Όριο Πίστεως


ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018

ΓΡΑ­ΦΙ­ΚΗ ΚΑ­ΤΟ­ΧΥ­ΡΩ­ΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙ­Α­ΔΙ­ΚΗΣ Α­ΛΗ­ΘΕΙΑΣ

 

Μι­λή­σα­με γιά τήν πί­στη τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας στόν Ἕ­να καί Τρι­α­δι­κό Θε­ό καί ὑ­πο­γραμ­μί­σα­με πώς αὐ­τή ἡ πί­στη θε­με­λι­ώ­νει τήν ἐλ­πί­δα μας γιά αἰ­ώ­νια ζω­ή. Σ’ αὐ­τό τό κε­φά­λαι­ο θά δεί­ξου­με ὅ­τι ἡ πί­στη αὐ­τή ταυ­τί­ζε­ται μέ τή δι­δα­χή τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς.

α) Ποι­ή­σω­μεν.­..
Ἡ Τρι­α­δι­κή ἀ­λή­θεια πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἤ­δη στό πρῶ­το κε­φά­λαι­ο τοῦ πρώ­του Βι­βλί­ου τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς:
«Καί εἶ­πεν ὁ Θε­ός· ἄς δη­μι­ουρ­γή­σου­με ἄν­θρω­πο σύμ­φω­να μέ τή δί­κη μας εἰ­κό­να καί ὁ­μοί­ω­ση (κα­τ’ εἰ­κό­να καί κα­θ’ ὁ­μοί­ω­σιν) καί ἄς ἐ­ξου­σιά­ζουν στά ψά­ρια τῆς θά­λασ­σας καί στά πε­τει­νά τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καί στά κτή­νη καί σ’ ὅ­λη τή γῆ καί σ’ ὅ­λα τά ἑρ­πε­τά πού σύ­ρον­ται πά­νω στή γῆ. Καί ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε ὁ Θε­ός τόν ἄν­θρω­πο, σύμ­φω­να μέ τήν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ τόν ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε, ἄν­δρα καί γυ­ναῖ­κα ἐ­ποί­η­σεν αὐ­τούς» (Γεν. α' 26-27).
Ἐ­δῶ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ Θε­ός νά «βου­λεύ­ε­ται» ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος σέ κά­ποι­ον ἤ κά­ποι­ους: «ποι­ή­σω­μεν ἄν­θρω­πον».
Ἄς δη­μι­ουρ­γή­σου­με, λέ­γει, ὑ­πο­γραμ­μί­ζον­τας ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι καρ­πός τῆς θεί­ας βού­λη­σης καί ἐ­νέρ­γειας ὄ­χι ἑ­νός, ἀλ­λά πε­ρισ­σο­τέ­ρων θεί­ων προ­σώ­πων. Ἡ «εἰ­κό­να», σύμ­φω­να μέ τήν ὁ­ποί­α ἐ­πρό­κει­το νά δη­μι­ουρ­γη­θεῖ ὁ ἄν­θρω­πος ἦ­ταν μί­α. Ὅ­μως ἀ­νε­φέ­ρε­το ὄ­χι μό­νο στό πρό­σω­πο πού ὁ­μι­λοῦ­σε, ἀλ­λά καί στά πρό­σω­πα ἐ­κεί­νων μέ τούς ὁ­ποί­ους «ἐ­βου­λεύ­ε­το». Τε­λι­κά ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή ἐγ­κα­τα­λεί­πει τόν πλη­θυν­τι­κό ἀ­ριθ­μό καί ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­δη­μι­ουρ­γή­θη ἀ­πό τόν Θε­ό καί «κα­τ’ εἰ­κό­να Θε­οῦ». Ἡ πε­ρι­κο­πή πα­ρου­σιά­ζει ὄ­χι μό­νο τήν ταυ­τό­τη­τα τῆς οὐ­σί­ας τῶν Τρι­ῶν θεί­ων προ­σώ­πων («κα­τ’ εἰ­κό­να ἡ­με­τέ­ραν καί ὁ­μοί­ω­σιν»­), ἀλ­λά καί τήν ταυ­τό­τη­τα θε­λή­μα­τος καί ἐ­νερ­γεί­ας («καί ἐ­ποί­η­σεν ὁ Θε­ός.­.­.­»­).
«Πρός ποῖ­ον ὡ­μί­λει ὁ Θε­ός, ὥ­στε νά ὁ­μι­λεῖ προ­στά­ζων;» ρω­τά­ει ὁ Μ. Ἀ­θα­νά­σιος ἀ­να­φε­ρό­με­νος στό «ποι­ή­σω­μεν ἄν­θρω­πον.­.­.» (Γεν. α' 26). «Ἐ­άν λοι­πόν ὡ­μί­λει εἰς αὐ­τά πού ἐ­γί­νον­το καί ἔ­δι­δε δι­α­τα­γάς εἰς αὐ­τά, θά ἦ­το πε­ριτ­τός ὁ λό­γος, δι­ό­τι δέν ὑ­πῆρ­χον ἀ­κό­μη, ἀλ­λ’ ἐ­πρό­κει­το νά γί­νουν· οὐ­δείς ὁ­μί­λει εἰς αὐ­τόν πού δέν ὑ­πάρ­χει, οὔ­τε δί­δει δι­α­τα­γάς, διά νά γί­νει αὐ­τό πού δέν ἔ­χει ἀ­κό­μη γί­νει. Δι­ό­τι ἐ­άν ὁ Θε­ός δι­έ­τασ­σε αὐ­τά πού ἐ­πρό­κει­το νά δη­μι­ουρ­γη­θοῦν, θά ἔ­πρε­πε νά λέ­γει· γί­νε οὐ­ρα­νέ.­.. καί δη­μι­ουρ­γή­σου ἄν­θρω­πε.­.. Ἀ­πό αὐ­τά φαί­νε­ται ὁ Θε­ός νά συ­νο­μι­λεῖ πε­ρί τού­των μέ κά­ποι­ον πλη­σί­ον Του».
Γιά τόν Υἱ­ό καί Λό­γο τοῦ Θε­οῦ γνω­ρί­ζου­με πώς πα­ρευ­ρί­σκε­το κα­τά τή δη­μι­ουρ­γί­α (Πα­ροιμ. η' 27. Ψαλμ. λβ' 6. Ἰ­ω. α' 3. Ἐ­φεσ. γ' 9. Κολ. α' 16. Ἑ­βρ. α' 2. Ἀ­πόκ. γ' 14. δ' 11). Ἀ­κό­μη ὁ Υἱ­ός κά­νει ὅ,τι κά­νει καί ὁ Πα­τέ­ρας (Ἰ­ω. ε' 19). '­Ο Μ. Βα­σί­λει­ος ἀ­να­φέ­ρει πώς ὁ Θε­ός, μέ τό «ποι­ή­σω­μεν.­.­.» ἀ­πευ­θύ­νε­ται πρός τόν Υἱ­ό, πού εἶ­ναι «ἀ­παύ­γα­σμα τῆς δό­ξης καί χα­ρα­κτήρ τῆς ὑ­πο­στά­σε­ως αὐ­τοῦ» (Ἑ­βρ. α' 15) καί «εἰ­κών τοῦ Θε­οῦ τοῦ ἀ­ο­ρά­του» (Κολ. α' 15), «πρός τήν ἴ­διαν τήν εἰ­κό­να Του, τήν ζῶ­σαν, ἐ­κεί­νην πού εἶ­πε· “ἐ­γώ καί ὁ Πα­τήρ ἕν ἐ­σμεν” (Ἰ­ω. ι' 30) καί “ὁ ἑ­ω­ρα­κώς ἐ­μέ ἑ­ώ­ρα­κε τόν Πα­τέ­ρα”  (Ἰ­ω.ι­δ')· εἰς ἐ­κεί­νην λέ­γει τό “ποι­ή­σω­μεν ἄν­θρω­πον κα­τ’ εἰ­κό­να ἡ­με­τέ­ραν”. Ὅ­που μί­α εἰ­κών, ποῦ τό ἀ­νό­μοι­ον;­».
Ἀλ­λά στή δη­μι­ουρ­γί­α παίρ­νει μέ­ρος καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, ὄ­χι μό­νο ὁ Υἱ­ός καί Λό­γος τοῦ Θε­οῦ: «Μέ τόν Λό­γον τοῦ Κυ­ρί­ου ἐ­στε­ρε­ώ­θη­σαν οἱ οὐ­ρα­νοί καί μέ τό Πνεῦ­μα τοῦ στό­μα­τος Αὐ­τοῦ ἡ δύ­να­μις αὐ­τῶν» (Ψαλμ. λβ΄6) «τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ μέ δη­μι­ούρ­γη­σε καί ἡ πνο­ή τοῦ Παν­το­δύ­να­μου μέ δι­δά­σκει» (Ἰ­ωβ λγ' 4. Πρβλ. Ψαλμ. ργ' 29-30).
«Ὁ γάρ Πα­τήρ διά τοῦ Λό­γου ἐν Πνεύ­μα­τι κτί­ζει τά πάν­τα», ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ὁ Μ. Ἀ­θα­νά­σιος· «ἐ­πει­δή, ὅ­που εἶ­ναι ὁ Λό­γος, ἐ­κεῖ εἶ­ναι καί τό Ἅ­γιον Πνεῦ­μα· καί τά κτι­ζό­με­να διά τοῦ Λό­γου ἔ­χουν τήν δύ­να­μιν τῆς ὑ­πάρ­ξε­ως των ἀ­πό τόν Υἱ­όν διά τοῦ Πνεύ­μα­τος (Ψαλμ. λβ' 6)­.­.. Λοι­πόν ἔ­τσι ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ὅ­τι τό Πνεῦ­μα εἶ­ναι ἀ­δι­αί­ρε­τον ἀ­πό τόν Υἱ­όν». Τό συμ­πέ­ρα­σμα λοι­πόν εἶ­ναι ὅ­τι «ὁ Πα­τήρ διά τοῦ Υἱ­οῦ ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι ποι­εῖ τά πάν­τα· ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ­ται ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος καί ἔ­τσι κη­ρύσ­σε­ται εἰς τήν Ἐκ­κλη­σί­αν ἕ­νας Θε­ός» (Πρβλ. Α' Κορ. η' 6. Ρωμ. ι­α' 36).
Ὅ­ταν ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή ἀ­να­φέ­ρει «ποι­ή­σω­μεν.­.­.­», ἐν­νο­εῖ πώς ὁ ἄν­θρω­πος καί ὁ­λό­κλη­ρος ἡ δη­μι­ουρ­γί­α ἔ­χει ὡς «ἀρ­χι­κή αἰ­τί­α» τόν Πά­τε­ρα, ὡς «δη­μι­ουρ­γι­κή» τόν Υἱ­όν καί ὡς «τε­λει­ο­ποι­οῦ­σα» τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα.

β) Ἐ­δά­φια πού ἀ­να­φέ­ρουν δύ­ο θεῖ­α πρό­σω­πα
Πολ­λά ἐ­δά­φια στήν Ἁ­γί­α Γρα­φή κά­νουν λό­γο γιά δύ­ο θεῖ­α πρό­σω­πα καί ἑρ­μη­νεύ­ον­ται στό φῶς τῆς ὀρ­θό­δο­ξου πί­στης ὅ­τι ἀ­να­φέ­ρον­ται στόν Ἕ­να καί Τρι­α­δι­κό Θε­ό, στόν ὁ­ποῖ­ο δι­α­κρί­νον­ται μί­α φύ­ση καί τρί­α πρό­σω­πα.
Στόν προ­φή­τη Ἰ­ε­ζε­κι­ήλ ἀ­να­φέ­ρε­ται:
«Καί εἶ­πε Κύ­ριος πρός ἐ­μέ· ἡ πύ­λη αὐ­τή εἶ­ναι κλει­σμέ­νη, κα­νείς δέν θά πε­ρά­σει δι’ αὐ­τῆς, δι­ό­τι Κύ­ριος ὁ Θε­ός τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ θά εἰ­σέλ­θει δι’ αὐ­τῆς καί θά μεί­νει κλει­σμέ­νη» (Ἰ­εζ. μδ' 2). Καί ἐ­δῶ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται δύ­ο θεῖ­α πρό­σω­πα. Ἀ­σφα­λῶς ὁ δεύ­τε­ρος Κύ­ριος, πού εἰ­σῆλ­θε διά τῆς κλει­στῆς πύ­λης (παρ­θέ­νος Μα­ρί­α), εἶ­ναι ὁ Υἱ­ός καί Λό­γος τοῦ Θε­οῦ, πού ἐ­ναν­θρώ­πη­σε καί κα­τοί­κη­σε με­τα­ξύ μας (Ἰ­ω. α' 14).
«Δι­ό­τι τά­δε λέ­γει Κύ­ριος Παν­το­κρά­τωρ·
 εἰς δό­ξαν μέ ἀ­πέ­στει­λε
ἐ­νάν­τιον τῶν ἐ­θνῶν πού σᾶς λα­φυ­ρα­γώ­γη­σαν,
δι­ό­τι ὅ­ποι­ος σᾶς ἀγ­γί­ζει,
σάν νά ἀγ­γί­ζει τήν κό­ρη τοῦ ὀ­φθαλ­μοῦ Του.
Δι­ό­τι ἰ­δού θά ἁ­πλώ­σω ἐ­γώ τό χέ­ρι μου ἐ­νάν­τιόν τους
 καί θά γί­νουν λά­φυ­ρα στούς αἰχ­μα­λώ­τους των
 καί θά γνω­ρί­σουν
πώς ὁ Κύ­ριος Παν­το­κρά­τωρ μέ ἀ­πέ­στει­λε.
Τέρ­που καί εὐ­φραί­νου, κό­ρη μου Σι­ών,
 δι­ό­τι ἰ­δού ἔ­γω ἔρ­χο­μαι
καί θά κα­τα­σκη­νώ­σω ἐν μέ­σῳ σου,
 λέ­γει Κύ­ριος.
Καί θά κα­τα­φύ­γουν ἔ­θνη πολ­λά
στόν Κύ­ριο τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη
καί θά γί­νουν λα­ός Του (τό ἑ­βρα­ϊ­κό ἔ­χει: λα­ός μου!)
καί θά κα­τα­σκη­νώ­σουν ἐν μέ­σῳ σου,
καί θά γνω­ρί­σουν ὅ­τι ὁ Κύ­ριος Παν­το­κρά­τωρ
μέ ἔ­στει­λε πρός σέ»
(Ζαχ. β' 12-15- ἑ­βρα­ϊ­κό κεί­με­νο: β' 8-11).
Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὅ­τι ἐ­δῶ ὄ­χι μό­νο δι­α­κρί­νον­ται δύ­ο θεῖ­α πρό­σω­πα, ἀλ­λά τά δύ­ο ἀ­πο­κα­λοῦν­ται «Κύ­ριος Παν­το­κρά­τωρ» (Πρβλ. Ζαχ. δ' 8-9. Ὠ­ση­ε α' 4. 7. Ἀ­μώς δ' 11. Β' Τιμ. α' 18).
Πολ­λοί Ψαλ­μοί ἐκ­φρά­ζουν τήν ἴ­δια Τρι­α­δι­κή ἀ­λή­θεια:
 «Ὁ θρό­νος σου, ὦ Θε­έ,
πα­ρα­μέ­νει στούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων·
ἡ ρά­βδος τῆς βα­σι­λεί­ας σου εἶ­ναι ρά­βδος εὐ­θύ­τη­τος.
Ἀ­γά­πη­σες δι­και­ο­σύ­νη καί ἐ­μί­ση­σες ἀ­νο­μί­α·
γιά τοῦ­το σέ ἔ­χρι­σε, ὦ Θε­έ, ὁ Θε­ός σου,
μέ ἔ­λαι­ο ἀ­γαλ­λι­ά­σε­ως ὑ­πέρ τούς με­τό­χους σου»
(Ψαλμ. μδ' 7-8).
Ἐ­δῶ ὁ ψαλ­μῳ­δός ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ δύ­ο θεῖ­α πρό­σω­πα: στόν Πά­τε­ρα καί στόν Υἱ­ό (πρβλ. Ἑ­βρ. α' 8). Τό ἴ­διο βλέ­που­με καί στούς προ­φῆ­τες:
«Δι­ό­τι Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Θε­ός μας καί ἐ­μεῖς λα­ός τῆς βο­σκῆς Του καί πρό­βα­τα στό χέ­ρι Του.
Σή­με­ρα, ἐ­άν ἀ­κού­σε­τε τή φω­νή Του,
μή σκλη­ρύ­νε­τε τίς καρ­δι­ές σας,
ὅ­πως στήν ἀν­ταρ­σί­α,
τήν ἡ­μέ­ρα τῆς δο­κι­μα­σί­ας στήν ἔ­ρη­μο,
ὅ­που μέ ἐ­πεί­ρα­σαν οἱ πα­τέ­ρες σας, μέ ἐ­δο­κί­μα­σαν,
ἄν καί εἶ­δαν τά ἔρ­γα του» (Ψαλμ. 94, 7-9).
Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ πώς τό θεῖ­ο πρό­σω­πο, τό ὁ­ποῖ­ο ὁ­μι­λεῖ ἐ­δῶ, ἀ­να­φε­ρό­με­νο σέ δεύ­τε­ρο θεῖ­ο πρό­σω­πο, εἶ­ναι τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα (Ἑ­βρ. γ' 7).

γ) Ἡ φι­λο­ξε­νί­α τοῦ Ἀ­βρα­άμ
Ἡ ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Θε­οῦ στόν ἄν­θρω­πο ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­ναμ­φί­βο­λα θεί­α συγ­κα­τά­βα­ση. Γι’ αὐ­τό καί προ­σαρ­μό­ζε­ται στά μέ­τρα τοῦ ἀν­θρώ­που. Αὐ­τό βλέ­που­με στήν Θε­ο­φά­νεια, τήν ὁ­ποί­α ἀ­ξι­ώ­θη­κε ὁ Ἀ­βρα­άμ, στήν ὁ­ποί­α βα­σί­ζε­ται καί ἡ ἐ­ξει­κο­νί­ση τοῦ Θε­οῦ μέ τή μορ­φή τρι­ῶν ἀγ­γέ­λων. Στήν Ἁ­γί­α Γρα­φή ἀ­να­φέ­ρε­ται:
«Ἐ­φα­νε­ρώ­θη­κε δέ σ’ αὐ­τόν ὁ Θε­ός (Για­χβέ) κον­τά στή δρῦ Μαμ­βρῆ κα­τά τό με­ση­μέ­ρι, ὅ­ταν ἐ­κά­θη­το στήν πόρ­τα τῆς σκη­νῆς του. Ἐ­σή­κω­σε τά μά­τια καί εἶ­δε ξαφ­νι­κά τρεῖς ἄν­δρες νά στέ­κουν ἐ­κεῖ. Καί ὅ­ταν τούς εἶ­δε, ἔ­τρε­ξε νά τούς συ­ναν­τή­σει ἀ­πό τή θύ­ρα τῆς σκη­νῆς καί τούς  προ­σκύ­νη­σε μέ­χρι τό ἔ­δα­φος καί εἶ­πε· Κύ­ρι­ε, ἄν τυ­χόν βρῆ­κα χά­ρι ἐ­νώ­πιόν σου, μή προ­σπε­ρά­σεις τό δοῦ­λο σου· ἄς φέ­ρου­με λοι­πόν νε­ρό καί νί­ψε­τε τά πο­διά σας καί δρο­σι­σθῆ­τε κά­τω ἀ­πό τό δέν­δρο» (Γεν. ι­η' 1-4).
Ἐ­δῶ προ­ξε­νεῖ ἐν­τύ­πω­ση, πώς ἐ­νῷ εἶ­ναι τρεῖς, ὁ Ἀ­βρα­άμ μι­λά­ει σέ ἑ­νι­κό ἀ­ριθ­μό, σάν νά εἶ­ναι ἕ­νας καί κα­τό­πιν πά­λι σέ ἀ­ριθ­μό πλη­θυν­τι­κό.
Στή συ­νέ­χεια παίρ­νει τό λό­γο ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης τοῦ Ἀ­βρα­άμ, πού στό ἑ­βρα­ϊ­κό κεί­με­νο ὀ­νο­μά­ζε­ται Γιαχβέ (Κύ­ριος) καί βε­βαι­ώ­νει πώς ἡ Σάρ­ρα, ἡ γυ­ναῖ­κα τοῦ Ἀ­βρα­άμ, θά ἀ­πο­κτή­σει γυι­ό, πα­ρ’ ὅ­λα τά γε­ρά­μα­τά της, καί στήν ἀμ­φι­βο­λί­α τῆς Σάρ­ρας ὑ­πο­γραμ­μί­ζει: «μή­πως εἶ­ναι τί­πο­τε ἀ­δύ­να­το στό Θε­ό (Γιαχβέ)­;» (Γεν. ι­η' 14).
«Ἐ­ση­κώ­θη­σαν ἀ­πό ἐ­κεῖ οἱ ἄν­δρες καί ἐ­στά­θη­σαν πρός τά Σό­δο­μα καί Γό­μορ­ρα. Ὁ δέ Ἀ­βρα­άμ πή­γαι­νε μα­ζί τους καί τούς ξε­προ­βό­δι­ζε. Ὁ δέ Κύ­ριος (Γιαχβέ) εἶ­πε: Δέν θά κρύ­ψω ἐ­γώ αὐ­τά πού θά κά­νω ἀ­πό τό δοῦ­λο μου Ἀ­βρα­άμ, δι­ό­τι ἐ­γνώ­ρι­ζα ὅ­τι θά δι­δά­ξει τούς υἱ­ούς του καί τόν οἶ­κο του με­τά ἀ­π’ αὐ­τόν· θά φυ­λά­ξουν τήν ὁ­δό τοῦ Κυ­ρί­ου (Γιαχβέ) καί θά πράτ­τουν δι­και­ο­σύ­νη καί κρί­ση, ὥ­στε νά ἀ­πο­στεί­λει ὁ Κύ­ριος (Γιαχβέ) στόν Ἀ­βρα­άμ ὅ­λα ὅ­σα τοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κε. Εἶ­πε δέ ὁ Κύ­ριος (Γιαχβέ): ἡ κραυ­γή γιά τά Σό­δο­μα καί Γό­μορ­ρα πρός ἐ­μέ ἐ­πλη­θύν­θη καί οἱ ἁ­μαρ­τί­ες των εἶ­ναι πο­λύ με­γά­λες· θά κα­τέ­βω λοι­πόν νά δῶ ἄν οἱ ἁ­μαρ­τί­ες των εἶ­ναι ἤ δέν εἶ­ναι σύμ­φω­νες μέ τήν κραυ­γή πού φθά­νει σ’ ἐ­μέ. Ἀ­νε­χώ­ρη­σαν ἀ­πό ἐ­κεῖ οἱ ἄν­δρες καί ἦλ­θαν στά Σό­δο­μα. Ὁ Ἀ­βρα­άμ στε­κό­ταν ἀ­κό­μη πλη­σί­ον του Κυ­ρί­ου (Γιαχβέ)» (Γεν. ι­η' 16-22).
Στά Σό­δο­μα ὁ Λώτ προ­σκά­λε­σε τούς δύ­ο ἐ­πι­σκέ­πτες στό σπί­τι του κι ἐ­κεῖ­νοι τόν ἐ­νη­μέ­ρω­σαν σχε­τι­κά μέ τήν ἐ­πι­κεί­με­νη κα­τα­στρο­φή τῆς πό­λης: «ὑ­πάρ­χουν ἐ­δῶ γαμ­βροί σου ἤ γυι­οί ἤ θυ­γα­τέ­ρες ἤ κα­νέ­νας ἄλ­λος δι­κός σου στήν πό­λη; βγά­λε τους ἀ­πό τόν τό­πο αὐ­τό· δι­ό­τι ἐ­μεῖς θά κα­τα­στρέ­ψου­με τόν τό­πο αὐ­τό, δι­ό­τι ἡ κραυ­γή των ἔ­φθα­σε μέ­χρι τόν Κύ­ριο (Γιαχβέ) καί ὁ Κύ­ριος (Γιαχβέ) μᾶς ἀ­πέ­στει­λε νά τήν κα­τα­στρέ­ψου­με.­.. Εἶ­πε δέ ὁ Λώτ πρός αὐ­τούς: Σέ πα­ρα­κα­λῶ, Κύ­ρι­ε, ἐ­πει­δή ὁ δοῦ­λος σου βρῆ­κε χά­ρη ἐ­νώ­πιόν σου καί τοῦ ἔ­δει­ξε τό με­γά­λο σου ἔ­λε­ος, ὥ­στε νά προ­στα­τευ­θεῖ ἡ ζω­ή μου, ἐ­γώ δέ (φο­βοῦ­μαι) πώς δέν θά δυ­νη­θῶ νά σω­θῶ στό ὄ­ρος καί θά μέ προ­λά­βουν τά κα­κά καί θά πε­θά­νω, ἰ­δού ἡ πό­λις αὐ­τή εἶ­ναι πλη­σί­ον, ὥ­στε νά κα­τα­φύ­γω ἐ­κεῖ· εἶ­ναι μι­κρή, ἐ­κεῖ θά σω­θεῖ ἡ ζω­ή μου ἀ­πό σέ.­.. Καί ὁ Κύ­ριος (Γιαχβέ)  ἔ­βρε­ξε πά­νω στά Σό­δο­μα καί τά Γό­μορ­ρα φω­τιά πα­ρά Κυ­ρί­ου (Γιαχβέ) ἐξ οὐ­ρα­νοῦ.­.­.» (Γεν. ι­θ' 12-24).
Καί στό κομ­μά­τι αὐ­τό πα­ρα­τη­ροῦ­με πώς χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ πλη­θυν­τι­κός ἀ­ριθ­μός: «ἐ­μεῖς θά κα­τα­στρέ­ψου­με τόν τό­πον αὐ­τόν»· «ὁ Κύ­ριος μᾶς ἀ­πέ­στει­λε νά τόν κα­τα­στρέ­ψου­με»· ὅ­μως στή συ­νέ­χεια χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ ἑ­νι­κός ἀ­ριθ­μός: «Σέ πα­ρα­κα­λῶ, Κύ­ρι­ε.­.. Καί ὁ Κύ­ριος ἔ­βρε­ξε.­.. φω­τιά πα­ρά Κυ­ρί­ου»! Μέ ἄλ­λα λό­για, ὁ Κύ­ριος (Γιαχβέ) ἀ­πο­στέλ­λει δύ­ο πρό­σω­πα, τά ὁ­ποῖ­α ὀ­νο­μά­ζον­ται ἐ­πί­σης Κύ­ριος (Για­χβέ) καί κα­τα­στρέ­φουν τά Σό­δο­μα καί τά Γό­μο­ρα μέ φω­τιά!
Καί στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή δέν βλέ­που­με ἁ­πλῶς νά ξε­χω­ρί­ζουν τά τρί­α πρό­σω­πα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος, ἀλ­λά καί πα­ρου­σι­ά­ζον­ται μέ μί­α θέ­λη­ση καί μέ μί­α ἐ­νέρ­γεια: ὁ Θε­ός δρᾶ καί ἐ­δῶ διά τοῦ Λό­γου Του καί τοῦ Πνεύ­μα­τος Του τοῦ  Ἁ­γί­ου!

δ) Ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης
Ἡ Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά κα­τα­νο­η­θεῖ χω­ρίς τήν θεί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη, πού συν­τε­λέ­σθη­κε στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ (Β' Κορ. γ' 14-16). Δυσ­νό­η­τα ση­μεῖ­α τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης ἑρ­μη­νεύ­ον­ται μέ σα­φή­νεια στό φῶς τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης. Αὐ­τό ἰ­σχύ­ει ἰ­δι­αί­τε­ρα, ὅ­ταν πρό­κει­ται γιά τά πρό­σω­πα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος.
Ὁ προ­φή­της Ἡ­σα­ΐ­ας μᾶς πλη­ρο­φό­ρει:
«Εἶ­δα τόν Κύ­ριο (Γιαχβέ) κα­θή­με­νο
σέ θρό­νο ὑ­ψη­λό καί ἐ­πηρ­μέ­νο,
κι ὁ να­ός ἦ­ταν γε­μά­τος ἀ­π’ τή δό­ξα Του.
Καί Σε­ρα­φείμ στέ­κον­ταν γύ­ρω Του.­..
Καί ἔ­κρα­ζε τό ἕ­να στό ἄλ­λο κι ἔ­λε­γε·
“ἅ­γιος, ἅ­γιος, ἅ­γιος Κύ­ριος Σα­βα­ώθ,
πλή­ρης ὅ­λη ἡ γῆ τῆς δό­ξης Του”­.­..
τα­λαί­πω­ρος ἐ­γώ, ἐ­χά­θη­κα·
για­τί εἶ­μαι ἄν­θρω­πος μέ ἀ­κά­θαρ­τα χεί­λη.­..
καί εἶ­δα μέ τά μά­τια τόν Βα­σι­λέ­α Κύ­ριο Σα­βα­ώθ.­..
Καί ἄ­κου­σα τή φω­νή Κυ­ρί­ου πού ἔ­λε­γε·
“ποι­όν νά ἀ­πο­στεί­λω καί ποι­ός νά πο­ρευ­θεῖ σ’ αὐ­τόν τό
λα­ό”, (τό ἑ­βρα­ϊ­κό κεί­με­νο ἔ­χει: καί ποι­ός θά πο­ρευ­θεῖ διά  ἡ­μᾶς!­).
Καί εἶ­πα· “ἰ­δού, ἐ­γώ εἶ­μαι - ἀ­πό­στει­λόν με”­.­..
“Πή­γαι­νε στό λα­ό τοῦ­το καί πές:
Θά ἀ­κού­σε­τε καί δέ θά κα­τα­λα­βαί­νε­τε πο­τέ,
καί θά κυτ­τά­ζε­τε καί πο­τέ δέ θά δῆ­τε·
δι­ό­τι ἔ­γι­νε ἀ­ναί­σθη­τη ἡ καρ­δί­α τοῦ λα­οῦ τού­του,
καί βα­ρειά ἀ­κού­ουν μέ τά αὐ­τιά τους,
καί ἔ­κλει­σαν τά μά­τια τους,
μή τυ­χόν δοῦν μέ τά μά­τια τους
καί ἀ­κού­σουν μέ τ’ αὐ­τιά τους,
καί κα­τα­λά­βουν μέ τήν καρ­δί­α τους καί κα­τα­νο­ή­σουν,
κι ἐ­γώ τούς θε­ρα­πεύ­σω» (Ἡσ. στ' 1-10).
Ὁ ἀ­πό­στο­λος Ἰ­ω­άν­νης ἀ­να­φέ­ρει τούς τε­λευ­ταί­ους αὐ­τούς λό­γους τοῦ προ­φη­τι­κοῦ βι­βλί­ου καί προ­σθέ­τει πώς ἐ­φαρ­μό­σθη­καν στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ: «Αὐ­τά εἶ­πεν ὁ Ἡ­σα­ΐ­ας, ὅ­ταν εἶ­δε τήν δό­ξαν Του καί μί­λη­σε γι’ αὐ­τόν» (Ἰ­ω. ι­β' 36-41). Ἐξ ἄλ­λου ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μνη­μο­νεύ­ει τήν ἴ­δια προ­φη­τεί­α καί ὑ­πο­γραμ­μί­ζει πώς στόν Ἡ­σα­ΐ­α μί­λη­σε τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο (Πραξ. κη' 25- ’7). Ὁ Ἡ­σα­ΐ­ας λοι­πόν εἶ­δε τή δό­ξα τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ!
Ἀλ­λά καί σέ ἄλ­λα ση­μεῖ­α ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή ἀ­πο­κα­λύ­πτει τόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό μνη­μο­νεύ­ον­τας τρί­α θεῖ­α πρό­σω­πα.
«Πλη­σι­ά­σα­τέ με καί ἀ­κού­σα­τε ταῦ­τα·
ἀ­πό τήν ἀρ­χή δέν μί­λη­σα κρυ­φά, οὔ­τε σέ σκο­τει­νό τό­πο·
ὅ­ταν ἐ­πραγ­μα­το­ποι­οῦν­το ἤ­μουν ἐ­κεῖ,
καί τώ­ρα ὁ Κύ­ριος μέ ἀ­πέ­στει­λε,
καί τό Πνεῦ­μα Αὐ­τοῦ» (Ἡσ. μη' 16).
Δέν ὑ­πάρ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α ὅ­τι αὐ­τός πού ὁ­μι­λεῖ εἶ­ναι ὁ Υἱ­ός καί Λό­γος τοῦ Θε­οῦ, πού ταυ­τό­χρο­να δί­νει μαρ­τυ­ρί­α γι’ αὐ­τόν ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν ἀ­πέ­στει­λε καί γιά τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα.
Γιά τρί­α πρό­σω­πα μι­λά­ει ὁ ἴ­διος προ­φή­της καί σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο, κά­νον­τας λό­γο γιά τόν «Κύ­ριο», τό «Πνεῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου» καί τόν «Λυ­τρω­τή»:
«Καί εἶ­δε Κύ­ριος καί δυ­σα­ρε­στή­θη,
ὅ­τι δέν ὕ­πηρ­χε κρί­ση·
καί εἶ­δε ὅ­τι δέν ὑ­πῆρ­χε ἄν­θρω­πος,
καί ἐ­θαύ­μα­σε ὅ­τι δέν ὑ­πῆρ­χε ὁ με­σι­τεύ­ων
ὅ­θεν ὁ βρα­χί­ων Αὐ­τοῦ ἐ­νήρ­γη­σε εἰς αὐ­τόν σω­τη­ρί­αν.­..
ὅ­ταν ὁ ἐ­χθρός ἐ­πέλ­θει ὡς πο­τα­μός,
τό Πνεῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου
θά ὑ­ψώ­σει ση­μαί­αν ἐ­νάν­τιον αὐ­τοῦ·
καί ὁ Λυ­τρω­τής θά ἔλ­θει στή Σι­ων
καί πρός ὅ­σους ἐκ τοῦ οἴ­κου Ἰ­α­κώβ
ἐ­πι­στρέ­ψουν ἀ­πό τήν πα­ρά­βα­ση, λέ­γει Κύ­ριος»
(Ἡσ. νθ' 15-20, ἑ­βρα­ΐ­κό κεί­με­νο).
Τήν ἴ­δια πα­ρα­τή­ρη­ση κά­νου­με καί γιά τόν Ψαλ­μό ρθ' 1-5:
 «Εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος στόν Κύ­ριο μου
 κά­θη­σε στά δε­ξιά μου,
 ὥ­σπου νά θέ­σω τούς ἐ­χθρούς σου
κά­τω ἀ­πό τά πό­δια σου.­..
ἀ­πό τόν κόλ­πο μου, πρίν ἀ­πό τόν αὐ­γε­ρι­νό σέ ἐ­γέν­νη­σα.­..
 ὁ Κύ­ριος ἐκ δε­ξι­ῶν σου θά συν­τρί­ψει βα­σι­λεῖς
τήν ἡ μέ­ρα τῆς ὀρ­γῆς Του».
Αὐ­τά καί πολ­λά ἄλ­λα χω­ρί­α (Ἡσ. η' 5-8. Ὀ­βδ. α' 1. Ἀγ­γαί­ου β' 4-5. Χαχ. α' 1-6. ζ' 12 κλπ.) χρη­σι­μο­ποι­οῦν οἱ πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, γιά νά κα­το­χυ­ρώ­σουν βι­βλι­κά τήν τρι­α­δι­κή ἀ­λή­θεια.

ε) Ἡ φα­νέ­ρω­ση τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ στήν Και­νή Δι­α­θή­κη
Τήν πρώ­τη μαρ­τυ­ρί­α πε­ρί τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ βρί­σκου­με στό μή­νυ­μα τοῦ ἀγ­γέ­λου πρός τήν παρ­θέ­νο Μα­ρί­α: «Πνεῦ­μα Ἅ­γιο θά ἔλ­θει εἰς σέ καί δύ­να­μη τοῦ Ὑ­ψί­στου θά σέ ἐ­πι­σκιά­σει· διά τοῦ­το καί τό ἅ­γιον πού θά γεν­νη­θεῖ, θά ὀ­νο­μα­σθεῖ Υἱ­ός Θε­οῦ» (Λουκ. α' 35). Ἐ­κτός αὐ­τοῦ ὅ­μως ἡ Και­νή Δι­α­θή­κη ἀ­πο­κα­λύ­πτει τόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό σέ πολ­λά ἄλ­λα ση­μεῖ­α.

1. Στόν Ἰ­ορ­δά­νη
Στόν Ἰ­ορ­δά­νη πο­τα­μό, κα­τά τή βά­πτι­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ Πα­τήρ μαρ­τυ­ρεῖ τήν Θε­ό­τη­τα τοῦ Υἱ­οῦ μέ τό νά τόν ὀ­νο­μά­ζει Υἱ­όν Του ἀ­γα­πη­τόν· ὁ Υἱ­ός βα­πτί­ζε­ται στό νε­ρό τοῦ πο­τα­μοῦ καί φω­τί­ζει ὁ­λό­κλη­ρο τόν κό­σμο ἀ­παλ­λάσ- σον­τάς τον ἀ­πό τήν κυ­ρι­αρ­χί­α τοῦ Σα­τα­νᾶ. Καί τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο κα­τέρ­χε­ται μέ μορ­φή πε­ρι­στε­ρᾶς, γιά νά βε­βαι­ώ­σει τή μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Πα­τρός καί νά μᾶς χα­ρί­σει τό ἀ­δι­ά­σει­στο θε­μέ­λιο τῆς πί­στε­ώς μας (Ματθ. γ' 13-17. Μαρκ. α' 9-11. Λουκ. γ' 21-22).
Αὐ­τή τήν ἀ­λή­θεια βε­βαι­ώ­νει ὁ ὕ­μνος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας:
«Ἐν  Ἰ­ορ­δά­νῃ βα­πτι­ζο­μέ­νου σου, Κύ­ρι­ε,
ἡ τῆς Τριά­δος ἐ­φα­νε­ρώ­θη προ­σκύ­νη­σις·
τοῦ γάρ γεν­νή­το­ρος ἡ φω­νή προ­σε­μαρ­τύ­ρει Σοι,
ἀ­γα­πη­τόν σε Υἱ­όν ὀ­νο­μά­ζου­σα'
καί τό Πνεῦ­μα ἐν εἴ­δει πε­ρι­στε­ρᾶς
ἐ­βέ­βαι­ου τοῦ λό­γου τό ἀ­σφα­λές.
Ὁ ἐ­πι­φα­νείς Χρι­στέ ὁ Θε­ός,
 καί τόν κό­σμον φω­τί­σας, δό­ξα Σοι».
Αὐ­τή τή θεί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη βε­βαι­ώ­νει καί ἡ μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Ἰ­ω­άν­νου: «Ἐ­γώ δέν τόν ἐ­γνώ­ρι­ζα, ἀλ­λ’ Ἐ­κεῖ­νος πού μέ ἀ­πέ­στει­λε νά βα­πτί­ζω μέ νε­ρό, Ἐ­κεῖ­νος μοῦ εἶ­πε: εἰς ὅ­ποι­ον θά δεῖς νά κα­τε­βαί­νει τό Πνεῦ­μα καί νά μέ­νει ἐ­πά­νω του, Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ» (Ἰ­ω. α' 33-34).

2. Στό ὄ­ρος τῆς με­τα­μορ­φώ­σε­ως
Στό ὄ­ρος τῆς με­τα­μορ­φώ­σε­ως (Ματθ. ι­ζ' 1-8. Μαρκ. θ' 2-8. Λουκ. Θ' 28-36) οἱ τρεῖς μα­θη­τές εἶ­δαν τή λάμ­ψη τοῦ θεί­ου προ­σώ­που, ἐ­νῷ τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα τούς ἐ­πε­σκί­α­σε μέ τή φω­τει­νή νε­φέ­λη καί ὁ Πα­τήρ ἐ­βε­βαί­ω­νε καί πά­λι πώς «αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Υἱ­ός μου ὁ ἀ­γα­πη­τός, αὐ­τόν νά ἀ­κοῦ- τε».
Ἡ πί­στη μας λοι­πόν δέν στη­ρί­ζε­ται στό ἀν­θρώ­πι­νο λο­γι­κό, πού εἶ­ναι ἀ­στα­θές καί γε­μά­το ἀ­τέ­λεια. Εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς θεί­ας ἐ­πι­φά­νειας καί στη­ρί­ζε­ται στό ἄ­κτι­στο θεῖ­ο φῶς τοῦ ὄ­ρους Θα­βώρ, στή βε­βαι­ό­τη­τα πού χα­ρί­ζει ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, τό ὁ­ποῖ­ο κα­τῆλ­θε καί πά­λι μέ βο­ή «σάν νά φυ­σᾶ δυ­να­τός ἄ­νε­μος» τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Πεν­τη­κο­στῆς, γιά νά «πλη­ρώ­σει» τούς μα­θη­τές (Πράξ. β' 2-4) καί νά μεί­νει στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί νά ὁ­δη­γή­σει τό λα­ό τοῦ Θε­οῦ στήν ἀ­λή­θεια (Ἰ­ω. ι­δ' 16. ι­στ' 13).
«Ἐν τῷ φω­τί σου ὀ­ψό­με­θα φῶς», λέ­γει ὁ ψαλ­μῳ­δός (Ψαλμ. λε' 10) «καί τώ­ρα ἡ­μεῖς εἴ­δο­μεν καί κη­ρύσ­σο­μεν (Α' Ἰ­ω. α' 3.5), ὅ­τι τό «σου» ση­μαί­νει τόν Πα­τέ­ρα, τό φῶς ἐξ οὗ τό φῶς τόν Υἱ­ό· “ἐν τῷ φω­τι” δῆ­λον ὅ­τι τῷ Πνευ­μα­τι· αὐ­τήν τήν σύν­το­μον καί ἀ­πέ­ριτ­τον θε­ο­λο­γί­αν τῆς Τριά­δος κη­ρύσ­σο­μεν. Ὅ­ποι­ος δέν πα­ρα­δέ­χε­ται, ἄς μή πα­ρα­δέ­χε­ται, ὅ­ποῖ­ιος πα­ρα­νο­μεῖ, ἄς πα­ρα­νο­μεῖ (Ἡσ. κα' 2)· ἡ­μεῖς κη­ρύσ­σο­μεν αὐ­τό πού ἐν­νο­ή­σα­μεν. Ἄν δέν ἀ­κου­ώ­με­θα μέ­χρι κά­τω, θ’ ἀ­να­βῶ­μεν εἰς ὄ­ρος ὑ­ψη­λόν (Ἡσ. μ' 9) καί θά βο­ή­σω­μεν ἀ­π’ ἐ­κεῖ. Θά ὑ­ψώ­σω­με τό Πνεῦ­μα, δέν θά φο­βη­θῶ­μεν. Καί ἄν φο­βη­θῶ­μεν, θά φο­θη­θῶ­μεν διά τήν σι­ω­πήν, καί ὄ­χι διά τήν δι­α­κή­ρυ­ξιν» (Γρ. Θε­ολ.­).
Αὐ­τά εἶ­ναι τά ἀ­δι­ά­σει­στα θε­μέ­λια τῆς πί­στε­ώς μας, τά ὁ­ποῖ­α ἐ­ξα­σφα­λί­ζουν στα­θε­ρό­τη­τα πού ξε­περ­νᾶ κά­θε ἄλ­λη βε­βαι­ό­τη­τα, πού στη­ρί­ζε­ται σέ ἀν­θρώ­πι­να ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καί δε­δο­μέ­να. ­Ἡ μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Θε­οῦ Πα­τρός καί ἡ φα­νέ­ρω­ση τῆς δό­ξας τοῦ Υἱ­οῦ· ἡ κά­θο­δος τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος μέ μορ­φή πε­ρι­στε­ρᾶς καί οἱ πύ­ρι­νες γλῶσ­σες.
Γι’ αὐ­τό τό λό­γο ὁ ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος ἔ­γρα­φε στούς χρι­στια­νούς: «Δι­ό­τι σᾶς ἐ­γνω­στο­ποι­ή­σα­με τή δύ­να­μη καί τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ὄ­χι ἀ­κο­λου­θή­σαν­τες ἔν­τε­χνους μύ­θους, ἀλ­λ’ ἐ­πει­δή εἴ­δα­με μέ τά μά­τια μας τήν με­γα­λει­ό­τη­τά Του. Δι­ό­τι ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Θε­ό Πά­τε­ρα τι­μή καί δό­ξα, ὅ­ταν ἦλ­θε εἰς αὐ­τόν ἀ­πό με­γα­λο­πρε­πῆ δό­ξα αὐ­τή ἡ φω­νή: Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Υἱ­ός μου ὁ ἀ­γα­πη­τός, εἰς τόν ὁ­ποῖ­ον ἐ­γώ εὐ­α­ρε­στοῦ­μαι!
Τή φω­νή αὐ­τή ἐ­μεῖς τήν ἀ­κού­σα­με νά ἔρ­χε­ται ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό, ὅ­ταν εἴ­με­θα μα­ζί Του εἰς τό ὄ­ρος τό ἅ­γιο. Καί τοι­ου­το­τρό­πως ἔ­χου­με βε­βαι­ό­τε­ρο τόν προ­φη­τι­κό λό­γο, εἰς τόν ὁ­ποῖ­ο κα­λῶς πράτ­τε­τε νά δί­δε­τε προ­σο­χή, ὡς εἰς λύ­χνον φω­τί­ζον­τα μέ­σα σέ σκο­τει­νό μέ­ρος, ἕ­ως ὅ­του γλυ­κο­χα­ρά­ξει ἡ ἡ­μέ­ρα καί ὁ αὐ­γε­ρι­νός εἰς τάς καρ­δί­ας σας. Νά ἔ­χε­τε προ­παν­τός ὑ­π’ ὄ­ψιν σας ὅ­τι κα­νέ­νας δέν ἠμ­πο­ρεῖ νά ἑρ­μη­νεύ­σει τήν προ­φη­τεί­α τῆς Γρα­φῆς μό­νος του. Δι­ό­τι δέν ἔ­γι­νε πο­τέ προ­φη­τεί­α διά θε­λή­μα­τος ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά ἀ­πό τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιον κι­νού­με­νοι ὡ­μί­λη­σαν ἅ­γιοι ἄν­θρω­ποι τοῦ Θε­οῦ» (Β' Πε­τρ. α' 16-21).
Καί ἄλ­λος μα­θη­τής, ὁ Ἰ­ω­άν­νης προ­σθέ­τει: «Ἐ­άν δε­χώ­με­θα τήν μαρ­τυ­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, ἡ μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι με­γα­λυ­τέ­ρα καί ἡ μαρ­τυ­ρί­α αὐ­τή εἶ­ναι τοῦ Θε­οῦ, τήν ὁ­ποί­α ἔ­δω­κε διά τόν Υἱ­όν Του. Ὁ­ποῖ­ος πι­στεύ­ει εἰς τόν Υἱ­ό τοῦ Θε­οῦ, ἔ­χει τή μαρ­τυ­ρί­α αὐ­τή μέ­σα του, ὁ­ποῖ­ος ὅ­μως δέν πι­στεύ­ει εἰς τόν Θε­ό, τόν ἔ­χει κά­μει ψεύ­στη, δι­ό­τι δέν ἐ­πί­στευ­σεν εἰς τήν μαρ­τυ­ρί­α, τήν ὁ­ποι­ί­αν ὁ Θε­ός ἔ­δω­κε διά τόν Υἱ­όν» (Α' Ἰ­ω., ε' 9-10). Στό φῶς τῆς με­τα­μορ­φώ­σε­ως καί στό φῶς τῆς πεν­τη­κο­στῆς, οἱ ἀ­πό­στο­λοι με­τέ­δω­σαν αὐ­τή τήν μαρ­τυ­ρί­α σ’ ὅ­λο τόν τό­τε γνω­στό κό­σμο.

3.­.. βα­πτί­ζον­τες αὐ­τούς εἰς τό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός.­..
Ἡ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που συν­τε­λεῖ­ται μέ τό Ἱ­ε­ρό Βά­πτι­σμα ὡς ἐ­νέρ­γεια τοῦ Πα­τρός διά τοῦ Υἱ­οῦ «ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι». Αὐ­τό ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος στήν ἐ­πι­στο­λή του πρός τόν Τί­το:
«Ἀλ­λ’ ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­σθη­κε ἡ χρη­στό­της καί ἡ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Σω­τῆ­ρος μας Θε­οῦ, μᾶς ἔ­σω­σε.­.. διά τοῦ λου­τροῦ τῆς ἀ­να­γεν­νή­σε­ως καί ἀ­να­και­νί­σε­ως ὑ­πό τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, τό ὁ­ποῖ­ον ἐ­ξέ­χυ­σε σ’ ἐ­μᾶς πλού­σια διά τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ τοῦ Σω­τῆ­ρος μας.­.­.» (Τίτ. γ' 4-6).
Μέ τή μαρ­τυ­ρί­α αὐ­τή κα­τα­νο­οῦ­με, για­τί ὁ Χρι­στός, ὅ­ταν ἀ­πέ­στει­λε τούς μα­θη­τές Του νά κη­ρύ­ξουν τό εὐ­αγ­γέ­λιο, τούς εἶ­πε νά βα­πτί­ζουν ἐ­κεί­νους πού θά πι­στεύ­ουν «εἰς τό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός καί τοῦ Υἱ­οῦ καί  τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος»  (Ματθ. κη' 19).
Ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος πα­ρα­τη­ρεῖ πώς τό κοι­νό ὄ­νο­μα τῶν τρι­ῶν εἶ­ναι ἐ­δῶ ἕ­να: ἡ Θε­ό­της· καί ἀ­να­φε­ρό­με­νος στήν ἱ­ε­ρά ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ βα­πτί­σμα­τος προ­σθέ­τει: «Θά μά­θεις καί μέ τά λό­για καί μέ τά νεύ­μα­τα, ὅ­τι ἀ­πο­βάλ­λεις ὅ­λη τήν ἀ­θε­ΐ­α ἅ­παξ καί τάσ­σε­σαι ἔ­τσι μέ τό μέ­ρος ὅ­λης τῆς Θε­ό­τη­τος».
Ἀ­φοῦ ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός ἐ­θέ­σπι­σε τό βά­πτι­σμα εἰς τό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός καί τοῦ Υἱ­οῦ καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πρέ­πει ἡ ὁ­μο­λο­γί­α μας νά εἶ­ναι σύμ­φω­νη μέ τό βά­πτι­σμα καί ἡ δο­ξο­λο­γί­α σύμ­φω­νη μέ τήν πί­στη, δη­λα­δή τρι­α­δι­κή! «Ἡ μέν πί­στις ὁ­λο­κλη­ροῦ­ται μέ τό βά­πτι­σμα, τό δέ βά­πτι­σμα θε­με­λι­ώ­νε­ται μέ τήν πί­στη καί μέ τήν ἐ­πί­κλη­ση τῶν ἴ­δι­ων ὀ­νο­μά­των ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται καί τά δύ­ο».
Μή­πως μπο­ρεῖ κα­νείς νά πι­στεύ­σει στόν Πα­τέ­ρα χω­ρίς νά χρει­ά­ζε­ται νά πι­στεύ­σει στόν Υἱ­ό ἤ στό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα; Ὄ­χι, «δέν πι­στεύ­ει εἰς τόν Υἱ­ό αὐ­τός πού δέν πι­στεύ­ει εἰς τό Πνεῦ­μα· καί δέν πι­στεύ­ει εἰς τόν Πά­τε­ρα αὐ­τός πού δέν πι­στεύ­ει εἰς τόν Υἱ­ό. Δι­ό­τι “δέν μπο­ρεῖ κα­νείς νά εἰ­πεῖ Κύ­ριον τόν Ἰ­η­σοῦν πα­ρά μό­νον διά τοῦ Ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος” (Α' Κορ. Ἰ­β' 3) καί “τόν Θε­ό κα­νείς δέν τόν εἶ­δε πο­τέ, ἀλ­λ’ ὁ μο­νο­γε­νής Υἱ­ός, πού εὑ­ρί­σκε­ται εἰς τόν κόλ­πο τοῦ Πα­τρός, αὐ­τός μᾶς ἐ­ξή­γη­σε” (Ἰ­ω. α' 18). Δέν μπο­ρεῖ ἀ­κό­μη ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός οὔ­τε ἀ­λη­θι­νή προ­σκύ­νη­ση νά κά­μει. Δι­ό­τι οὔ­τε εἶ­ναι δυ­να­τό νά προ­σκυ­νή­σει τόν Υἱ­ό πα­ρά μό­νο μέ τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, οὔ­τε μπο­ρεῖ νά ἐ­πι­κα­λε­σθεῖ τόν Πα­τέ­ρα, πα­ρά μό­νο μέ τό Πνεῦ­μα πού χα­ρί­ζει τήν υἱ­ο­θε­σί­α» (Μ. Βασ. Πρβλ. Ρωμ. η' 15).
Ἐ­άν δέν ἐ­πρό­κει­το γιά τόν Ἕ­να καί Τρι­α­δι­κό Θε­ό, δέν θά ἐ­τί­θε­το ἐ­δῶ ὁ Υἱ­ός καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα στήν ἴ­δια τά­ξη μέ τόν Πα­τέ­ρα, οὔ­τε ἄλ­λω­στε ὁ ἀ­πό­στο­λος θά ἐ­δί­δα­σκε πώς ἡ χά­ρη πού δί­δε­ται εἶ­ναι μί­α· «εἷς Κύ­ριος, μί­α πί­στις, ἕν βά­πτι­σμᾳ» (Ἐ­φεσ. δ' 4). Ἐ­άν ὁ Υἱ­ός ἦ­ταν κτίσμα, δέν θά συ­να­ριθ­μεῖ­το ἐ­δῶ μέ τόν Κτί­στη, οὔ­τε ἄλ­λω­στε θά ἦ­ταν ἀ­ναγ­καί­α ἡ συ­να­ρίθ­μη­ση αὐ­τή προ­κει­μέ­νου νά ἑ­νω­θοῦ­με μέ τόν Θε­ό διά τοῦ βα­πτί­σμα­τος.
 «Διά ποῖ­ον ἐ­λέ­χθη τό οὐ­αί; Διά ποῖ­ον ἐ­πι­φυ­λάσ­σε­ται (θλί­ψις; Διά ποῖ­ον ἀ­δι­έ­ξο­δος καί σκό­τος; ’­Ὄ­χι διά τούς πα­ρα­βά­τας; Ὄ­χι διά τούς ἀρ­νη­τάς τῆς πί­στε­ως; Πῶς ὅ­μως μπο­ρεῖ κα­νείς νά ἐ­ξα­κρι­βώ­σει τήν ἄρ­νη­σιν; Ὄ­χι μέ τό ὅ­τι ἀ­θέ­τη­σαν τάς ὁ­μο­λο­γί­ας των; Τί ὅ­μως ὠ­μο­λό­γη­σαν καί πό­τε; Ὅ­τι πι­στεύ­ουν εἰς τόν Πά­τε­ρα καί τόν Υἱ­όν καί τό Ἅ­γιον Πνεῦ­μα, ὅ­ταν, ἀ­φοῦ ἀ­πε­κή­ρυ­ξαν τόν δι­ά­βο­λο καί τούς δαί­μο­νάς του, εἶ­παν τήν σω­τη­ρι­ω­δη ἐ­κεί­νην ἔκ­φρα­σιν. Ποί­α λοι­πόν ται­ρια­στή ὀ­νο­μα­σί­α δι’ αὐ­τούς εὑ­ρέ­θη ἀ­πό τά τέ­κνα τοῦ φω­τός; Δέν ἀ­πο­κα­λοῦν­ται πα­ρα­βα­ά­ται, ἐ­πει­δή ἐ­πρό­δω­σαν τάς συμ­φω­νί­ας πού εἶ­χαν κά­μει διά τήν σω­τη­ρί­αν των;» (Μ. Βασ.­).
Τό βά­πτι­σμα λοι­πόν στό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός καί τοῦ Υἱ­οῦ καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος θε­με­λι­ώ­νε­ται στήν πί­στη στόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό. Ἡ ὁ­μο­λο­γί­α αὐ­τῆς τῆς πί­στης εἶ­ναι ἀ­να­πό­σπα­στο μέ­ρος τοῦ ἱ­ε­ροῦ βα­πτί­σμα­τος. Γι’ αὐ­τό καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τό βά­πτι­σμα τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν πού ἀ­πορ­ρί­πτουν τήν πί­στη στήν Ἁ­γί­α Τριά­δα.

4. Τρι­α­δι­κή δο­ξο­λο­γί­α
Σύμ­φω­να μέ τή μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Δι­ο­νυ­σί­ου Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας (264), ὁ πρω­το­χρι­στι­α­νι­κός τύ­πος δο­ξο­λο­γί­ας εἶ­ναι: «τῷ δέ Θε­ῷ Πα­τρί καί τῷ Κυ­ρί­ω ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στῷ σύν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, δό­ξα καί κρά­τος εἰς τούς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων, ἀ­μήν». Αὐ­τό ση­μαί­νει πώς ἡ δο­ξο­λο­γί­α καί ἡ προ­σκύ­νη­σις τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι Τρι­α­δι­κή.
Ἔ­τσι ὁ Μ. Βα­σί­λει­ος ἀ­να­φέ­ρε­ται στό Ἰ­ω. δ' 24 («Πνεῦ­μα ὁ Θε­ός καί τούς προ­σκυ­νοῦν­τας αὐ­τόν ἐν Πνεύ­μα­τι καί ἀ­λή­θειᾳ δεῖ προ­σκυ­νεῖν») καί ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μό­νο μί­α προ­σκύ­νη­σις· ὁ Πα­τήρ προ­σκυ­νεῖ­ται «ἐν Πνεύ­μα­τι καί ἀ­λη­θεί­ᾳ», δη­λα­δή «ἐν Υἱ­ῷ καί Ἁ­γί­ῳ Πνευ­μα­τι». Κα­τα­λή­γον­τας ση­μει­ώ­νει:
«Ὅ­πως λοι­πόν εἰς τήν ἐν τῷ Υἱ­ῷ προ­σκύ­νη­σιν ἐν­νο­οῦ­μεν ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι ἡ εἰ­κών τοῦ Θε­οῦ καί Πα­τρός, ἔ­τσι καί εἰς τήν ἐν Πνεύ­μα­τι προ­σκύ­νη­σιν πι­στεύ­ο­μεν ὅ­τι τοῦ­το δει­κνύ­ει δι’ ἑ­αυ­τοῦ τήν θε­ό­τη­τα τοῦ Κυ­ρί­ου. Διά τοῦ­το καί εἰς τήν προ­σκύ­νη­σιν τό Ἅ­γιον Πνεῦ­μα δέν χω­ρί­ζε­ται ἀ­πό τόν Πα­τέ­ρα καί τόν Υἱ­όν. Καί ἐ­άν μέν εὑ­ρί­σκε­σαι ἐ­κτός τῆς χά­ρι­τος τοῦ Πνεύ­μα­τος, οὔ­τε κἄν θά προ­σκυ­νή­σεις, ἄν ὅ­μως κι­νῆ­σαι ἐν­τός αὐ­τοῦ, μέ κα­νέ­να τρό­πο δέν θά τό ξε­χω­ρί­σεις ἀ­πό τόν Θε­όν, πα­ρά μό­νον ἄν ξε­χω­ρί­σεις τό φῶς ἀ­πό αὐ­τά πού βλέ­πο­μεν δι­ό­τι εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τόν νά ἴ­δει κα­νείς τήν εἰ­κό­να τοῦ ἀ­ο­ρά­του Θε­οῦ χω­ρίς τόν φω­τι­σμόν τοῦ Πνεύ­μα­τος».
Ὅ­πως βα­πτί­ζου­με, λοι­πόν, ἔ­τσι καί πι­στεύ­ου­με, καί ὅ­πως πι­στεύ­ου­με, ἔ­τσι καί δο­ξο­λο­γοῦ­με (Μ. Βα­σί­λει­ος).
Συμ­πε­ρα­σμα­τι­κά πα­ρα­τη­ροῦ­με πώς ἡ πί­στη μας στόν Ἕ­να καί Τρι­α­δι­κό Θε­ό δέν εἶ­ναι με­τα­γε­νέ­στε­ρο κα­τα­σκεύ­α­σμα τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀλ­λά δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς, τήν ὁ­ποί­α οἱ πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας θέ­λη­σαν νά πε­ρι­φρου­ρή­σουν.
Ἤ­δη στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη ὁ Τρι­α­δι­κός Θε­ός ἐμ­φα­νι­ί­ζε­ται ὡς δη­μι­ουρ­γός τοῦ ἀν­θρώ­που καί τοῦ κό­σμου. Πολ­λά ἐ­δά­φια δη­λώ­νουν τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Βού­λη­σης καί τῆς ἐ­νέρ­γειας τρι­ῶν Θεί­ων προ­σώ­πων, πού με­τέ­χουν τῆς μιᾶς Θεί­ας οὐ­σί­ας, καί γι’ αὐ­τό χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται «Κύ­ριος», «Κύ­ριος ὁ Θε­ός» ἤ καί «Κύ­ριος Παν­το­κρά­τωρ».
Οἱ ἀ­πο­κα­λύ­ψεις αὐ­τές τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος, τό­σο στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη, ὅ­σο καί στήν Και­νή, ἀ­πο­τε­λοῦν συγ­κα­τά­βα­ση τοῦ Θε­οῦ στήν κα­τά­στα­ση τοῦ ἀν­θρώ­που τῆς πτώ­σης. Ἡ Τρι­α­δι­κή αὐ­τή πί­στη συμ­πλη­ρώ­νε­ται στήν Ἐκ­κλη­σί­α μας μέ τόν τύ­πο τοῦ βα­πτί­σμα­τος («εἰς τό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός καί τοῦ Υἱ­οῦ καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος») καί ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται μέ τήν ἐ­πί­κλη­ση καί τή δο­ξο­λο­γί­α τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ. Οἱ ὀρ­θό­δο­ξοι χρι­στια­νοί βα­πτί­ζον­ται ὅ­πως πι­στεύ­ουν καί δο­ξο­λο­γοῦν τόν Θε­ό σέ ἁρ­μο­νί­α μέ τήν Τρι­α­δι­κή τους πί­στη.
Γιά νά φθά­σει κα­νείς σ’ αὐ­τή τήν πί­στη, πρέ­πει νά ὁ­δη­γη­θεῖ ἀ­πό τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ, τό ὁ­ποῖ­ο ὅ­μως δέν δρᾶ ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τόν Χρι­στό καί τό σῶ­μα Του, τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Γι’ αὐ­τό τό λό­γο οἱ αἱ­ρε­τι­κοί, πα­ρ' ὅ­λον ὅ­τι με­λε­τοῦν τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή καί ὑ­πο­στη­ρί­ζουν πώς ἐ­πι­κα­λοῦν­ται τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, δέν ὁ­δη­γοῦν­ται στή σω­στή πί­στη. Ἐγ­κα­τα­λεί­πουν τό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, τήν Ἐκ­κλη­σί­α, καί ὑ­ψώ­νουν τόν ἴ­διο τόν ἑ­αυ­τό τους σέ αὐ­θεν­τι­κό ἑρ­μή­νευ­τη τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς.
Γιά νά φθά­σου­με λοι­πόν στήν ἀ­λή­θεια τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ, δέν ἀρ­κεῖ ἡ με­λέ­τη τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς· πρέ­πει νά γί­νου­με ἄν­θρω­ποι τοῦ Χρι­στοῦ, δη­λα­δή μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­που ἐ­νερ­γεῖ τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ. Μό­νο ἐ­κεῖ μπο­ροῦ­με νά αἰ­σθαν­θοῦ­με τήν πα­ρου­σί­α τῶν πύ­ρι­νων γλωσ­σῶν καί νά λά­βου­με τό θεῖ­ο φω­τι­σμό, ὅ­πως οἱ ἀ­πό­στο­λοι τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Πεν­τη­κο­στῆς.
Χω­ρίς αὐ­τή τή θεί­α πνο­ή, κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος δέν μπο­ρεῖ νά γνω­ρί­σει τήν ἀ­λή­θεια τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ, ὁ­σο­δή­πο­τε καί ἄν με­λε­τή­σει τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή. «Τό νά γνω­­ρί­σου­με πλή­ρως τό μυ­στή­ριο τῆς  Ἁ­γί­ας Τριά­δος ση­μαί­νει νά ἔλ­θου­με σέ τέ­λεια ἑ­νώ­ση με­τά τοῦ Θε­οῦ, νά εἰ­σέλ­θω­με στήν θεί­α ζω­ή» (Εὐ­ά­γριος Πον­τι­κός).





Share:

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Η φωτογραφία μου
Για την προστασία του ελληνορθόδοξου πολιτισμού της οικογενείας της νεολαίας και του πολίτη.

Translate

Από το Blogger.

Follow by Email

Ετικέτες

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΑΙΔ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΏΤΟΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΟΜΙΛΙΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΣΟΦΙΑ ΑΠOKPYΦIΣMOΣ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΑ ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ ΑΡΧΙΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΜΥΡΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΑΪΔΩΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΑNTIAIPETIKO ΣEMINAPIO ΒΙΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΓΙΟΓΚΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ ΕΤΕΡΟΘΡΗΣΚΟΙ ΘΕΟΣΟΦΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΡΙΔΟΛΟΓΙΑ ΙΣΛΑΜ ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΙΩΝΗ Κ. ΒΑΪΟΣ ΠΡΑΝΤΖΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗ ΚΩΝΣΤ. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΟΓΟΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΣΜΟΣ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΝΕΟΓNΩΣTIKIΣMOΣ ΝΕΟEIΔΩΛOΛATPEIA ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ Π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΙΔΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΠΑΤΕΡ ΙΩΣΗΦ ΒΙΓΛΙΩΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΚΟΠΙΑ ΠΙΣΤΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΟΜΙΛΙΩΝ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣΥΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΡΩΤ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ ΡΕΦΛΕΞΟΛΟΓΙΑ ΣΑΤΑΝΙΣΜΟΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΣΚΟΠΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΧΙΣΜΑ ΤΡΙΤΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΦΥΛΟ ΧΙΛΙΑΣΤΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΨΕΥΔΟ-ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ ΨΗΦΙΣΜΑ ΨEYΔOΠPOΦHTEΣ ΨEYTOMEΣΣIEΣ

Ετικέτες

Προτεινόμενη ανάρτηση

Η ΑΝΟΡΘΩΣΗ - Π. Δημήτριος Μπίκας

Θέμα: "Η ΑΝΟΡΘΩΣΗ". Μέσα στην άπειρη αγάπη ο Τριαδικός Θεός, δεν άφησε τον άνθρωπο στη πτώση. Δεν άφησε το διάβολο να κατ...

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *