γέ­λους νά σέ προ­σέ­χουν καί νά σέ ση­κώ­σουν στά χέ­ρια, γιά νά μή σκον­τά­ψει σέ πέ­τρα τό πό­δι σου» (Ματθ. δ'6.Ψαλμ.90,11).
Ἐ­δῶ ἡ πρό­θε­ση τοῦ Σα­τα­νᾶ δέν ἦ­ταν ἁ­γνή· δέν ζη­τοῦ­σε τήν προ­σω­πι­κή ἕ­νω­ση μέ τόν Χρι­στό, τήν πραγ­μα­τι­κή Θε­ο­γνω­σί­α, ἀλ­λά προ­σπά­θη­σε νά πα­ρα­σύ­ρει τόν Κύ­ριο σέ ἐ­νέρ­γεια πο­νη­ρή· δέν ἦ­ταν πρά­ξη ἐμ­πι­στο­σύ­νης, ἀ­γά­πης καί ὑ­πα­κο­ῆς στό θέ­λη­μα τοῦ Πα­τρός· δέν ἀ­να­φε­ρό­ταν στό θεῖ­ο σχέ­διο, ἀλ­λά ἦ­ταν ἔκ­φρα­ση ὑ­πο­τα­γῆς στό σχέ­διο τοῦ ὄ­φε­ως. Γι’ αὐ­τό τό λό­γο ὁ Κύ­ριος ἅ­παν­τα: «Πά­λι εἶ­ναι γραμ­μέ­νο· δέν πρέ­πει νά πει­ρά­ξεις Κύ­ριον τόν Θε­όν σου» (Ματθ.δ'7. Λουκ.δ'­12.Δευ­τερ.στ'­16.Πρβλ.Α­'­Κορ.ι­'9.Ἀ­ριθ.κα­'5-6).
Ὅ­ποι­ος δέν ξε­κι­νά­ει ἀ­πό ἁ­γνή δι­ά­θε­ση, πο­τέ δέν θά φθά­σει στή Θε­ό­τη­τα τοῦ Κυ­ρί­ου δέν  θά μπο­ρέ­σει νά ἑ­νω­θεῖ μέ Αὐ­τόν, ὁ­σο­δή­πο­τε κι ἄν ἐ­ρευ­νή­σει, ὁ­σο­δή­πο­τε κι ἄν με­λε­τή­σει τήν ἁ­γί­α Γρα­φή.
«Ἐ­δί­ψη­σεν ἡ ψυ­χή μου πρός τόν Θε­όν τόν ζῶν­τα·
πό­τε ἥ­ξω καί ὀ­φθή­σο­μαι τῷ προ­σώ­πῳ τοῦ Θε­οῦ;
ἐ­δί­ψη­σε ἡ ψυ­χή μου γιά τόν ζων­τα­νό Θε­ό, πό­τε θά ἔλ­θω καί θά δῶ τό πρό­σω­πο τοῦ Θε­οῦ μου; (Ψαλμ.μβ'3).
Ἐ­κεῖ­νος πού θά δι­ψά­σει γιά τόν Θε­ό θά τρέ­ξει σάν τό ἐ­λά­φι στήν πη­γή (Ψάλμ.μα' μβ')1-3), δη­λα­δή στόν Χρι­στό (Ἰ­ω.δ'­10). Ἀν­τί­θε­τα, ὅ­ποι­ος προ­σπα­θή­σει νά σβή­σει τή δί­ψα μό­νος, δέν θά τό πε­τύ­χει πο­τέ: «ἐ­γώ τῷ δι­ψών­τι δώ­σω ἐκ τῆς πη­γῆς τοῦ ὕ­δα­τος τῆς ζω­ῆς δω­ρε­άν», δη­λα­δή σέ κεῖ­νον πού δι­ψᾶ ἐ­γώ θά δώ­σω δω­ρε­άν ἀ­πό τήν πη­γή τοῦ ὕ­δα­τος τῆς ζω­ῆς» (Ἀ­ποκ.κα­'6)· «ὁ δι­ψῶν ἐρ­χέ­σθω, καί ὁ θέ­λων λα­βέ­τω ὕ­δωρ ζω­ῆς δω­ρε­άν», ἐ­κεῖ­νος πού δι­ψά­ει ἄς ἔλ­θει καί ἐ­κεῖ­νος πού τό ἐ­πι­θύ­μει ἄς λά­βει δω­ρε­άν ὕ­δωρ ζω­ῆς (Ἀ­ποκ.κβ'­17).
Γιά νά ὁ­δη­γη­θεῖ λοι­πόν κα­νείς στήν ἀ­λη­θι­νή Θε­ο­γνω­σί­α πρέ­πει νά ἔ­χει γνή­σια δι­ά­θε­ση· νά δι­ψά­ει γιά τόν Θε­ό. Νά μή εἶ­ναι δη­λα­δή τό κί­νη­τρό του δι­α­νο­η­τι­κή ὑ­πό­θε­ση ἤ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση πε­ρι­έρ­γειας. Αὐ­τός πού φλέ­γε­ται ἀ­πό τήν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Θε­οῦ δέν προ­κα­λεῖ, δέν ἐκ­πει­ρά­ζει τόν Κύ­ριο! Ἡ σω­τή­ρια γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ δέν εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση δι­α­νο­η­τι­κή, οὔ­τε ἀ­πο­βλέ­πει στήν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τῆς δί­ψας γιά μά­θη­ση. Ξε­κι­νά­ει ἀ­πό τή βα­θειά ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς καρ­διᾶς γιά προ­σω­πι­κή κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης μέ τόν Πλά­στη Θε­ό καί ἀ­φο­ρᾶ ὁ­λό­κλη­ρη τήν ὕ­παρ­ξη τοῦ ἀν­θρώ­που. Μ’ αὐ­τή τή δι­ά­θε­ση πρέ­πει κα­νείς νά προ­σεγ­γί­ζει τή γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ.

2. Ἡ ἀ­γά­πη
Μί­α ἄλ­λη βα­σι­κή πρου­πό­θε­ση τῆς Θε­ο­γνω­σί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη. Ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός εἶ­ναι αἰ­ώ­νια ἀ­γά­πη καί ἐ­πι­θυ­μεῖ νά ἔλ­θει σέ προ­σω­πι­κή κοι­νω­νί­α μέ τόν ἄν­θρω­πο «ἐν ἐ­λευ­θε­ρί­ᾳ».
Δέν μπο­ρεῖ ὁ ἄν­θρω­πος νά ἐ­ξα­ναγ­κά­σει τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά οὔ­τε καί ὁ Θε­ός θέ­λει νά βιά­σει τόν ἄν­θρω­πο· νά τοῦ ἐ­πι­βά­λει τήν ἀ­γά­πη Του. Ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι ἕ­να δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ (Γαλ.ε­'­22) καί προ­σφέ­ρε­ται ὅ­που καί ὅ­ταν ὁ Θε­ός θέ­λει καί σέ ὅ­ποι­ον Ἐ­κεῖ­νος θέ­λει (Α­'­Κορ.β'­11.Ἐ­βρ.β'4). Μό­νο πού ὁ Θε­ός δέν με­ρο­λη­πτεῖ· θέ­λει νά ὁ­δη­γη­θοῦν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι στήν ἀ­λη­θι­νή Θε­ο­γνω­σί­α, δη­λα­δή στή σω­τη­ρί­α (Α­'­Τιμ.β'4). Ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ πε­ρι­βάλ­λει ὅ­λους τους ἀν­θρώ­πους.
Ὅ­μως πρέ­πει καί ὁ ἄν­θρω­πος νά ἀ­παν­τή­σει στήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ μέ τή δι­κή του ἀ­γά­πη. Τό­τε ὁ Θε­ός θά τοῦ ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ καί ὁ ἄν­θρω­πος θά γνω­ρί­σει τόν Θε­ό· «ἐ­άν κα­νείς ἀ­γα­πᾶ τόν Θε­ό, αὐ­τός ἔ­χει γνω­ρι­στεῖ ἀ­πό τόν Θε­ό» (Α' Κόρ. η' 3)· θά ἀ­κού­σει τήν φω­νή Του νά τόν κά­λει νά πε­ρά­σει μέ­σα στή νε­φέ­λη, νά ἀ­νέ­βει στήν κο­ρυ­φή τοῦ ὅ­ρους, νά δεῖ τή δό­ξα τοῦ Θε­οῦ καί νά ἀ­κού­σει τή φω­νή Του: «Ἐ­γώ εἶ­μαι Κύ­ριος ὁ Θε­ός σου·­.­.. μήν ἔ­χεις ἄλ­λους Θε­ούς πλήν ἐ­μοῦ. Μή κά­μεις γιά τόν ἑ­αυ­τό σου εἴ­δω­λο.­.. μήν προ­σκυ­νή­σεις αὐ­τά καί μήν τά λα­τρεύ­σεις, για­τί Ἐ­γώ εἶ­μαι Κύ­ριος ὁ Θε­ός σου, Θε­ός ζη­λω­τής» (Δευ­τερ. ε' 6-9).
Ἡ ἀ­γά­πη πρός τόν Θε­ό ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τή λα­τρεί­α ὁ­ποι­ων­δή­πο­τε «ἄλ­λων θε­ῶν», ἀ­κό­μη καί ἀ­πό τή λα­τρεί­α τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας. Αὐ­τή ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α ἀ­πο­τέ­λει «ἄ­νοιγ­μα» στή Θεί­α ἀ­γά­πη. Μέ τή θέ­λη­σή του πλέ­ον ὁ ἄν­θρω­πος ἀρ­νεῖ­ται τό δι­κό του θέ­λη­μα καί κά­νει θέ­λη­μά του τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Δεί­χνει τήν ἀ­γά­πη του ἀ­κο­λου­θών­τας τή δι­δα­χή τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅ­ταν ἀ­γα­ποῦ­με κά­ποι­ον, δο­κι­μά­ζου­με ἰ­δι­αί­τε­ρη χα­ρά νά ταυ­τί­ζου­με τό θέ­λη­μά μας μέ τό δι­κό του θέ­λη­μα. Αὐ­τό δέν τό θε­ω­ροῦ­με δύ­σκο­λο, ὥ­στε νά τό νι­ώ­θου­με σάν κά­ποι­α θυ­σί­α. Γι’ αὐ­τό καί ὅ­ποι­ος πα­ρα­βαί­νει τή δι­δα­χή τοῦ Θε­οῦ, δέν ἀ­γα­πᾶ τόν Θε­ό. «Ὅ­ποι­ος λέ­γει ὅ­τι μέ­νει ἐν Αὐ­τῷ ὀ­φεί­λει νά ζεῖ ὅ­πως ἔ­ζη­σε καί ὁ Χρι­στός» (Α' Ἰ­ω. β' 6).
Ἀλ­λά ἡ ἀ­γά­πη πρός τόν Θε­ό ἐκ­φρά­ζε­ται καί ὡς ἀ­γά­πη πρός τόν πλη­σί­ον. Ἄν κα­νείς πεῖ «ἀ­γα­πῶ τόν Θε­ό, ἀλ­λά μισεῖ τούς ἀ­δελ­φούς του, αὐ­τός εἶ­ναι ψεύ­της, για­τί ἐ­κεῖ­νος ποῦ δέν ἀ­γά­πα τόν ἀ­δελ­φό του πού τόν ἔ­χει δεῖ, πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἀ­γα­πᾶ τόν Θε­ό ποῦ δέν τόν εἶ­δε; Αὐ­τή τήν ἐν­το­λή ἔ­χου­με ἀ­πό Αὐ­τόν! Ὅ­ποι­ος ἀ­γα­πά­ει τόν Θε­ό, νά ἀ­γα­πά­ει καί τούς ἀ­δελ­φούς του» (Α' Ἰ­ω. δ' 19-21).
Ἡ ἀ­λη­θι­νή ἀ­γά­πη, ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ δέν κομ­μα­τι­ά­ζε­ται· προ­σφέ­ρε­ται ὁ­λό­κλη­ρη πρός ὅ­λους χω­ρίς ἐ­ξαί­ρε­ση· δεν μπο­ρεῖς νά πεῖς: ἀ­γα­πῶ τόν ἕ­να, ἀλ­λά ὄ­χι καί τόν ἄλ­λο, ἀ­γα­πῶ τόν Θε­ό, ἀλ­λά ὄ­χι καί τούς ἀν­θρώ­πους. Εἶ­ναι ὅ­πως ἡ ἀ­γά­πη τῆς μη­τέ­ρας πρός τά πολ­λά παι­διά της· τά ἀ­γα­πᾶ ὅ­λα ἐ­ξί­σου, χω­ρίς νά «με­ρί­ζει» τήν ἀ­γά­πη της, για­τί ἡ ἀ­λη­θι­νή ἀ­γά­πη εἶ­ναι ἀ­μέ­ρι­στη!

3. Ἡ κά­θαρ­ση
Ἄν ὁ ἄν­θρω­πος χα­ρί­σει στόν Θε­ό τήν ἀ­πο­κλει­στι­κή του ἀ­γά­πη, τό­τε θά κά­νει τά πάν­τα, γιά νά κα­θα­ρί­σει τήν καρ­διά του, προ­κεί­με­νου νά ἀ­πο­δεί­ξει ὅ­τι ἐ­πι­θυ­μεῖ τήν κοι­νω­νί­α καί τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ (Ματθ. ε' 8). «Ὅ­ποι­ος ἔ­χει τήν ἐλ­πί­δα σ’ Αὐ­τόν ἀ­γνί­ζε­ται, ὅ­πως Ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἁ­γνός.­.. Ὅ­ποι­ος ἁ­μαρ­τά­νει, δέν τόν ἔ­χει δεῖ, οὔ­τε τόν ἔ­χει γνω­ρί­σει» (Α' Ἰ­ω. γ' 2-6).
Ἡ Θεί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γη μέ τήν κα­θα­ρό­τη­τα τοῦ κά­θε ἀν­θρώ­που, για­τί ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ ζη­τά­ει τήν ἀν­τα­πό­κρι­ση τοῦ ἀν­θρώ­που καί δέν πα­ρα­βιά­ζει τήν ἐ­λεύ­θε­ρη βού­λη­σή μας. Αὐ­τό τό βλέ­που­με κα­θα­ρά στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ: Ὁ ἰσ­ρα­η­λι­τι­κός λα­ός, πού τό­σες φο­ρές τα­λαν­τευ­ό­ταν στήν ἀ­γά­πη του πρός τόν Θε­ό, προ­χώ­ρη­σε μέ­χρι τούς πρό­πο­δες τοῦ ὄ­ρους· εἶ­δε τή δό­ξα τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό μα­κριά, σάν φλό­γα στήν κο­ρυ­φή τοῦ ὄ­ρους. Οἱ συ­νο­δοί τοῦ Μω­ϋ­σῆ ἀ­νέ­βη­καν μα­ζί μ’ αὐ­τόν στό ὄ­ρος καί εἶ­δαν «τόν τό­πο ὅ­που ἐ­στά­θη ὁ Θε­ός». Τέ­λος ὁ Θε­ός κα­λεῖ τόν Μω­ϋ­σῆ νά εἰ­σέλ­θει στή νε­φέ­λη, στό ψη­λό­τε­ρο ση­μεῖ­ο τοῦ ὄ­ρους, νά μεί­νει ἐ­κεῖ σα­ράν­τα ἡ­με­ρό­νυ­χτα, γιά νά λά­βει ὁ­λό­κλη­ρη τήν ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Θε­οῦ.
«Τά χα­ρί­σμα­τα τοῦ Θε­οῦ ἔρ­χον­ται μό­να τους χω­ρίς σύ νά αἰ­σθαν­θεῖς. Ναί, ἔρ­χον­ται μό­να τους, ὅ­μως ἐ­άν ὁ το­πος εἶ­ναι κα­θα­ρός καί ὄ­χι ρυ­πα­ρός. Ἐ­άν ἡ κό­ρη τοῦ ὀ­φθαλ­μοῦ τῆς ψυ­χῆς σου δέν εἶ­ναι κα­θα­ρή, μήν τολ­μή­σεις νά δεῖς στή σφαῖ­ρα τοῦ νο­η­τοῦ ἡ­λί­ου, γιά νά μή στε­ρη­θεῖς κι αὐ­τό τό λι­γο­στό φῶς, πού εἶ­ναι ἡ ἁ­πλή πί­στη καί ἡ τα­πεί­νω­ση καί ἡ καρ­δια­κή ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί τά λί­γα ἔρ­γα πού κα­τά δύ­να­μη πράτ­τεις καί ρι­φθεῖς σέ κά­ποι­ο σκο­τει­νό τό­πο πού ὑ­πάρ­χει στό ἐ­ξώ­τε­ρο σκό­τος, ἔ­ξω ἀ­πό τόν Θε­ό, πού ἐ­ξει­κο­νί­ζει τόν Ἅ­δη, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νος πού θέ­λη­σε νά εἰ­σέλ­θει ἀ­ναί­σχυν­τα στό γά­μο μέ ρυ­πα­ρά ροῦ­χα» (Ἰ­σα­ακ ὁ Σῦ­ρος. Ματθ. κβ' 1-15).
Τά μά­τια πού εἶ­ναι ἄρ­ρω­στα δέν μπο­ροῦν χω­ρίς βλά­βη νά δοῦν τό φῶς. Τό ἴ­διο ἰ­σχύ­ει καί γιά τά πνευ­μα­τι­κά μά­τια τοῦ ἀν­θρώ­που· δέν «ἀν­τέ­χουν» στή θέ­α τοῦ ἄ­κτι­στου Θεί­ου φω­τός πού εἶ­ναι δω­ρε­ά τοῦ Θε­οῦ, πνευ­μα­τι­κό χά­ρι­σμα. Ἔ­χου­με λοι­πόν ἀ­νάγ­κη ἀ­πό πνευ­μα­τι­κή κά­θαρ­ση.
Προ­ϋ­πό­θε­ση γιά τήν κά­θαρ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι ὁ ἀ­γῶ­νας ἐ­ναν­τί­ον τῶν πα­θῶν. Ὅ­ποι­ος πραγ­μα­τι­κά ἀ­γα­πᾶ τόν Θε­ό, δέν ὑ­πο­δου­λώ­νε­ται σέ τί­πο­τε ἄλ­λο καί ἀ­γω­νί­ζε­ται ἐ­ναν­τί­ον τῶν πα­θῶν. Δέν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λος δρό­μος νά ὁ­δη­γη­θεῖ κα­νείς στήν κά­θαρ­ση. Ἡ ὑ­πο­δού­λω­ση στά πά­θη ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἀ­πό τόν Θε­ό!
«Ἐ­κεῖ­νος λοι­πόν πού ἀ­γά­πα τά χρή­μα­τα καί συγ­κι­νεῖ­ται ἀ­πό τή φθαρ­τή ὀ­μορ­φιά τῶν σω­μά­των καί ὑ­περ­τι­μᾶ τήν ψεύ­τι­κη δό­ξα, ξό­δευ­σε τή δύ­να­μη τῆς ἀ­γά­πης σέ ὅ­σα δέν ἔ­πρε­πε καί ἔ­γι­νε τε­λεί­ως τυ­φλός γιά νά δεῖ τόν ὄν­τως ἀ­γα­πη­τό. Γιά τοῦ­το λέ­γει: «Ἀ­γα­πή­σεις Κύ­ριον τόν Θε­όν σου ἐξ ὅ­λης τῆς καρ­δί­ας σου, καί ἐξ ὅ­λης τῆς ψυ­χῆς σου, καί ἐξ ὅ­λης τῆς δι­α­νοί­ας σου» (Μ. Βα­σί­λει­ος. Μαρκ. ι­β' 30).
Ὁ ἅ­γιος Συ­με­ών ὁ Νέ­ος Θε­ο­λό­γος ὑ­πο­γραμ­μί­ζει αὐ­τό μέ τά ἑ­ξῆς λό­για: «Εἰς ἐ­κεί­νους πού εἶ­ναι κυ­ρι­ευ­μέ­νοι ἀ­πό τήν ἀ­πι­στί­α καί τά πά­θη, ἡ Χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­πρό­σι­τη καί ἀ­θε­ώ­ρη­τη».
Ὁ ἅ­γιος Ἰ­σα­άκ ὁ Σῦ­ρος συ­νο­ψί­ζει: «Ἐ­άν θέ­λεις νά γί­νει ἡ καρ­διά σου τό­πος τῶν μυ­στη­ρί­ων τοῦ και­νοῦ αἰ­ῶ­νος, πρῶ­τος θη­σαύ­ρι­σε μέ σω­μα­τι­κά ἔρ­γα, δη­λα­δή νη­στεί­α, προ­σευ­χή, ἄ­σκη­ση, ὑ­πο­μο­νή, κα­τα­στρο­φή τῶν πο­νη­ρῶν λο­γι­σμῶν καί τά ὅ­μοι­α μέ αὐ­τά· δέ­σμευ­σε τό νοῦ σου στήν ἀ­νά­γνω­ση καί τή με­λέ­τη τῶν Θεί­ων Γρα­φῶν θέ­σε μπρο­στά στά μά­τια σου τίς ἐν­το­λές τοῦ Κυ­ρί­ου καί ἀ­γω­νί­σου ἐ­ναν­τί­ον τῶν πα­θῶν· ἐ­κρί­ζω­σε ἀ­πό τήν καρ­διά σου μέ τήν προ­σευ­χή κά­θε εἰ­κό­να καί κά­θε ὁ­μοί­ω­μα, πού δέ­χθη­κες προ­τύ­τε­ρα ἀ­πό τήν ἐν­θύ­μη­ση τῶν πα­λαι­ῶν σου κα­κῶν πρά­ξε­ων συ­νή­θι­σε τό νοῦ σου νά με­λε­τᾶ πάν­το­τε τά μυ­στή­ρια τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας τοῦ Κυ­ρί­ου μας καί παῦ­σε νά ζη­τᾶς τή γνώ­ση καί τή θε­ω­ρί­α, πού ὑ­περ­βαί­νουν τήν δι­ή­γη­ση τῶν λό­γων· ἀ­κο­λού­θη­σε τήν ἐρ­γα­σί­α τῶν ἐν­το­λῶν καί τά ἔρ­γα τῆς κα­θα­ρό­τη­τας».
Ἡ ἀ­λη­θι­νή Θε­ο­γνω­σί­α, δέν ἀ­πο­βλέ­πει στήν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τῆς πε­ρι­έρ­γειας τοῦ ἀν­θρώ­που καί δέν εἶ­ναι δι­α­νο­η­τι­κῆς τά­ξε­ως. Ὅ­ποι­ος θέ­λει νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει τήν πε­ρι­έρ­γειά του καί ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ ἐ­ρω­τή­μα­τα δι­α­νο­η­τι­κῆς τά­ξε­ως, πού προ­ϋ­πο­θέ­τουν τήν ὑ­πο­τα­γή τοῦ Θε­οῦ στά δε­δο­μέ­να τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δι­ά­νοι­ας, θά ἀ­πο­γο­η­τευ­θεῖ ἤ θά ὁ­δη­γη­θεῖ στήν πλά­νη. Ὅ­ποι­ος ὅ­μως πο­θεῖ τήν ἀ­λη­θι­νή γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ, δέν ζη­τά­ει νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει τήν πε­ρι­έρ­γειά του· ταυ­τί­ζει τό θέ­λη­μά του μέ τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ καί κα­θα­ρί­ζει τή δι­ά­νοι­α καί τό σῶ­μα του γιά νά δε­χθεῖ τήν Θε­ϊ­κή ἐ­πέμ­βα­ση στή ζω­ή του.
Οἱ ἄν­θρω­ποι πού βρί­σκον­ται κά­τω ἀ­πό τό ζυ­γό τῶν πα­θῶν δύ­σκο­λα θά πι­στέ­ψουν στήν ὕ­παρ­ξη ἑ­νός προ­σω­πι­κοῦ Θε­οῦ. Για­τί ἡ πί­στη αὐ­τή ἔ­χει συ­νέ­πει­ες γιά τήν κα­θη­με­ρι­νή τους συμ­πε­ρι­φο­ρά (Πα­ροιμ. κη' 5. Ψαλμ. ιγ/ ι­ο' 1). Ἄν κα­νείς δέν ἐ­πι­θυ­μεῖ κα­θα­ρό­τη­τα στό πνεῦ­μα καί στό σῶ­μα, δέν μπο­ρεῖ νά βρεῖ τόν Θε­ό:
«Οἱ δι­ε­στραμ­μέ­νοι λο­γι­σμοί χω­ρί­ζουν ἀ­πό τόν Θε­ό καί ἡ παν­το­δυ­να­μί­α πού ἐκ­πει­ρά­ζε­ται ἀ­πο­μα­κρύ­νει τούς ἄ­φρο­νες.
Ἡ σο­φί­α δέν θά μπεῖ σέ πο­νη­ρή ψυ­χή, οὔ­τε θά κα­τοι­κή­σει σέ σῶ­μα, ὑ­πο­δου­λω­μέ­νο στήν ἁ­μαρ­τί­α.
Για­τί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα τῆς παι­δα­γω­γί­ας
ἀ­πο­φεύ­γει τό δό­λο· στέ­κε­ται μα­κρυ­ά ἀ­πό πο­νη­ρές σκέ­ψεις
καί ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται σάν πλη­σιά­ζει ἡ ἀ­δι­κί­α».
(Σοφ. Σολ. α' 3-5)
Ἀ­κρι­βῶς ἀν­τί­θε­τος εἶ­ναι ὁ δρό­μος τοῦ Κυ­ρί­ου:
«Ὁ νό­μος τοῦ Κυ­ρί­ου εἶ­ναι ἄ­μεμ­πτος, ἐ­πι­στρέ­φει ψυ­χές· ἡ μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Κυ­ρί­ου πι­στή, καί νή­πια ἀ­να­δει­κνύ­ει σο­φά.
Οἱ ἐν­το­λές τοῦ Κυ­ρί­ου εἶ­ναι εὐ­θεῖς, εὐ­φραί­νουν τήν καρ­διά· ἡ ἐν­το­λή τοῦ Κυ­ρί­ου εἶ­ναι ἀ­κτι­νο­βό­λος, φω­τί­ζει ὀ­φθαλ­μούς».
(Ψαλμ. ι­η'/ι­θ' 8-9)
Ἡ κά­θαρ­ση τῆς ψυ­χῆς ἀ­πό κά­θε τα­πει­νή ἐ­πι­θυ­μί­α καί πά­θος ὁ­δη­γεῖ τόν ἄν­θρω­πο στό δρό­μο τῆς Θε­ο­γνω­σί­ας, στό ἄ­νοιγ­μα τῆς καρ­διᾶς τοῦ ἀν­θρώ­που, γιά νά χω­ρέ­σει τά δῶ­ρα τοῦ Θε­οῦ.

4) Ἡ τα­πεί­νω­ση
Τό νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψει ὁ ἄν­θρω­πος τήν αὐ­το­νο­μί­α του, ση­μαί­νει νά τα­πει­νώ­σει τόν ἑ­αυ­τό του μπρο­στά στόν Θε­ό καί νά πε­ρι­μέ­νει ἀ­πό Ἐ­κεῖ­νον τή σω­τη­ρί­α. Χω­ρίς τα­πεί­νω­ση δέν εἶ­ναι δυ­να­τή ἡ κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό. Αὐ­τό βε­βαι­ώ­νει ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή:
«Μα­κά­ριοι οἱ πτω­χοί τῷ πνεύ­μα­τι, δι­ό­τι δι­κή τους εἶ­ναι ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν» (Ματθ. ε' ι­η' 3). «Ὁ πτω­χός τῷ πνεύ­μα­τι δέν πα­σχί­ζει νά ἐν­νο­ή­ση τά ἀ­νερ­μή­νευ­τα, νά ἀ­πο­κα­λύ­ψει τά μυ­στή­ρια τοῦ Θε­οῦ· πι­στεύ­ει ἁ­πλά στό λό­γο τοῦ Θε­οῦ γνω­ρί­ζον­τας ὅ­τι κά­θε λέ­ξη θεί­α εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, πνεῦ­μα καί αἰ­ώ­νια ζω­ή».
Ὅ­ποι­ος ἀ­κο­λου­θή­σει τόν δρό­μο τῆς αὐ­το­νο­μί­ας, θά λο­ξο­δρο­μή­σει καί δέν θά φθά­σει στό «σκο­πό». Ἔ­τσι ὁ ἅ­γιος Ἰ­σα­άκ ὁ Σῦ­ρος ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ὅ­τι μέ τούς «νό­μους τῆς γνώ­σης», πού κυ­βερ­νοῦ­σαν τόν κό­σμο πρίν ἀ­πό τήν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπό­ρε­σε νά ὑ­ψώ­σει τό κε­φά­λι του καί νά αἰ­σθαν­θεῖ τή δύ­να­μη τοῦ Κτί­στου του». Ἀλ­λά καί τώ­ρα, τήν ἐ­πο­χή τῆς πί­στης, πολ­λοί ἄν­θρω­ποι ἐ­πι­θυ­μοῦν καί πά­λι νά λο­ξο­δρο­μή­σουν ἀ­πό τήν «εὐ­θεῖ­α ὁ­δό στήν τα­πει­νό­τη­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης γνώ­σης», ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι «πτω­χή καί τα­πει­νή, ὅ­σο καί ἄν φαί­νε­ται πλού­σια, ἐ­νῷ τούς θη­σαυ­ρούς τῆς πί­στης δέν τούς χω­ροῦν ὁ οὐ­ρα­νός καί ἡ γῆ».
Αὐ­τή ἡ «αὐ­το­γνω­σί­α» τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι καρ­πός ἐ­λεύ­θε­ρης ἐ­πι­λο­γῆς καί βα­σι­κή αἰ­τί­α, γιά τήν ὁ­ποί­α ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πορ­ρί­πτει τούς θη­σαυ­ρούς τῆς πί­στης.
Ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος πα­ρο­μοιά­ζει τόν αὐ­το­νο­μη­μέ­νο ἄν­θρω­πο μέ τό σι­δε­ρά, πού παίρ­νει τό ἀ­ναμ­μέ­νο σί­δε­ρο ὄ­χι μέ τήν τσιμ­πί­δα, ἀλ­λά μέ τό χέ­ρι του, πρᾶγ­μα πού θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­νό­η­το· «ἔ­τσι καί οἱ φι­λό­σο­φοι, ἐ­πει­δή ἐ­πέ­με­ναν ὅ­τι μό­νοι των δύ­ναν­ται νά εὕ­ρουν αὐ­τά, πε­ρι­φρό­νη­σαν τήν πί­στη καί διά τοῦ­το βε­βαί­ως δέν εὔ­ρη­καν τί­πο­τε ἀ­π’ ὅ­σα ζη­τοῦ­σαν».
Ὁ τρό­πος λοι­πόν πού προ­σεγ­γί­ζει κα­νείς τήν ἀ­λή­θεια τοῦ «ποι­ός» ἔ­χει ἀ­πο­φα­σι­στι­κή ση­μα­σί­α. «Τέ­τοι­α εἶ­ναι ἡ φύ­ση τῶν μυ­στη­ρί­ων μας· ἀλ­λι­ῶς δι­ά­κει­μαι ἐ­γώ πρός αὐ­τά καί ἀλ­λι­ῶς ὁ ἄ­πι­στος. Ἀ­κού­ω ὅ­τι ἔ­γι­νε δοῦ­λος (ὁ Κύ­ριος) καί θαυ­μά­ζω τήν φρον­τί­δα. Τοῦ­το ἀ­κού­ει κι ἐ­κεῖ­νος καί τό θε­ω­ρεῖ ἀ­τι­μί­α. Ἀ­κού­ω ὅ­τι ἀ­πέ­θα­νε καί ἐκ­πλήτ­το­μαι διά τήν δύ­να­μή Του, δι­ό­τι ἄν καί ἀ­πέ­θα­νε, δέν κα­τε­κρα­τή­θη ἀλ­λά καί κα­τήρ­γη­σε τό θά­να­το· ἀ­κού­ει κι ἐ­κεῖ­νος καί ὑ­πο­πτεύ­ε­ται ἀ­δυ­να­μί­α» (I. Χρυ­σό­στο­μος).

5. Ἡ τα­πεί­νω­ση τοῦ νοῦ
Ὁ αὐ­το­νο­μη­μέ­νος νοῦς, δη­λα­δή ἡ λο­γι­κή τοῦ ἀν­θρώ­που στήν κα­τά­στα­ση τῆς πτώ­σης, δέν μπο­ρεῖ νά δεῖ τά πράγ­μα­τα τοῦ Θε­οῦ μέ τήν ἀ­πα­ραί­τη­τη κα­θα­ρό­τη­τα· εἶ­ναι σκο­τι­σμέ­νος καί πρέ­πει νά κα­θαρ­θεῖ. Τό­τε θά μπο­ρέ­σει νά δε­χθεῖ τή δι­δα­χή τοῦ Χρι­στοῦ.
Τό κή­ρυγ­μα τῶν ἀ­πο­στό­λων εἶ­χε σάν κύ­ριο στό­χο τήν «ἐν Χρι­στῷ κοι­νω­νί­α», τήν προ­σω­πι­κή σχέ­ση μέ τόν Χρι­στό καί τήν «ἐν Χρι­στῷ» δό­ξα (Πραξ. δ' 12. ε' 28-32). Στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ ἑ­νώ­θη­κε ἡ θε­ό­τη­τα μέ τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα (Ἰ­ω. α' 14. Κολ. β' 9. Α' Τιμ. γ' 15) καί πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἀ­λη­θι­νή κοι­νω­νί­α τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό· για­τί ὅ­που εἶ­ναι ὁ Υἱ­ός, ἐ­κεῖ εἶ­ναι καί ὁ Πα­τήρ, ἐ­κεῖ καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, ὅ­πως ἄλ­λω­στε συμ­βαί­νει καί μέ τόν ἄν­θρω­πο: εἶ­ναι ἀ­χώ­ρι­στα ἑ­νω­μέ­νος μέ τό λό­γο του καί τό πνεῦ­μα του· μό­νο πού στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Θε­οῦ ὁ Λό­γος καί τό Πνεῦ­μα εἶ­ναι «ἐ­νυ­πό­στα­τα», ἔ­χουν δη­λα­δή δι­κή τούς ὑ­πό­στα­ση! Ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπο­ροῦ­σε νά φθά­σει μέ τίς δι­κές του δυ­νά­μεις σ’ αὐ­τή τή Θε­ο­κοι­νω­νί­α· τήν πραγ­μα­το­ποί­η­σε ὁ Θε­ός στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ μέ τήν «κε­νω­τι­κή» Του ἀ­γά­πη, πού ξε­πέ­ρα­σε κά­θε ὅ­ριο ἐ­πά­νω στό Σταυ­ρό (Φιλ. β' 5-8).
Τό κή­ρυγ­μα αὐ­τό δέν μπό­ρε­σαν νά τό δε­χθοῦν οὔ­τε οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι οὔ­τε οἱ Ἐ­θνι­κοί τῆς ἐ­πο­χῆς τῶν ἀ­πο­στό­λων· ἡ ἐν­σάρ­κω­ση τοῦ Λό­γου καί ἰ­δι­αί­τε­ρα ὁ Σταυ­ρός τοῦ Χρι­στοῦ ἦ­ταν γιά τούς πρώ­τους σκάν­δα­λο καί γιά τούς δεύ­τε­ρους μω­ρί­α. Δέν μπό­ρε­σαν νά ἑρ­μη­νεύ­σουν τό Σταυ­ρό ὡς καύ­χη­μα καί δό­ξα (Γαλ. στ' 14. Ἰ­ω. ι­β' 32)· ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νή πρό­κλη­ση γιά τήν ἀν­θρώ­πι­νη λο­γι­κή (Α' Κορ. α' 18).
«Οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι θέ­λουν θαύ­μα­τα, οἱ δέ Ἕλ­λη­νες ζη­τοῦν σο­φί­α, ἐ­μεῖς ὅ­μως κη­ρύτ­του­με Χρι­στόν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νον γιά τούς Ἰ­ου­δαί­ους μέν σκάν­δα­λο, γιά δέ τούς Ἕλ­λη­νες μω­ρί­α· ἀλ­λά γιά τούς κα­λε­σμέ­νους, Ἰ­ου­δαί­ους καί Ἕλ­λη­νες, ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Θε­οῦ δύ­να­μη καί Θε­οῦ σο­φί­α. Για­τί αὐ­τό πού θε­ω­ρεῖ­ται θεί­α μω­ρί­α, εἶ­ναι σο­φό­τε­ρο ἀ­πό τή σο­φί­α τῶν ἀν­θρώ­πων καί ἐ­κεῖ­νο πού θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ Θε­οῦ, εἶ­ναι ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο ἀ­πό τή δύ­να­μη τῶν ἀν­θρώ­πων» (Α' Κορ. α' 22-25. Πρβλ. Γαλ. ε' 11).
Ὁ ἀ­πό­στο­λος προ­κα­λεῖ ἐ­δῶ, για­τί δέν αἰ­σθά­νε­ται τήν ἀ­νάγ­κη νά προ­σαρ­μό­σει τό κή­ρυγ­μά του στήν ἀν­θρώ­πι­νη φι­λο­σο­φί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­λυ­το­ποι­εῖ τόν νοῦ πού ἔ­χει σκο­τι­σθεῖ ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α καί δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα μιᾶς «κε­κα­θαρ­μέ­νης δι­ά­νοι­ας» καί τῆς «ἀ­να­­καί­νι­σης τοῦ νοῦ» στό φῶς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Σκο­πός του δέν εἶ­ναι νά στη­ρί­ξει τήν πί­στη μέ ἀν­θρώ­πι­να ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα, ἀλ­λά νά τήν θε­με­λι­ώ­σει στή θεί­α δύ­να­μη· δέν ἤ­θε­λε ἀν­θρώ­πους ἐγ­γυ­η­τές, ἀλ­λά τόν ἴ­διο τόν Θε­ό· κή­ρυτ­τε «τή μυ­στι­κή σο­φί­α τοῦ Θε­οῦ, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν κρυμ­μέ­νη καί τήν ὁ­ποί­α ὁ Θε­ός προ­ώ­ρι­σε πρό αἰ­ώ­νων γιά τή δι­κή μας δό­ξα» (Α' Κόρ. β' 4-7).
Ἡ μυ­στι­κή αὐ­τή σο­φί­α δέν ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στούς «σο­φούς καί συ­νε­τούς» τοῦ κό­σμου τού­του, ἀλ­λά στά «νή­πια» (Μάτθ. ι­α' 25. Λούκ. ι' 21), στά «μω­ρά τοῦ κό­σμου», στά «ἀ­γε­νῆ» καί ἐ­ξου­θε­νη­μέ­να», ὥ­στε «κα­νείς ἄν­θρω­πος νά μή μπο­ρεῖ νά καυ­χη­θεῖ ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ» (Α' Κορ. α' 27-29). Ὁ αὐ­το­νο­μη­μέ­νος ἄν­θρω­πος δέν θά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει πο­τέ τήν πνευ­μα­τι­κή του δί­ψα, για­τί ἀ­παι­τεῖ τά πράγ­μα­τα τοῦ Θε­οῦ νά προ­σαρ­μο­σθοῦν πλή­ρως στίς δυ­να­τό­τη­τες τῆς ἀν­θρώ­πι­νης σκέ­ψης. Ὅ­μως ὁ Θε­ός δέν γνω­ρί­ζε­ται μέ τόν τρό­πο πού ἐ­πι­θυ­μεῖ ὁ ἄν­θρω­πος νά γνω­ρί­σει τόν Θε­ό. Γιά νά φθά­σει ὁ ἄν­θρω­πος στή Θε­ο­γνω­σί­α, πρέ­πει νά τα­πει­νώ­σει τό νοῦ του.

6. Ἡ δι­δα­χή τοῦ Χρι­στοῦ
Ἄν ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει ἁ­γνή δι­ά­θε­ση καί ἀ­γά­πη γιά τόν Θε­ό, θά ἐ­πι­θυ­μή­σει τήν κά­θαρ­ση ἀ­πό τά πά­θη καί θά τα­πει­νώ­σει τό νοῦ του μπρο­στά στή Θεί­α βού­λη­ση καί στή Θεί­α ἀ­γά­πη. Θά ἀ­κο­λου­θή­σει τή δι­δα­χή τοῦ Θε­οῦ καί θά ἐ­ναρ­μο­νί­σει μ’ αὐ­τή ὁ­λό­κλη­ρη τή ζω­ή του. Τή δι­δα­χή τοῦ Χρι­στοῦ κή­ρυ­ξαν οἱ προ­φῆ­τες καί οἱ ἀ­πο­στό­λοι· ὅ­ποι­ος ἀ­γα­πά­ει τόν Θε­ό Τόν ἀ­φή­νει νά μι­λή­σει στή ζω­ή του καί ἀ­κο­λου­θεῖ τή φω­νή Του. «Ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε ἀ­πό τόν Θε­ό. Ὅ­ποι­ος γνω­ρί­ζει τόν Θε­ό, μᾶς ἀ­κού­ει. Ὅ­ποι­ος δέν εἶ­ναι ἀ­πό τόν Θε­ό, δέν μᾶς ἀ­κού­ει. Μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο γνω­ρί­ζου­με τό Πνεῦ­μα τῆς ἀ­λή­θειας ἀ­πό τό πνεῦ­μα τῆς πλά­νης» (Α' Ἰ­ω. δ' 6).
«Πᾶς ὁ πι­στεύ­ων καί μή μέ­νων ἐν τή δι­δα­χή τοῦ Χρι­στοῦ Θε­όν οὐκ ἔ­χει»· ὅ­ποι­ος πα­ρα­βαί­νει καί δέν μέ­νει στή δι­δα­χή τοῦ Χρι­στοῦ, δέν ἔ­χει Θε­ό· «ἐ­κεῖ­νος πού μέ­νει στή δι­δα­χή τοῦ Χρι­στοῦ, αὐ­τός ἔ­χει καί τόν Πα­τέ­ρα καί τόν Υἱ­όν» (Β' Ἰ­ω. 9)· «ἐ­κεῖ­νος πού πράτ­τει τό κα­λό (ὁ ἀ­γα­θο­ποι­ῶν), εἶ­ναι ἐκ τοῦ Θε­οῦ· ὁ δέ κα­κο­ποι­ῶν δέν ἔ­χει ἴ­δει τόν Θε­ό» (Γ' Ἰ­ω. 11).
«Ἐ­άν ἐ­πι­θυ­μεῖς ἀ­λη­θι­νά τή θε­ω­ρί­α τῶν μυ­στη­ρί­ων, ἐ­ξά­σκη­σε μέ ἔρ­γα τίς ἐν­το­λές καί ὄ­χι ἐ­ρευ­νη­τι­κά καί μέ τή μά­θη­ση· ἡ πνευ­μα­τι­κή θε­ω­ρί­α ἐ­νερ­γεῖ μέ­σα μας στόν τό­πο πού εἶ­ναι κα­θα­ρός· καί ζή­τη­σε πρῶ­τα νά μά­θεις πῶς μπο­ρεῖς νά εἰ­σέλ­θεις σ’ αὐ­τόν τόν τό­πο τῆς κα­θα­ρό­τη­τος καί κα­τό­πιν ἄρ­χι­σε τό ἔρ­γο» (Ἰ­σα­ακ ὁ Σῦ­ρος).
Ὅ­ποι­ος λοι­πόν ἐ­πι­θύ­μει νά γνω­ρί­σει τόν Θε­ό, πρέ­πει νά γί­νει ἄν­θρω­πος ἀ­γά­πης, νά ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ δη­λα­δή ἐ­λεύ­θε­ρα στήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ μέ τή δι­κή του ἀ­γά­πη. Ὅ­μως γιά νά τό κά­νει αὐ­τό μέ συ­νέ­πεια πρέ­πει νά ἐ­πι­θυ­μεῖ τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α του ἀ­πό τά πά­θη καί νά ἀ­γω­νί­ζε­ται ν’ ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­πό αὐ­τά· πρέ­πει νά ἔ­χει ἀ­λη­θι­νά ἀ­γα­θή πρό­θε­ση, νά «δι­ψά­ει» γιά τόν Θε­ό καί νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τήν αὐ­το­νο­μί­α του· νά τα­πει­νω­θεῖ καί νά ἀ­κο­λου­θή­σει τή δι­δα­χή τοῦ Θε­οῦ, ὄ­χι τή «συνταγή τοῦ ὄφεως»!

7. Ἡ δύ­να­μη τοῦ Πνεύ­μα­τος

Μέ τήν πτώ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που σκο­τί­στη­κε καί ὁ νοῦς του καί δέν μπο­ρεῖ νά «δεῖ» κα­θα­ρά. Ὅ­μως μέ τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος κα­θο­δη­γεῖ­ται καί ὁ νοῦς μας· ἀ­παλ­λάσ­σε­ται ἀ­πό τήν ἐ­πή­ρεια τοῦ Δι­α­βό­λου καί ὁ­δη­γεῖ­ται στήν σω­τή­ρια ἀ­λή­θεια τοῦ Θε­οῦ.
Ἡ γνώ­ση στήν ὁ­ποί­α ὁ ἄν­θρω­πος ὁ­δη­γεῖ­ται μέ τήν ἐ­πι­στή­μη δέν εἶ­ναι ἡ σω­τή­ριος ἀ­λή­θεια, για­τί εἶ­ναι κτι­στῆς τά­ξης· πρό­κει­ται γιά τήν κα­τα­νό­η­ση τῆς «κτι­στῆς ἀ­λή­θειας». Τέ­τοι­α εἶ­ναι ἡ γνώ­ση τῆς ἰ­α­τρι­κῆς, τῆς βι­ο­λο­γί­ας, τῆς γε­ω­γρα­φί­ας κ.ο.κ. Ἡ ἐ­πι­στή­μη λοι­πόν, πού στη­ρί­ζε­ται στίς ἀν­θρώ­πι­νες προ­σπά­θει­ες, ἔ­χει ὡς στό­χο τήν «κτι­στή» πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δέν ξε­περ­νά­ει τήν δη­μι­ουρ­γί­α, ὥ­στε νά ἀ­να­κα­λύ­ψει τόν Θε­ό ἤ καί νά προσ­δι­ο­ρί­σει τίς προ­σω­πι­κές του σχέ­σεις μέ τόν ἄν­θρω­πο. Αὐ­τό ση­μαί­νει πώς κα­νείς ἄν­θρω­πος, ὁ­σο­δή­πο­τε κι ἄν ἔ­χει προ­χω­ρή­σει στή δι­ε­ρεύ­νη­ση τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, δέν ἀ­πο­κτᾶ τό δι­καί­ω­μα, στό ὄ­νο­μα τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς του ἱ­κα­νό­τη­τας, νά ἔ­χει μί­α ὁ­ποι­α­δή­πο­τε βα­ρύ­νου­σα γνώ­μη γιά τίς ἄ­κτι­στες ἀ­λή­θει­ες τοῦ Θε­οῦ. Οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­πό­ψεις του, θά εἶ­ναι καρ­πός τῶν θρη­σκευ­τι­κῶν του πε­ποι­θή­σε­ων, ὄ­χι ἀ­πο­τέ­λε­σμα «ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς» ἔ­ρευ­νας.
Ἡ βά­ση αὐ­τή μᾶς βο­η­θεῖ νά κα­τα­νο­ή­σου­με, για­τί πολ­λοί ἄν­θρω­ποι, πού δι­έ­πρε­ψαν στήν ἐ­πι­στή­μη, δέν μπό­ρε­σαν νά βροῦν τό δρό­μο γιά τήν «ἀ­λή­θεια καί τή ζω­ή» (Ἰ­ω. ι­δ' 6)· για­τί ἕ­νας ἄ­θε­ος μπο­ρεῖ ἐ­ξί­σου νά εἶ­ναι με­γά­λος ἐ­πι­στή­μο­νας, ὅ­πως καί ἕ­νας πι­στός!
Στήν γνώ­ση τῶν πραγ­μά­των τοῦ Θε­οῦ, στήν ἀ­λη­θι­νή Θε­ο­γνω­σί­α, δέν ὁ­δη­γεῖ τό πνεῦ­μα τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, ἡ Θεί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη (πρβλ. Ἰ­ακ. γ' 13-19). Τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ ὁ­δη­γεῖ τόν ἄν­θρω­πο στήν ἐ­πί­γνω­ση τῆς ἄ­κτι­στης ἀ­λή­θειας. Ἔ­τσι ὁ Θε­ός δέν ἀ­να­κα­λύ­πτε­ται, ἀλ­λά ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται.
Μέ τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος στίς καρ­δί­ες τῶν ἀν­θρώ­πων, ἡ «γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ», ἡ Θεί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη, ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ· «ἐν Υἱ­ῷ» ἐ­λά­λη­σε σέ μᾶς ὁ Θε­ός στίς ἔ­σχα­τες αὐ­τές ἡ­μέ­ρες· «ἡ χά­ρις καί ἡ ἀ­λή­θεια διά Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἐ­δό­θη» (Ἐ­θρ. α' 1. Ἰ­ω. 17).
Ὁ Χρι­στός, στό ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στή­ριο κή­ρυγ­μά του πρός τούς ἀ­πο­στό­λους, μί­λη­σε γιά ἄλ­λο Πα­ρά­κλη­το» (Ἰ­ω. ιδ΄, 16) δη­λα­δή γιά τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, πού θά «ἐ­λέγ­ξει τόν κό­σμο» (Ἰ­ω. ι­στ' 8) ἀ­να­φο­ρι­κά μέ τήν πί­στη στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ καί τή σχέ­ση Του πρός τόν Πα­τέ­ρα. «Ἔ­χω πολ­λά ἀ­κό­μη νά σᾶς πῶ», πρό­σθε­σε ὁ Κύ­ριος, «ἀλ­λά δέν μπο­ρεῖ­τε νά τά βα­στά­ξε­τε τώ­ρα. Ἀλ­λ’ ὅ­ταν ἔλ­θει Ἐ­κεῖ­νος, τό Πνεῦ­μα τῆς ἀ­λή­θειας, θά σᾶς ὁ­δη­γή­σει εἰς ὅ­λη τήν ἀ­λή­θεια, δι­ό­τι δέν θά μι­λή­σει ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λά θά πεῖ ὅ­σα ἀ­κού­σει καί θά σᾶς ἀ­ναγ­γεί­λει ἐ­κεῖ­να πού μέλ­λουν νά συμ­βοῦν. Ἐ­κεῖ­νος θά δο­ξά­σει ἐ­μέ, δι­ό­τι θά πά­ρει ἀ­πό ὅ,τι εἶ­ναι δι­κό μου καί θά σᾶς τό ἀ­ναγ­γεί­λει. Ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χει ὁ Πα­τήρ μου, εἶ­ναι δι­κά μου» (Ἰ­ω. ι­στ' 12· 16).
Οἱ ἀ­πό­στο­λοι ἦ­ταν πάν­το­τε κον­τά στό Χρι­στό, ἄ­κου­αν συ­νέ­χεια τά κη­ρύγ­μα­τά του, ἔ­βλε­παν τά θαύ­μα­τα· ὅ­μως μέ τίς δι­κές τους ἱ­κα­νό­τη­τες στά­θη­κε ἀ­δύ­να­το νά γνω­ρί­σουν τήν ἀ­λή­θεια γιά τό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ· ἔ­πρε­πε νά τούς τό ἀ­πο­κα­λύ­ψει ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός! (Ματθ. ι­στ', 17)· πρίν ἀ­πό τήν πεν­τη­κο­στή δέν μπό­ρε­σαν νά γνω­ρί­σουν τόν Κύ­ριο καί νά ἀν­τι­λη­φθοῦν τή δό­ξα Του. Ἀ­κό­μη καί οἱ τρεῖς μα­θη­τές πού πα­ρα­βρέ­θη­καν ἀ­τό ὄ­ρος τῆς με­τα­μόρ­φω­σης δέν ἔ­ζη­σαν ὁ­λό­κλη­ρο τό με­γα­λεῖ­ο τῆς δό­ξης τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λά μό­νο ἕ­να μέ­ρος, «κα­θώς ἠ­δύ­ναν­το»! (Ἀ­πο­λυ­τί­κιο τῆς με­τα­μορ­φώ­σε­ως. Προ­βλ. Ἰ­ω.12-16).
Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ λό­γος γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ ἀ­να­στη­μέ­νος Κύ­ριος πα­ραγ­γέλ­λει στούς ἀ­πο­στό­λους νά πε­ρι­μέ­νουν στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ ὥ­σπου νά ἐν­δυ­θοῦν «δύ­να­μη ἐξ ὕ­ψους» (Λουκ. κδ' 49). Μό­νο τό­τε θά μπο­ρέ­σουν νά εἶ­ναι «μάρ­τυ­ρές» Του στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ καί.­.. μέ­χρι τῶν πε­ρά­των τῆς γῆς» (Πράξ. α' 8). Πράγ­μα­τι οἱ ἀ­πό­στο­λοι ἄρ­χι­σαν με­τά τήν πεν­τη­κο­στή τό κή­ρυγ­μα χω­ρίς πιά κα­νέ­να φό­βο γιά τούς δι­ωγ­μούς τῶν Ἰ­ου­δαί­ων καί τῶν Ἐ­θνι­κῶν: μέ δύ­να­μη καί ἐ­ξου­σί­α (Πραξ. δ' 1-20)· «οὐ­δείς δύ­να­ται νά εἰ­πῆ Κύ­ριον Ἰ­η­σοῦν, εἰ μή ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ» (Α' Κορ. ι­β' 3).
Ἔ­τσι τό κή­ρυγ­μα τῶν ἀ­πο­στό­λων δέν γι­νό­ταν «μέ πει­στι­κούς λό­γους ἀν­θρώ­πι­νης σο­φί­ας, ἀλ­λά μέ πει­θώ Πνεύ­μα­τος καί δυ­νά­με­ως, διά νά μήν εἶ­ναι ἡ πί­στη μας θε­με­λι­ω­μέ­νη ἐ­πά­νω στή σο­φί­α τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀλ­λά στή δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ.­.. Ἐ­μεῖς δέ δέν ἐ­λά­βα­με τό πνεῦ­μα τοῦ κό­σμου, ἀλ­λά τό Πνεῦ­μα πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τόν Θε­ό, γιά νά γνω­ρί­σω­με ἐ­κεῖ­να πού μᾶς ἐ­χα­ρί­σθη­σαν ἀ­πό τόν Θε­ό.­.. Ὁ φυ­σι­κός ἄν­θρω­πος δέν δέ­χε­ται ὅ­σα προ­έρ­χον­ται ἀ­πό τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ, για­τί γι’ αὐ­τόν εἶ­ναι μω­ρί­α· δέν μπο­ρεῖ νά τό κα­τα­λά­βει, δι­ό­τι πρέ­πει νά ἐ­ξε­τα­σθοῦν πνευ­μα­τι­κά. Ἀλ­λ’ ὁ πνευ­μα­τι­κός ἄν­θρω­πος κρί­νει τά πάν­τα, ὁ ἴ­διος ὅ­μως δέν κρί­νε­ται ἀ­πό κα­νέ­ναν. «Για­τί ποι­ός ἐ­γνώ­ρι­σε τή σκέ­ψη τοῦ Κυ­ρί­ου, ὥ­στε νά Τόν δι­δά­ξει; Ἐ­μεῖς ὅ­μως ἔ­χου­με νοῦν Χρι­στοῦ» (Α' Κορ. β' 4-16, πρβλ. Ἠσ. μ' 13).





Share:

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ - Η Α­ΛΗ­ΘΕΙΑ Α’ - π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου



Θέ­μα­τα Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως ἀ­πό τό βι­βλί­ο «Η ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΙΑ ΜΑΣ», τοῦ ἀ­ει­μνή­στου π. Ἀν­τω­νί­ου Ἀ­λε­βι­ζό­που­λου συγ­χρό­νου ὁ­μο­λο­γη­τοῦ, ἱ­δρυ­τοῦ τῆς ἀν­τι­αι­ρε­τι­κῆς ἄ­μυ­νας τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας μας, πού ἀ­πο­τε­λεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη δογ­μα­τι­κή ἀν­τι­αι­ρε­τι­κή ἀ­σπί­δα.

Ἡ γνώ­ση τῆς ἀ­κρι­βοῦς Ὀρ­θο­δό­ξου Πί­στε­ως εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση γιά τήν κα­τάρ­τι­ση τῶν στε­λε­χῶν τοῦ ἀν­τι­αι­ρε­τι­κοῦ ἔρ­γου καί γιά τήν σί­γου­ρη καί ἔγ­κυ­ρη βο­ή­θεια στά θύ­μα­τα καί τούς συγ­γε­νεῖς τους.


1. Η Α­ΛΗ­ΘΕΙΑ Α’


Ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­να­ζη­τοῦ­σε πάν­το­τε τήν ὑ­περ­βα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μέ σκο­πό νά βρεῖ ἀ­πάν­τη­ση στά με­γά­λα προ­βλή­μα­τα πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στό μυ­στή­ριο τοῦ κό­σμου καί τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης. Ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τήν «ἀ­λή­θεια».

Ὅ­μως τό θέ­μα αὐ­τό δέν τί­θε­ται πάν­το­τε μέ τόν ἴ­διο τρό­πο. Ἔ­τσι καί οἱ ἀ­παν­τή­σεις πού δί­δον­ται καί οἱ συ­νέ­πει­ές τους γιά τή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι κά­θε φο­ρά δι­α­φο­ρε­τι­κές. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή εἶ­ναι σ’ αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Πον­τί­ου Πι­λά­του: Ρώ­τη­σε τόν Χρι­στό, ἄν ἦ­ταν βα­σι­λιάς καί ὁ Κύ­ριος τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: «Γι’ αὐ­τό γεν­νή­θη­κα καί γι’ αὐ­τό ἦλ­θα στόν κό­σμο, γιά νά μαρ­τυ­ρή­σω τήν ἀ­λή­θεια. Ὅ­ποι­ος εἶ­ναι ἀ­πό τήν ἀ­λή­θεια, ἀ­κού­ει τή φω­νή μου» (Ἰω.ιη'37). Τό­τε ὁ Πι­λά­τος τόν ρώ­τη­σε: «Τί εἶ­ναι ἀ­λή­θεια;» (Ἰ­ω.ι­η­'­38).

Κα­τά τήν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ Πι­λά­του ἡ ἀ­λή­θεια πρέ­πει νά εἶ­ναι κά­ποι­α ἰ­δέ­α, κά­ποι­α ἔν­νοι­α καί ἔ­τσι μπο­ροῦ­με νά ρω­τή­σου­με: «τί εἶ­ναι ἀ­λή­θεια». Σ’ αὐ­τήν ἀ­κρι­βῶς τή βά­ση ἐ­κι­νοῦν­το καί οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες φι­λό­σο­φοι· ζη­τοῦ­σαν τήν ἀ­λή­θεια τοῦ «τί»! Δέν εἶ­ναι ὅ­μως ὁ δρό­μος αὐ­τός ἡ προ­σφο­ρά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Για­τί, σύμ­φω­να μέ τή χρι­στι­α­νι­κή πί­στη, ἡ ἀ­λή­θεια δέν εἶ­ναι «κά­τι», ἀλ­λά «κά­ποι­ος».



α) Ἡ ἀ­λή­θεια τοῦ «ποι­ός»

Κα­τά τή χρι­στι­α­νι­κή ἀν­τί­λη­ψη ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πρό­σω­πο, ὄ­χι «πρᾶγ­μα». Ὁ Πι­λᾶ­τος δέν ἔ­θε­σε σ’ αὐ­τή τή βά­ση τό θέ­μα καί δέν πῆ­ρε ἀ­πάν­τη­ση στό ἐ­ρώ­τη­μά του· ἴ­σως καί νά μήν πε­ρί­με­νε καμ­μί­α ἀ­πάν­τη­ση!

Ἀλ­λά ὁ Χρι­στός σέ ἄλ­λη πε­ρί­πτω­ση εἶ­πε στούς μα­θη­τές του πώς με­τα­βαί­νει στόν Πα­τέ­ρα καί θά ξα­νάρ­θει νά τούς πα­ρα­λά­βει, γιά νά τούς ὁ­δη­γή­σει ἐ­κεῖ, καί νά εἶ­ναι πλέ­ον ὅ­λοι μα­ζί Του. «Γνω­ρί­ζε­τε ποῦ πη­γαί­νω», τούς εἶ­πε, «καί γνω­ρί­ζε­τε καί τό δρό­μο» (Ἰ­ω.ι­δ'3-4). Τό­τε τοῦ λέ­ει ὁ Θω­μάς: «Κύ­ρι­ε, δέν ξέ­ρου­με ποῦ πη­γαί­νεις καί πῶς μπο­ροῦ­με νά ξέ­ρου­με τό δρό­μο;­»· λέ­ει σ’ αὐ­τόν ὁ Χρι­στός: «Ἐ­γώ εἶ­μαι ἡ ὁ­δός καί ἡ ἀ­λή­θεια καί ἡ ζω­ή, κα­νείς δέν ἔρ­χε­ται πρός τόν Πα­τέ­ρα πα­ρά δι’ ἐ­μοῦ. Ἐ­άν μέ γνω­ρί­ζα­τε, θά γνω­ρί­ζα­τε καί τόν Πα­τέ­ρα μου. Ἀ­πό τώ­ρα τόν γνω­ρί­ζε­τε καί τόν ἔ­χε­τε δεῖ» (Ἰ­ω­αν.ι­δ'4-8).

Τό­τε τοῦ λέ­ει ὁ Φί­λιπ­πος: «Κύ­ρι­ε, δεῖ­ξε μας τόν Πα­τέ­ρα καί μᾶς ἀρ­κεῖ». Τοῦ ἀ­παν­τά­ει ὁ Χρι­στός: «Τό­σο χρό­νο εἶ­μαι μα­ζί σας καί δέν μέ γνώ­ρι­σες, Φί­λιπ­πε; ὅ­ποι­ος μέ ἔ­χει δεῖ, εἶ­δε τόν Πα­τέ­ρα· και πῶς λές ἐ­σύ, δεῖ­ξε μας τόν Πα­τέ­ρα;» (Ἰ­ω.ι­δ'8-9).

Ἡ ἀ­πάν­τη­ση αὐ­τή τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πο­δει­κνύ­ει, πῶς πρέ­πει νά δι­α­τυ­πω­θεῖ ἡ ὀρ­θή ἐ­ρώ­τη­ση γιά τήν ἀ­λή­θεια: «Ποι­ός εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια;­». Μέ ἄλ­λα λό­για ἡ ἀ­λή­θεια καί ἡ γνώ­ση τῆς ἀ­λή­θειας δέν ἀ­πο­τε­λεῖ ὑ­πό­θε­ση τῆς δι­ά­νοι­ας τοῦ ἀν­θρώ­που καί νο­η­σι­αρ­χι­κή δι­α­δι­κα­σί­α, ἀλ­λά κοι­νω­νί­α με­τα­ξύ προ­σώ­πων.

Στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ ὁ ἄν­θρω­πος βρί­σκει τό «δρό­μο», γιά νά «γνω­ρί­σει τήν ἀ­λή­θεια», δη­λα­δή νά ἔλ­θει σέ κοι­νω­νί­α με­τά τοῦ Θε­αν­θρώ­που, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να καί κοι­νω­νί­α μέ τόν Πα­τέ­ρα, πού εἶ­ναι αἰ­ώ­νια ζω­ή.

Ἡ ἀ­λή­θεια τοῦ «ποι­ός» εἶ­ναι ὁ ἔν­σαρ­κος Λό­γος (Ἰ­ω.α­'­14) πού πρέ­πει νά «γνω­ρί­σου­με», γιά νά ἔ­χου­με ζω­ή (Ἰ­ω.στ'­47.ι­'­27-28.Α­'­Ἰ­ω.ε' 13). Μό­νο ὁ Χρι­στός μπο­ρεῖ νά ὁ­δη­γή­σει τόν ἄν­θρω­πο στόν οὐ­ρά­νιο Πα­τέ­ρα, γιά νά τόν κά­νει μέ­το­χο τῆς ζω­ῆς (Λουκ.γ΄22.Ἰ­ω.α­'­12.ι­δ'6)· «ἡ χά­ρις καί ἡ ἀ­λή­θεια ἦλ­θαν διά Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ» (Ἰ­ω.α­'­17).

Αὐ­τή ἡ το­πο­θέ­τη­ση τῆς ἁ­γί­ας Γρα­φῆς ἀ­πο­δει­κνύ­ει τή δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα στή χρι­στι­α­νι­κή καί στή δι­α­νο­η­τι­κή ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἀ­λή­θειας. Ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος προ­σπα­θή­σει νά γνω­ρί­σει δι­α­νο­η­τι­κά τήν ἀ­λή­θεια, στη­ρι­ζό­με­νος μό­νο στή δύ­να­μη τοῦ νοῦ, ὁ­δη­γεῖ­ται στό ἴ­διο λά­θος τῆς ἐ­πι­στή­μης μέ τήν αἰ­τι­ο­κρα­τί­α της καί τοῦ παν­θε­ϊ­σμοῦ μέ τήν ταύ­τι­ση τοῦ Θε­οῦ καί τοῦ κο­σμου· στην ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἀ­λή­θειας τοῦ «τί». Ἀν­τί­θε­τα ὁ χρι­στια­νός ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται γιά τήν ἀ­λή­θεια τοῦ «ποι­ός», ἡ ὁ­ποί­α ὅ­μως γνω­ρί­ζε­ται μό­νο μέ τήν «κοι­νω­νί­α», πού εἶ­ναι δῶ­ρο τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.



β) Σω­τή­ρια ἀ­λή­θεια

Ἡ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στήν ἀ­λή­θεια τοῦ «τί» καί στήν ἀ­λή­θεια τοῦ «ποι­ός» εἶ­ναι βα­σι­κή, για­τί ἐ­δῶ δέν πρό­κει­ται γιά θε­ω­ρη­τι­κή ἔν­νοι­α ἀλ­λά γιά τό μυ­στή­ριο τῆς σω­τη­ρί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που.

Ἡ ἀ­λή­θεια τῶν φι­λο­σό­φων, δη­λα­δή ἡ ἀ­λή­θεια τοῦ «τί», δέν σῴ­ζει τόν ἄν­θρω­πο, για­τί ὁ «θε­ός» τῶν φι­λο­σό­φων εἶ­ναι ἀ­πρό­σω­πος καί ἑ­πο­μέ­νως δέν ἔρ­χε­ται σέ προ­σω­πι­κή κοι­νω­νί­α μέ τόν ἄν­θρω­πο. Τό ἴ­διο συμ­βαί­νει καί μέ τό θε­ό τῶν Ἰν­δου­ι­στῶν. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ λό­γος γιά Τόν ὁ­ποῖ­ο ἡ αἵ­ρε­ση εἶ­ναι τρα­γι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Σ’ αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή προ­ει­δο­ποι­εῖ: «ὑ­πῆρ­ξαν καί ψευ­δο­προ­φῆ­ται με­τα­ξύ τοῦ λα­οῦ, ὅ­πως καί με­τα­ξύ σας θά ὑ­πάρ­ξουν ψευ­δο­δι­δά­σκα­λοι, πού θά εἰ­σα­γά­γουν αἱ­ρέ­σεις ἀ­πώ­λειας, ἀρ­νού­με­νοι καί τόν Κύ­ριον πού τούς ἀ­γό­ρα­σε κι ἔ­τσι προ­κα­λοῦν τα­χεῖ­α ἀ­πώ­λεια» (Β' Πε­τρ.β'1).

Οἱ «αἱ­ρέ­σεις ἀ­πώ­λειας» ἀ­να­φέ­ρον­ται στά δόγ­μα­τα τῆς πί­στης· γι’ αὐ­τό καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­γω­νί­σθη­κε καί ἀ­γω­νί­ζε­ται ἐ­ναν­τί­ον τῶν αἱ­ρέ­σε­ων, πού θέ­τουν σέ κίν­δυ­νο τή σω­τη­ρί­α. Ἡ δογ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δι­α­κη­ρύτ­τει τή δυ­να­τό­τη­τα τῆς σω­τη­ρί­ας καί ταυ­τό­χρο­να τήν ἐ­ξα­σφα­λί­ζει. Πῶς θά ἦ­ταν ἐ­πί πα­ρα­δείγ­μα­τι δυ­να­τή ἡ σω­τη­ρί­α, δη­λα­δή ἡ πραγ­μα­τι­κή Θε­ο-κοι­νω­νί­α, πού δι­α­τη­ρεῖ τό δι­κό μας «ἐ­γώ» καί τό «Σύ» τοῦ Θε­οῦ, ἄν ἀν­τι­κα­θι­στού­σα­με τήν πί­στη στόν προ­σω­πι­κό Θε­ό μέ τήν πί­στη τῶν φι­λο­σό­φων σέ ἕ­να ἀ­πρό­σω­πο «ὑ­πέρ­τα­το ὄν» ἤ καί μέ τήν ἰν­δου­ι­στι­κη ἀν­τί­λη­ψη γιά μί­α παγ­κό­σμια ἀ­πρό­σω­πη δύ­να­μη ἤ «συ­νει­δη­τό­τη­τα»;

Μέ τήν πί­στη στήν ἀ­λή­θεια τοῦ «ποι­ός» ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, στό αἰ­ώ­νιο ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ ἀν­θρώ­που, δί­νει ἀ­πάν­τη­ση ἱ­κα­νή νά τόν ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πό ἀ­δι­έ­ξο­δα καί νά τόν ὁ­δη­γή­σει στό βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα τῆς ζω­ῆς. Τό τε­λευ­ταῖ­ο στά­διο τῆς Θεί­ας ἀ­πο­κά­λυ­ψης πραγ­μα­τώ­θη­κε στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ καί ἔ­τσι ὁ ἄν­θρω­πος «ἐν Χρι­στῷ» μπο­ρεῖ πλέ­ον νά «γνω­ρί­σει» τήν ἀ­λή­θεια (Ἰ­ω.α­'­17).



γ) Ἀ­λή­θεια καί ζω­ή

Ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ δέν ἐ­ξα­ναγ­κά­ζει κα­νέ­να καί ὁ Θε­ός δέν ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἐ­κεῖ πού ἡ πα­ρου­σί­α Του δέν εἶ­ναι ἐ­πι­θυ­μη­τή. Ἡ χά­ρη Του δέν δί­δε­ται σ’ ὅ­ποι­ον τήν ἀ­πορ­ρί­πτει, σ’ ἐ­κεῖ­νον πού ἀ­κο­λου­θεῖ δόγ­μα­τα καί «τε­χνι­κές» αὐ­το­σω­τη­ρί­ας· ἡ χά­ρη συμ­βα­δί­ζει μέ τήν ἀ­λη­θεια· δεν ὑ­πάρ­χει ἐ­κεῖ πού ἡ ἀ­λή­θεια ἀ­πορ­ρί­πτε­ται!

Ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δέν κά­νει λό­γο γιά κα­νέ­να «ἀ­δογ­μά­τι­στο χρι­στι­α­νι­σμό». Κά­τι τέ­τοι­ο θά ἀ­πο­γύ­μνω­νε τήν ἠ­θι­κή ζω­ή, τό χρι­στι­α­νι­κό φρό­νη­μα ἀ­πό τίς «ρί­ζες» του, πού εἶ­ναι τά δόγ­μα­τα τῆς πί­στης μας καί θά ὁ­δη­γοῦ­σε τόν ἄν­θρω­πο σέ σύγ­χυ­ση καί ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα.

Ἀ­πό τό ἄλ­λο μέ­ρος τόν ἄν­θρω­πο δέν τόν σῴ­ζει ἡ δι­α­νο­η­τι­κή πα­ρα­δο­χή τῶν δογ­μά­των τῆς σω­τη­ρί­ας· ἡ δογ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια πρέ­πει νά ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται μέ τήν κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή: «καί θά κα­τα­δι­κά­σει (ὁ Κύ­ριος) ἐ­κεί­νους πού δέν γνω­ρί­ζουν τόν Θε­όν καί δέν ὑ­πα­κού­ουν στό εὐ­αγ­γέ­λιο τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ» (Β' Θεσ.α­'8. Πρβλ.Ματθ.ε­'­19. ζ' 24.Ἰ­ακ.θ'­26).

Τά σω­τή­ρια λοι­πόν δόγ­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δέν εἶ­ναι καρ­πός δι­α­νο­η­τι­κῆς ἐ­να­σχό­λη­σης, ἀλ­λά Θεί­ας ἀ­πο­κά­λυ­ψης, σέ ἀ­να­φο­ρά μέ τήν κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή τοῦ πι­στοῦ. Γι’ αὐ­τό καί ἡ χρι­στι­α­νι­κή πί­στη δέν μπο­ρεῖ νά ἰ­δε­ο­λο­γι­κο­ποι­η­θεῖ· εἶ­ναι κοι­νω­νί­α καί ζω­ή. Οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δέν τό­νι­ζαν ἁ­πλῶς τήν σύν­δε­ση αὐ­τῶν τῶν δύ­ο, ἀλ­λά καί τόν κίν­δυ­νο τῶν αἱ­ρέ­σε­ων:

«Ἐ­μεῖς ὅ­μως, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, δέν πρέ­πει νά τούς ἀ­νε­χό­μα­στε, ἀλ­λά νά τούς κλεί­νου­με τ’ αὐ­τιά μας καί νά πι­στεύ­ου­με στήν ἁ­γί­α Γρα­φή. Ὅ­ταν λοι­πόν ἀ­κο­λου­θή­σου­με πι­στά, ὅ­σα εἴ­πα­με, πρέ­πει νά φρον­τί­σου­με νά ἀ­πο­θη­κεύ­ου­με στίς ψυ­χές μας τά ὑ­γι­ῆ δόγ­μα­τα καί μα­ζί μ’ αὐ­τά νά ἐ­πι­δει­κνύ­ου­με καί ἀ­κρί­βεια ζω­ῆς, ὥ­στε καί ἡ ζω­ή μας νά ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τά δόγ­μα­τα, καί τά δόγ­μα­τα νά ἀ­πο­δει­κνύ­ουν πιό ἀ­ξι­ό­πι­στη τή ζω­ή μας. Για­τί οὔ­τε ἄν ὑ­πάρ­χει σέ μᾶς ἡ ὀρ­θή δι­δα­σκα­λί­α, ἀ­δι­α­φο­ροῦ­με ὅ­μως γιά τή ζω­ή, θά ἔ­χου­με κα­νέ­να ὄ­φε­λος, οὔ­τε κι ὅ­ταν ἔ­χου­με ἐ­νά­ρε­τη ζω­ή, θά μπο­ρέ­σου­με νά κερ­δί­σου­με κά­τι χρή­σι­μο γιά τή σω­τη­ρί­α μας, ἄν ἀ­δι­α­φο­ροῦ­με γιά τά ὀρ­θά δόγ­μα­τα» (Χρυ­σό­στο­μος).



δ) Μέ­σα ἀ­πό τό γνό­φο τῆς ἀ­γνω­σί­ας

Ὁ ἄν­θρω­πος, σάν κτι­στή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μπο­ρεῖ νά ἐ­ρευ­νή­σει μό­νο τήν «κτι­στή» ἀ­λή­θεια· ὄ­χι αὐ­τό πού ὁ Θε­ός εἶ­ναι, ἀλ­λά τά κτί­σμα­τα τοῦ Θε­οῦ. Μπο­ρεῖ μ’ αὐ­τό τόν τρό­πο νά ἀ­να­κα­λύ­ψει τή «σκιά» τῆς ἀ­λή­θειας (Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος), τά «ἴ­χνη» τοῦ Δη­μι­ουρ­γοῦ καί ὄ­χι τήν «ἄ­κτι­στη ἀ­λή­θεια». Ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἀ­πρό­σι­τος καί ἀ­κοι­νώ­νη­τος κα­τά τήν Οὐ­σί­α· προ­σι­τός ὅ­μως μέ βά­ση τίς ἐ­νέρ­γει­ες καί τή χά­ρη Του.

Ἡ σω­τή­ρια ἀ­λή­θεια δέν εἶ­ναι καρ­πός ἀν­θρώ­πι­νης προ­σπά­θειας, ἀλ­λά δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ. Ὁ ἄν­θρω­πος μέ τή σο­φί­α του δέν μπό­ρε­σε νά γνω­ρί­σει τόν Θε­ό. Γι’ αὐ­τό καί ὁ Θε­ός εὐ­δό­κη­σε νά σώ­σει τούς πι­στούς «διά τῆς μω­ρί­ας τοῦ κη­ρύγ­μα­τος» (Α­'­Κορ.α­'­19-2 1).Ἔ­τσι ὁ Θε­ός ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στίς ψυ­χές τῶν πι­στῶν(Ματθ.ι­στ'­17.Ἰ­ω.α­'­18.Α­'­Κορ.β' 9).

Ὁ Ἰ­ώβ προ­σπά­θη­σε μέ τό λο­γι­κό του νά δι­ε­ρευ­νή­σει τά μυ­στή­ρια τοῦ Θε­οῦ χω­ρίς κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὅ­μως ὅ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε, ἐν­νό­η­σε πώς μό­νος του ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νά φθά­σει ἐ­κεῖ­νο πού πο­θοῦ­σε ἡ ψυ­χή του καί αἰ­σθάν­θη­κε βα­θύ­τα­τη συν­τρι­βή: «Μέ­χρι στιγ­μῆς ἄ­κου­α γιά Σέ­να μό­νο μέ τά αὐ­τιά μου», λέ­ει στόν Θε­ό, «τώ­ρα ὅ­μως Σέ εἶ­δα μέ τά μά­τια μου. Γιά τοῦ­το ἐ­λε­ει­νο­λό­γη­σα τόν ἑ­αυ­τό μου· ἔ­λει­ω­σα ἀ­πό συν­τρι­βή, αἰ­σθά­νο­μαι πράγ­μα­τι χῶ­μα καί στά­χτη» (Ἰ­ώβ,μβ'5-6).

Ὁ Μω­ϋ­σῆς πῆ­ρε τήν ἐν­το­λή: «Κα­τέ­βα καί μί­λη­σε ἔν­το­να στό λα­ό νά ἐ­ξα­γνι­σθεῖ σή­με­ρα καί αὐ­ριο· να πλύ­νουν τά ροῦ­χα τους καί νά εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι τήν τρί­τη ἡ­μέ­ρα, για­τί κα­τά τήν τρί­τη ἡ­μέ­ρα θά κα­τέ­βει ὁ Κύ­ριος στό ὄ­ρος Σι­νά ἐ­νώ­πιον ὅ­λου τοῦ λα­οῦ» (Ἐξ.ι­θ'­10-11). Ὁ Μω­ϋ­σῆς παίρ­νει ἀ­κό­μη ἐν­το­λή ἀ­πό τόν Θε­ό νά πα­ρα­λά­βει τόν Ἀ­α­ρών, τόν Να­δάβ, τόν Ἀθ­διούδ καί ἑ­βδο­μήν­τα πρε­σβυ­τέ­ρους καί νά πά­ει στό ὄ­ρος· ὁ λα­ός ἔ­πρε­πε νά μεί­νει στούς πρό­πο­δες (Ἐξ.κδ'1-2).

Σύμ­φω­να μέ τήν ἐν­το­λή τοῦ Θε­οῦ, ὁ Μω­ϋ­σῆς προ­σφέ­ρει θυ­σί­α καί ραν­τί­ζει τό λα­ό μέ τό αἷ­μα τῆς θυ­σί­ας. Κα­τό­πιν ἀ­νε­βαί­νει στό ὄ­ρος μα­ζί μέ τά πρό­σω­πα πού ὅ­ρι­σε ὁ Θε­ός. Ἐ­κεῖ οἱ συ­νο­δοί τοῦ Μω­ϋ­σῆ δέν εἶ­δαν τόν Θε­ό· εἶ­δαν μό­νο «τόν τό­πο ὅ­που ἐ­στά­θη ὁ Θε­ός τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ»· καί ὁ τό­πος αὐ­τός φαι­νό­ταν «σάν νά ἦ­ταν κα­τα­σκευ­α­σμέ­νος ἀ­πό πλίν­θους σαπ­φεί­ρου καί εἶ­χε τή δια­ύγεια καί τή λάμ­ψη τοῦ κα­θα­ροῦ οὐ­ρα­νοῦ» (Ἐξ. κδ' 10).

Ὁ Μω­ϋ­σῆς ἔ­λα­βε τό­τε τήν ἐν­το­λή: «ἀ­νέ­βα πρός ἐ­μέ στήν κο­ρυ­φή τοῦ ὄ­ρους καί μεῖ­νε ἐ­κεῖ. Θά σοῦ δώ­σω τίς πέ­τρι­νες πλά­κες μέ τό νό­μο καί τίς ἐν­το­λές πού ἔ­γρα­ψα, γι΄ αὐ­τούς σάν νο­μο­θέ­της» (Ἐξ.κδ'­12). Τό­τε ὁ Μω­ϋ­σῆς πα­ρέ­λα­βε τόν Ἰ­η­σοῦ τοῦ Ναυ­ή καί ἀ­νέ­βη­καν στό ψη­λό­τε­ρο μέ­ρος τοῦ ὅ­ρους, τό ὁ­ποῖ­ο σκε­πα­ζό­ταν ἀ­πό τή νε­φέ­λη (Ἐξ.κδ'­13-15).

«Καί κα­τέ­βη­κε ἡ δό­ξα τοῦ Θε­οῦ στό ὄ­ρος Σι­νά καί ἡ νε­φέ­λη τό ἐ­σκέ­πα­σε ἐ­πί ἕ­ξι ἡ­μέ­ρες. Τήν ἕ­βδο­μη ἡ­μέ­ρα ἐ­κά­λε­σε ὁ Κύ­ριος τόν Μω­ϋ­σῆ μέ­σα ἀ­πό τή νε­φέ­λη. Τό εἶ­δος τῆς δό­ξας τοῦ Κυ­ρί­ου ἦ­ταν σάν πῦρ πού βγά­ζει φλό­γες πά­νω στήν κο­ρυ­φή τοῦ ὄ­ρους, ὁ­ρα­τό ἀ­πό τούς Ἰσ­ρα­η­λῖ­τες.

Ὁ Μω­ϋ­σῆς μπῆ­κε στό μέ­σο τῆς νε­φέ­λης καί ἀ­νέ­βη­κε στό ὄ­ρος καί ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ σα­ράν­τα ἡ­με­ρο­νύ­κτια» (Ἐξ.κδ'­16-18). «Καί ἔ­γι­ναν βρον­τές καί ἀ­στρα­πές καί νε­φέ­λη γνο­φώ­δης ἐ­πά­νω στό ὄ­ρος Σι­νά.­.. τό ὄ­ρος ἐ­κα­πνί­ζε­το ὁ­λό­κλη­ρο, για­τί πά­νω σ’ αὐ­τό εἶ­χε κα­τέ­βει ὁ Θε­ός σάν πῦρ. Ὁ κα­πνός ἀ­νέ­βαι­νε ὅ­πως ὁ κα­πνός τῆς ἀ­σβε­στο­κα­μί­νου.­.. ὁ Μω­ϋ­σῆς ρω­τοῦ­σε καί ὁ Θε­ός ἀ­πο­κρι­νό­ταν μέ φω­νή.­.­.» (Ἐξ.ι­θ'­16-19.Δευ­τερ.δ'­11-12. ε­'­22).

Μέ­σα στή νε­φέ­λη ὁ Μω­ϋ­σῆς δέν μπο­ροῦ­σε νά δι­α­κρί­νει τί­πο­τε μέ τά φυ­σι­κά του μά­τια. Δέν μπο­ροῦ­σε νά «δεῖ» τόν Θε­ό μέ τίς ἀν­θρώ­πι­νες δυ­να­τό­τη­τές του. Ὁ Μω­ϋ­σῆς κα­τα­νό­η­σε πώς ὁ Θε­ός βρί­σκε­ται «μέ­σα στό γνό­φο», στή σκο­τει­νή νε­φέ­λη (Β'­Πα­ραλ./Β'­Χρον. στ'1.Ἰ­εζ.ι­'4)· ἐ­κεῖ ἀ­ξι­ώ­θη­κε ν’ ἀ­κού­σει τή φω­νή τοῦ Θε­οῦ καί νά λά­βει τό νό­μο τῆς ζω­ῆς καί τῆς σο­φί­ας (Σοφ. Σειρ. με' 5).

Αὐ­τό πού εἶ­δε ὁ Μω­ϋ­σῆς ἦ­ταν ἡ δό­ξα τοῦ Θε­οῦ καί ἡ ἐμ­πει­ρί­α του αὐ­τή δέν ἦ­ταν ἀ­πο­τέ­λε­σμα δι­κῆς του δι­α­νο­η­τι­κῆς προ­σπά­θειας ἤ καρ­πός τῆς ἄ­σκη­σης κά­ποι­ων «τε­χ


νι­κῶν», ἀλ­λά ἔρ­γο τοῦ ἴ­διου τοῦ Θε­οῦ, καρ­πός τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος στήν καρ­διά τοῦ Μω­ϋ­σῆ.

Ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος δο­θεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά στόν Θε­ό καί πο­θή­σει νά συ­ναν­τή­σει Ἐ­κεῖ­νον πού


λα­χτα­ρᾶ ἡ ψυ­χή του, τό­τε, ἀ­φοῦ ὁ ἴ­διος πε­ρά­σει μέ­σα ἀ­πό τή σκο­τει­νή νε­φέ­λη τῆς ἀ­γνω­σί­ας, ὁ Θε­ός ἔρ­χε­ται σ’ αὐ­τόν, κά­νει τά πάν­τα γύ­ρω του φω­τει­νά καί τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται. «Αὐ­τός ἀ­πο­κα­λύ­πτει τά βα­θειά καί τά ἀ­πό­κρυ­φα, Αὐ­τός γνω­ρί­ζει τά ἐν σκό­τει καί τό φῶς βρί­σκε­ται σ’ Αὐ­τόν» (Δαν.β'­22)· πρέ­πει ὅ­μως ὁ ἄν­θρω­πος νά πει­νά­σει καί νά δι­ψά­σει πραγ­μα­τι­κά γιά τόν Θε­ό (Ψαλμ. μα'/μβ'1-3).

Ἐ­κεῖ­νο πού ἀ­πο­κτᾶ πρω­ταρ­χι­κή ση­μα­σί­α στήν ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς σω­τή­ριας ἀ­λή­θειας τοῦ «ποι­ός», εἶ­ναι ἡ δί­ψα γιά τόν Θε­ό καί ἡ προ­τε­ραι­ό­τη­τα πού δί­νου­με σ’ αὐ­τό τό ζή­τη­μα. Ὅ­ποι­ος ὅ­μως ἀ­πο­κτή­σει τή «γεύ­ση» τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Θεί­ου Φω­τός, τῆς δό­ξας δη­λα­δή τοῦ Θε­οῦ, αὐ­τός θά αἰ­σθαν­θεῖ τή με­γά­λη του ἀ­δυ­να­μί­α καί ἀ­να­ξι­ό­τη­τα καί θά ἀ­να­φω­νή­σει τά λό­για του ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ ὕ­μνου:

«Κύ­ρι­ε, ἡ ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­νή, τήν σήν αἰ­σθο­μέ­νη θε­ό­τη­τα.­.­.­»,

«Κύ­ρι­ε, βυ­θι­σμέ­νος ὁ­λό­κλη­ρος στήν ἁ­μαρ­τί­α, αἰ­σθά­νο­μαι τή δι­κή Σου Θε­ό­τη­τα.­.­.­».

Δέν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λος τρό­πος νά γνω­ρί­σου­με τόν Θε­ό, πα­ρά μό­νο ὅ­ταν ζοῦ­με «μέ­σα σ’ Αὐ­τόν», λέ­γει κά­ποι­ος πα­τέ­ρας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ὅ­ταν ἀ­φή­σου­με τή ζω­ή μας νά τή φω­τί­σει Ἐ­κεῖ­νος: «Ἐν τῷ φω­τί σου ὀ­ψό­με­θα φῶς» (Ψαλμ.λε­'­10/λστ'9)· «ἐ­ξα­πό­στει­λε τό φῶς Σου καί τήν ἀ­λή­θεια Σου· αὐ­τά μέ ὠ­δή­γη­σαν καί μέ ἔ­φε­ραν εἰς ὄ­ρος ἅ­γιό Σου καί τά σκη­νώ­μα­τά Σου» (Ψαλμ.μβ'/μγ'3).





Share:

ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Η φωτογραφία μου
Για την προστασία του ελληνορθόδοξου πολιτισμού της οικογενείας της νεολαίας και του πολίτη.

Translate

Από το Blogger.

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Ετικέτες

ΑNTIAIPETIKO ΣEMINAPIO ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΑΙΔ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΏΤΟΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΟΜΙΛΙΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΣΟΦΙΑ ΑΠOKPYΦIΣMOΣ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΑ ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ ΑΡΧΙΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΜΥΡΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΑΪΔΩΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΒΙΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΓΙΟΓΚΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ ΕΤΕΡΟΘΡΗΣΚΟΙ ΘΕΟΣΟΦΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΡΙΔΟΛΟΓΙΑ ΙΣΛΑΜ ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΙΩΝΗ Κ. ΒΑΪΟΣ ΠΡΑΝΤΖΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗ ΚΩΝΣΤ. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΟΓΟΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΣΜΟΣ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΝΕΟEIΔΩΛOΛATPEIA ΝΕΟΓNΩΣTIKIΣMOΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ Π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΙΔΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΠΑΤΕΡ ΙΩΣΗΦ ΒΙΓΛΙΩΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΚΟΠΙΑ ΠΙΣΤΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΟΜΙΛΙΩΝ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣΥΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΡΩΤ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ ΡΕΦΛΕΞΟΛΟΓΙΑ ΣΑΤΑΝΙΣΜΟΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΣΚΟΠΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΧΙΣΜΑ ΤΡΙΤΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΦΥΛΟ ΧΙΛΙΑΣΤΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΨEYTOMEΣΣIEΣ ΨEYΔOΠPOΦHTEΣ ΨΕΥΔΟ-ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ ΨΗΦΙΣΜΑ

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Προτεινόμενη ανάρτηση

Η εορτή του Προστάτου μας, Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

            Η Β΄ Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής, που ονομάζεται και Β΄ Κυριακή της Ορθοδοξίας, είναι αφιερωμένη στον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά,...

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *