Όριο Πίστεως


ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2019

ΟΙ ΑΓΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Εἶ­ναι γνω­στό πώς σέ πολ­λά ση­μεῖ­α τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἡ κα­τα­σκευ­ή καί ἡ λα­τρεί­α εἰ­δώ­λων. Ὅ­μως σέ ἄλ­λα ση­μεῖ­α ὁ Θε­ός θε­σπί­ζει ὁ ἴ­διος τήν κα­τα­σκευ­ή καί τήν το­πο­θέ­τη­ση δι­α­φό­ρων ἀν­τι­κει­μέ­νων στό λα­τρευ­τι­κό χῶ­ρο. Ποι­ά εἶ­ναι ἡ στά­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας σ’ αὐ­τό τό ζή­τη­μα; Στη­ρί­ζε­ται στή νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα «ἐν Χρι­στῷ»; Αὐ­τό εἶ­ναι τό βα­σι­κό ζή­τη­μα πού ἐρ­χό­μα­στε νά ἐ­ξε­τά­σου­με σ’ αὐ­τό τό κε­φά­λαι­ο.

Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­πο­δί­δει λα­τρεί­α μό­νο στόν Ἕ­να καί Τρι­α­δι­κό Θε­ό· ἀ­πορ­ρί­πτει τή λα­τρεί­α ψεύ­τι­κων θε­ῶν, εἰ­δώ­λων καί κτι­σμά­των. Δέν ὑ­πάρ­χουν «ἄλ­λοι θε­οί»· ὁ­ποι­α­δή­πο­τε λα­τρεί­α σέ «ἄλ­λους θε­ούς» ἀ­πο­δί­δε­ται στό Δι­ά­βο­λο. Μιά τέ­τοι­α δαι­μο­νι­κή λα­τρεί­α πε­ρι­λαμ­βά­νει καί τήν κα­τα­σκευ­ή ἤ προ­σκύ­νη­ση εἰ­κό­νων ψευ­δῶν θε­ῶν. Οἱ εἰ­κό­νες αὐ­τές εἶ­ναι εἴ­δω­λα.
Μέ αὐ­τή τήν ἔν­νοι­α πρέ­πει νά κα­τα­νο­ή­σου­με τίς σχε­τι­κές ἀ­πα­γο­ρεύ­σεις τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης:
«Δέν θά κα­τα­σκευά­σεις πο­τέ γιά τόν ἑ­αυ­τό σου εἴ­δω­λο, οὔ­τε εἰ­κό­να ἀ­πό ὅ­σα ὑ­πάρ­χουν στόν οὐ­ρα­νό ἐ­πά­νω, ὅ­σα στή γῆ καί ὅ­σα στά ὕ­δα­τα κά­τω ἀ­πό τή γῆ· δέν θά προ­σκυ­νή­σεις αὐ­τά, οὔ­τε θά τά λα­τρεύ­σεις, για­τί ἐ­γώ εἶ­μαι Κύ­ριος ὁ Θε­ός σου, Θε­ός ζη­λό­τυ­πος» (Ἔξοδ. κ’ 4-5).
Τό ἐ­δά­φιο αὐ­τό εἶ­ναι σα­φές· ἡ λα­τρεί­α πού ἀ­νή­κει μό­νο στόν Θε­ό δέν πρέ­πει ν’ ἀ­πο­δί­δε­ται σέ τί­πο­τε ἄλ­λο. Για­τί ὑ­πάρ­χει μό­νο Ἕ­νας Θε­ός καί ἡ λα­τρεί­α Του εί­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κή («ζη­λό­τυ­πος»). Ὁ λα­ός τοῦ Θε­οῦ δέν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά ἀ­κο­λου­θή­σει ἤ νά κα­τα­σκευά­σει «χυ­τούς Θε­ούς», για­τί αὐ­τοί εἶ­ναι ψευ­δεῖς θε­οί (Λευ­ϊτ. ι­θ’ 4). «Δέν θά κα­τα­σκευ­ά­σε­τε διά τόν ἑ­αυ­τό σας χει­ρο­ποί­η­τα εἴ­δω­λα, οὔ­τε γλυ­πτά, οὔ­τε θά στή­σε­τε εἰ­δω­λο­λα­τρι­κή στή­λη, οὔ­τε θά θέ­σε­τε στή χώ­ρα σας πε­ρί­ο­πτο λί­θο γιά νά τόν προ­σκυ­νή­σε­τε· ἐ­γώ εἶ­μαι Κύ­ριος ὁ Θε­ός σας» (Λευϊτ. κστ’ 1).
Ὁ μό­νος ἀ­λη­θι­νός Θε­ός εἶ­ναι «Κύ­ριος ὁ Θε­ός ἡ­μῶν»· «ἐ­γώ εἶ­μαι Κύ­ριος ὁ Θε­ός σας»· «ὅ­λοι οἱ θε­οί τῶν Ἐ­θνῶν εἶ­ναι εἴ­δω­λα, ὁ δέ Θε­ός ἡ­μῶν εἶ­ναι ὁ δη­μι­ουρ­γός τῶν οὐ­ρα­νῶν» (Α’ Πα­ραλ. ι­στ’ 26). «Ὅ­λοι οἱ θε­οί τῶν ἐ­θνῶν εἶ­ναι δαι­μό­νια, ὁ δέ Κύ­ριος ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε τούς οὐ­ρανούς» (Ψαλμ. 95, 5). «Ἐ­γώ πρῶ­τος καί ἐ­γώ με­τά ταῦ­τα- πλήν ἐ­μοῦ οὐκ ἐστι Θεός» (Ἡσ. μδ’ 6).
Ὕ­στε­ρα ἀ­πό αὐ­τή τήν το­πο­θέ­τη­ση, ὁ λα­ός τοῦ Θε­οῦ δέν μπο­ροῦ­σε πλέ­ον νά κα­τα­σκευά­ζει εἴ­δω­λα ἤ νά λα­τρεύ­ει τούς θε­ούς τῶν ἐ­θνῶν. «Δέν θά προ­σκυ­νή­σεις τούς θε­ούς αὐ­τῶν, οὔ­τε θά τούς λα­τρεύ­σεις οὔ­τε θά ἐ­κτε­λέ­σεις τά ἔρ­γα τά ὁ­ποῖ­α ἐ­κτε­λοῦν ἐ­κεῖ­νοι, ἀλ­λά θά κρη­μνί­σεις ἀ­πό τά θε­μέ­λια καί θά συν­τρί­ψεις ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά τίς εἰ­δω­λο­λα­τρι­κές των στῆ­λες. Θά λα­τρεύ­σεις μό­νο Κύ­ριον τόν Θε­όν σου»! (Ἔ­ξοδ. κγ’ 24-25). Ἡ λα­τρεί­α τοῦ Ἑ­νός καί Μό­νου ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ δέν ἀ­φή­νει πε­ρι­θώ­ρια γιά «ἄλ­λους θε­ούς» καί γιά «χω­νευ­τά εἴ­δω­λα» (Γ’ Βα­σιλ. θ’ 6-9, ι­δ’ 9- 10. Ἰ­ησ. Ναυ­ῆ κγ’ 15-16. Α‘ Βα­σιλ. ζ’ 3, η’ 8. Ἱ­ε­ρεμ. α’ 16, β’ 27. Μαλαχ. β’ 11).
Ὁ Θε­ός τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ εἶ­ναι «ζη­λό­τυ­πος», μο­να­δι­κός καί δι­α­κη­ρύσ­σει ἀ­να­φε­ρό­με­νος σέ ὅ­σους δέν μέ­νουν πι­στοί: «Αὐ­τοί πα­ρε­ζή­λω­σάν με ἐ­π’ οὐ θε­ῷ, πα­ρώ­ξυ­νάν με ἐν τοῖς εἰ­δώ­λοις αὐ­τῶν»· αὐ­τοί ἔ­γι­ναν αἰ­τί­α νά ζη­λο­τυ­πή­σω, για­τί ἐ­λά­τρευ­σαν ἀ­νύ­παρ­κτο θε­ό, με ἐ­ξε­ρέ­θι­σαν νά ὀρ­γι­σθῶ, για­τί ἐ­λά­τρευ­σαν τά εἴ­δω­λα (Δευ­τερ. λβ’ 21, πρβλ. Ἕ­ξοδ. κ’ 5, λδ’ 14. Δευ­τερ. δ’ 24, ε’ 9, στ’ 15).
Ἡ πα­ρά­βα­ση τῆς ἐν­το­λῆς τοῦ Θε­οῦ εἶ­χε βα­ρύ­τα­τες συ­νέ­πει­ες γιά ὁ­λό­κλη­ρο τόν ἰσ­ρα­η­λι­τι­κό λα­ό (Γ’ Βα­σιλ. θ’ 6-7). Ἐ­θε­ω­ρεῖ­το ἔγ­κλη­μα καί ἐ­τι­μω­ρεῖ­το μέ θά­να­το (Ἔ­ξοδ. κθ’ 20. Δευ­τερ. ι­ζ’ 2-7), ἀ­κό­μη καί ὅ­ταν κά­ποι­ος πα­ρα­κι­νοῦ­σε ἄλ­λον σ’ αὐ­τή τή λα­τρεί­α (Δευ­τερ. ι­γ’ 6-11).
Ὅ­λα αὐ­τά δι­α­σα­φη­νί­ζουν τή θέ­ση τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης. Ἡ ἀ­πα­γό­ρευ­ση κα­τα­σκευ­ῆς εἰ­δώ­λων ἤ εἰ­κό­νων ψευ­δῶν θε­ῶν, ἡ προ­σκύ­νη­σή των καί ἡ λα­τρεί­α των εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τη. Δέν ὑ­πάρ­χει γι’ αὐ­τό ἀμ­φι­βο­λί­α (πρβλ. καί Ἔ­ξοδ. κγ’ 24-25. Δευ­τερ. λ’ 17-18. Ψαλμ. ρι­γ’ 12-16, ρλδ’ 15-18. Ἡσ. μδ’ 9-20. Ἱ­ε­ρεμ. κε’ 6. Δαν. ε’ 23-25).

β) Ἀποκλειστικότητα τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ
Γιά τό λα­ό τοῦ Θε­οῦ ὑ­πάρ­χει μό­νο ὁ ἕ­νας καί ἀ­λη­θι­νός Θε­ός. Ἡ μο­να­δι­κό­τη­τά Του δη­λώ­νε­ται καί μέ τό ὄ­νο­μα πού ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός ἀ­πο­κά­λυ­ψε στόν Μω­ϋ­σῆ: «Ἐ­γώ εἰ­μι ὁ Ὤν» (Ἔ­ξοδ. γ’ 14) πού στό ἑ­βρα­ϊ­κό κεί­με­νο ἀ­να­φέ­ρε­ται: Ehie Aser Ehje. Τό Εhje σχε­τί­ζε­ται μέ τό ρῆ­μα Haja, δη­λα­δή «εἶ­μαι», «ὑ­πάρ­χω», «γί­γνο­μαι», «συμ­βαί­νω».
Τό ὄ­νο­μα λοι­πόν αὐ­τό δη­λώ­νει τήν ἀ­πό­λυ­τη ὕ­παρ­ξη τοῦ Θε­οῦ· Αὐ­τός εἶ­ναι ἡ ἀ­λη­θι­νή ζω­ή (Ἱ­ε­ρεμ. β’ 13), Ἐ­κεῖ­νος πού ἐ­ξή­γα­γε τό λα­ό Του ἀ­πό τήν Αἴ­γυ­πτο- σ’ Αὐ­τόν ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα καί ἡ λα­τρεί­α. Εἶ­ναι ὁ μο­να­δι­κός Θε­ός· ὅ­λοι οἱ λε­γό­με­νοι θε­οί, ἐ­κτός ἀ­πό Αὐ­τόν, εἶ­ναι στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα «οὐ θε­οί», ἀ­νύ­παρ­κτοι (Δευ­τερ. λβ’ 21. Α’ Βα­σιλ. ι­β’ 21. Δ’ Βα­σιλ. ι­θ’ 18. Β’ Πα­ραλ. ι­γ’ 9. Ἱ­ε­ρεμ. β’ 11, ε’ 7). Δέν πρέ­πει νά δο­ξά­ζον­ται οὔ­τε νά λα­τρεύ­ον­ται.
 «Ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ Κύ­ριος ὁ Θε­ός σου (Jahwe), αὐ­τό εἶ­ναι τό ὄ­νο­μά μου. Τήν δό­ξαν μου δέν θά τήν δώ­σω εἰς ἄλ­λον οὔ­τε τόν ἔ­παι­νόν μου εἰς τά γλυ­πτά εἴ­δω­λα» (Ἡσ. μθ’ 8).
Ἡ συ­νε­χής ὑ­πό­μνη­ση αὐ­τοῦ τοῦ γε­γο­νό­τος ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­τη γιά τούς Ἰσ­ρα­η­λί­τες. Ὁ κίν­δυ­νος τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρεί­ας ἦ­ταν κα­τα­πλη­κτι­κά με­γά­λος γιά ἕ­να λα­ό, τόν ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζαν εἰ­δω­λο­λά­τρες. Δέν πρέ­πει νά λη­σμο­νή­σου­με πώς ὁ Ἰσ­ρα­ήλ ἔ­πε­σε πολ­λές φο­ρές σέ ἀ­πο­στα­σί­α καί κα­τα­σκεύ­α­σε εἴ­δω­λα στή θέ­ση τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ. Τέ­τοι­α πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πο­στα­σί­ας πε­ρι­γρά­φει ἡ Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη (Ἔ­ξοδ. λβ’ 4-5. Γ’ Βα­σιλ. ι­β’ 28. Κρι­ταί β’ 13, γ’ 6, δ’ 1, ι’ 16. Α’ Μακκ. α’ 15 κ.ά.).
Οἱ προ­φῆ­τες ἐ­πι­ση­μαί­νουν σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση τήν ἀ­πο­στα­σί­α ἀ­πό τόν ἀ­λη­θι­νό Θε­ό καί ὑ­πο­γραμ­μί­ζουν τίς τρο­μα­κτι­κές συ­νέ­πει­ές της. Ἦ­ταν λοι­πόν ἀ­νάγ­κη, κά­θε φο­ρά νά ὑ­πεν­θυ­μί­ζε­ται αὐ­τός ὁ κίν­δυ­νος καί νά ὑ­πο­γραμ­μί­ζε­ται τό κα­θῆ­κον τῆς λα­τρεί­ας τοῦ Ἑ­νός καί Μο­να­δικοῦ Θε­οῦ:
«Κύ­ριον τόν Θε­όν σου νά φο­βεῖ­σαι καί αὐ­τόν μό­νο νά λα­τρεύ­εις καί εἰς αὐ­τόν νά προ­σκολ­λη­θεῖς... Μή πο­ρευ­θεῖ­τε πί­σω ἀ­πό ἄλ­λους θε­ούς, δι­ό­τι Κύ­ριος ὁ Θε­ός σου εἶ­ναι Θε­ός ζη­λό­τυ­πος διά σέ. Μή­πως ὀρ­γι­σθεῖ ἐ­ναν­τί­ον σου καί σέ ἐ­ξο­λο­θρεύ­σει ἀ­πό τό πρό­σω­πο τῆς γῆς...» (Δευ­τερ. στ’ 3-15). «Ἐν­τρα­πεῖ­τε πο­λύ σεῖς πού πι­στεύ­ε­τε στά εἴ­δω­λα, σεῖς πού λέ­γε­τε στά χω­νευ­τά: Σεῖς εἶ­σθε οἱ θε­οί μας» (Ἡσ. μβ’ 17, πρβλ. Ὡσ. β’ 7-15. Ἡσ. μ’ 19-20, μστ’ 1-7. Ἱ­ε­ρεμ. β’ 5-13, 27-28, ι’ 1-16, ιστ’ 20 κ.ἄ.).
Ἡ ἀποκλειστικότητα τῆς λατρείας τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ὑπογραμμίζεται καί στό ἀκόλουθο συγκλονιστικό ἀπόσπασμα ἀπό τόν προφήτη Ἱερεμία:
«Ὅπως μία γυναίκα φαίνεται ἄπιστος
εἰς τόν σύζυγόν της,
κατά παρόμοιον τρόπον ὁ οἶκος Ἰσραήλ
ἐδείχθη ἄπιστος πρός ἐμέ,
λέγει ὁ Κύριος.
Ἀλλά ἠκούσθησαν ἀπό τά χείλη τῶν υἱῶν τοῦ Ἰσραήλ
κλαυθμοί καί δεήσεις (μετανοίας),
ὅτι ἐδείχθησαν ἄδικοι εἰς τήν ζωήν των,
ἐλησμόνησαν τόν ἅγιον Θεόν των.
Ἐπιστρέψατε, παιδιά μου,
ἐπιστρέψατε καί θά θεραπεύσω τά συντρίμματά σας.
-         Ἰδού εἴμεθα δοῦλοι σου,
διότι σύ εἶσαι Κύριος ὁ Θεός μας.
Πράγματι ψευδεῖς ἦσαν οἱ εἰδωλολατρικοί
τόποι τῶν βουνῶν,
ἀνύπαρκτος ἡ δύναμις τῶν ὀρέων·
μόνον διά Κυρίου τοῦ Θεοῦ μας
θά ἔλθῃ ἡ σωτηρία εἰς τόν Ἰσραήλ» (Ἱερεμ. γ’ 20-23).

Ἡ ἀ­πα­γό­ρευ­ση τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης ἀ­να­φέ­ρε­ται στίς εἰ­κό­νες ψευ­δῶν θε­ῶν καί γε­νι­κό­τε­ρα στά εἴ­δω­λα. Εἶ­ναι σχε­τι­κή ἀ­πα­γό­ρευ­ση καί ὄ­χι ἀ­πό­λυ­τη.
Οἱ Ἰσ­ρα­η­λί­τες ἀ­πέ­δι­δαν τι­μή στό γρα­πτό λό­γο τοῦ Θε­οῦ (Ἔ­ξοδ. λδ’ 1) καί σέ δι­ά­φο­ρα ὁ­μοι­ώ­μα­τα, χω­ρίς πο­τέ κα­νείς νά τούς κα­τη­γο­ρή­σει γιά εἰ­δω­λο­λά­τρες.
Ἰ­δι­αί­τε­ρη τι­μή ἀ­πε­δί­δε­το στήν κι­βω­τό τῆς δι­α­θή­κης (Ἔ­ξοδ. κε’ 9-21), στήν τρά­πε­ζα τῆς πρό­θε­σης (Ἔ­ξοδ. κε’ 22-29), στό θυ­σι­α­στή­ριο (Ἔ­ξοδ. κζ’ 1-8, λ’ 1-10), στόν χάλ­κι­νο λου­τή­ρα (Ἔ­ξοδ. λ’ 17-21), στή σκη­νή τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου (Ἔ­ξοδ. κστ’ 1-37) καί σέ ἄλ­λα ἀν­τι­κεί­με­να, πού κα­τα­σκευ­ά­σθη­καν μέ ἐν­το­λή τοῦ ἴ­διου τοῦ Θε­οῦ (πρβλ. Ἔ­ξοδ. λε­’­11 ἑξ.).
Ὁ Θε­ός ἔ­δω­σε ἐν­το­λή νά κα­τα­σκευα­σθοῦν καί ἄλ­λα ὁ­μοι­ώ­μα­τα πού ἐ­ξει­κό­νι­ζαν ἀγ­γέ­λους, ζῶ­α, φυ­τά καί μά­λι­στα μέ­σα στό λα­τρευ­τι­κό χῶ­ρο. Μέ ἐν­το­λή τοῦ Θε­οῦ κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται δύ­ο χε­ρου­βείμ μέ ἁ­πλω­μέ­να τά χέ­ρια πά­νω ἀ­πό τό Ἱ­λα­στή­ριο (Ἔ­ξοδ. κε’ 17-19, πρβλ. Ἑ­βρ. θ’ 5). Δύ­ο ἄλ­λα τε­ρά­στια χε­ρου­βείμ κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται καί το­πο­θε­τοῦν­ται μέ ἐν­το­λή τοῦ Θε­οῦ στά Ἅ­για τῶν Ἁ­γί­ων τοῦ να­οῦ τοῦ Σο­λο­μῶν­τος (Γ’ Βα­σιλ. στ’ 23-28, πρβλ. Β’ Πα­ραλ. γ’ 10-12, ε’ 8. Ἱ­εζ. θ’ 3). Ἀ­κό­μη κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται δι­ά­φο­ρες πα­ρα­στά­σεις, ὅ­πως δέ­κα ὁ­μοι­ώ­μα­τα χάλ­κι­νων βο­δι­ῶν (Γ’ Βα­σιλ. ζ’ 13), σκα­λι­στές πα­ρα­στά­σεις λι­ον­τα­ρι­ῶν καί ἄλ­λες ἀ­νά­γλυ­φες πα­ρα­στά­σεις (Γ’ Βα­σιλ. ζ’ 16, 22, 28, 30. Β’ Πα­ρακ. δ’ 3 ἑξ.).
Αὐ­τά ἀ­πο­δει­κνύ­ουν πώς ἡ ἀ­πα­γό­ρευ­ση τοῦ Θε­οῦ ἀ­φο­ροῦ­σε μό­νο τίς εἰ­κό­νες καί τά ὁ­μοι­ώ­μα­τα ψευ­δῶν θε­ῶν, δη­λα­δή τά εἴ­δω­λα. Ἦ­ταν σχε­τι­κή ἀ­πα­γό­ρευ­ση καί ὄ­χι ἀ­πό­λυ­τη. Δέν ἀ­νε­φέ­ρε­το στά σύμ­βο­λα καί στά ἄλ­λα ἀν­τι­κεί­με­να μέ­σα στό λα­τρευ­τι­κό χῶ­ρο. Σέ ὅ­λα αὐ­τά ἀ­πε­δί­δε­το τι­μή, ὄ­χι ὅ­μως «κα­θ’ ἑ­αυ­τά», δη­λα­δή ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τή σχέ­ση τους μέ τόν ζῶν­τα Θε­ό- μέ τή λα­τρεί­α τοῦ Ἑ­νός καί Μό­νου ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ.
Ἄν κα­νείς ἐ­πι­χει­ροῦ­σε νά ἀ­πο­δώ­σει σ’ αὐ­τά τά ἀν­τι­κεί­με­να λα­τρευ­τι­κή προ­σκύ­νη­ση, θά με­τα­βάλ­λον­ταν αὐ­τό­μα­τα σέ εἴ­δω­λα καί ἡ λα­τρεί­α τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ σέ εἰ­δω­λο­λα­τρεί­α. Αὐ­τό φαί­νε­ται κα­θα­ρά στό «χω­νευ­τό μό­σχο» πού κα­τα­σκεύ­α­σε ὁ Ἀ­α­ρών σέ στιγ­μή ἀ­πο­στα­σί­ας τοῦ λα­οῦ, ἡ ὁ­ποί­α ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε μέ τή φρά­ση: «Οὗ­τοι οἱ θε­οί σου, Ἰσ­ρα­ήλ» (Ἔ­ξοδ. λβ’ 4). Αὐ­τό εἶ­ναι τό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρεί­ας· τό νά λα­τρεύ­ει κα­νείς γιά θε­ό κά­ποι­ο κτί­σμα ἤ ἀν­θρώ­πι­νο κα­τα­σκεύ­α­σμα. «Ἀ­σχύν­θη­τε αἰ­σχύ­νην, οἱ πε­ποι­θό­τες ἐ­πί τοῖς γλυ­πτοῖς, οἱ λέ­γον­τες τοῖς χω­νευ­τοῖς· ὑ­μεῖς ἐ­στε θε­οί ἡ­μῶν» (Ἡσ. μβ’ 17).
Κα­νείς πο­τέ ὀρ­θό­δο­ξος χρι­στια­νός δέν στά­θη­κε μπρο­στά σέ εἰ­κό­να μέ τή σκέ­ψη: «Οὗ­τοι οἱ θε­οί μου»! Κα­νείς πο­τέ ὀρ­θό­δο­ξος πι­στός δέν ἀ­πέ­δω­κε τι­μή σέ εἰ­κό­να, μέ τή σκέ­ψη πώς ἡ εἰ­κό­να εἶ­ναι Θε­ός! Ἡ εὐ­λά­βεια καί ἡ τι­μή πού ἀ­πο­δί­δου­με στά ἱ­ε­ρά ἀν­τι­κεί­με­να, τά ὁ­ποῖ­α ὑ­πάρ­χουν στόν λα­τρευ­τι­κό χῶ­ρο, στη­ρί­ζε­ται στήν ἁ­γί­α Γρα­φή. Ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός τι­μᾶ τά ἀν­τι­κεί­με­να αὐ­τά· θυ­μι­ά­ζον­ται καί ραν­τί­ζον­ται μέ αἷ­μα (Ἔ­ξοδ. λ’ 6-7, μ’ 5. Λευ­ΐτ. ι­στ’ 12-13. Α’ Πα­ραλ. στ’ 34. Β’ Πα­ραλ. ι­γ’ 11. Ἑ­βρ. θ’ 21) καί ὁ Θε­ός ἐ­πι­δο­κι­μά­ζει τά γε­νό­με­να (πρβλ. Γ’ Βα­σιλ. θ’ 3).

δ) Τά θαύματα
Ὁ Θε­ός ἐ­νερ­γεῖ μέ ποι­κί­λους τρό­πους καί πα­ρέ­χει τή χά­ρη Του ἀ­κό­μη καί σέ ὑ­λι­κά ἀν­τι­κεί­με­να. Ὁ Θε­ός τι­μᾶ τά ἱ­ε­ρά ἀν­τι­κεί­με­να καί τούς χα­ρί­ζει τή θαυ­μα­τουρ­γι­κή Του ἐ­νέρ­γεια. Τοῦ­το βλέ­που­με στή ρά­βδο τοῦ Μω­ϋ­σῆ (Ἔ­ξοδ. δ’ 2-3, ζ’ 19-21, θ’ 23-26, ι­δ’ 16, 21, ι­ε’ 25, ι­ζ’ 3-5), στό χάλ­κι­νο φί­δι, πού προ­ει­κό­νι­ζε τόν Τί­μιο Σταυ­ρό (Ἀ­ριθ. κα’ 8-9. Ἰ­ω. γ’ 14), στήν κι­βω­τό (Ἰ­ησ. Ναυ­ῆ γ’ 15- 17), στή μη­λω­τή τοῦ Ἠ­λί­α (Δ’ Βα­σιλ. β’ 8-14), ἤ ἀ­κό­μη καί στά ροῦ­χα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ (Ματθ. θ’ 20-22), στά μαν­δή­λια καί πε­ρι­ζώ­μα­τα τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου (Πράξ. ι­θ’ 11-12).
Ἡ σκιά τοῦ ἀ­πο­στό­λου Πέ­τρου, δη­λα­δή ἕ­να εἶ­δος εἰ­κό­νας του, γί­νε­ται μέ τή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ θαυ­μα­τουρ­γι­κή εἰ­κό­να (Πράξ. ε’ 12-16). Κά­θε βε­βή­λω­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων τι­μω­ρεῖ­ται αὐ­στη­ρά ἀ­πό τόν Θε­ό (Ἀ­ριθ. δ’ 15-20. Α’ Βα­σιλ. ε’ 2-4, στ’ 2-5. Β’ Βα­σιλ. στ’ 6-7. Α’ Πα­ραλ. ι­γ’ 9-10).

ε) Χριστολογική βάση τῶν ἁγίων εἰκόνων
Ὁ Θε­ός εἶ­ναι κα­τά τήν οὐ­σί­α Του ἀ­ό­ρα­τος, ἀ­πρό­σι­τος, ἄ­γνω­στος. Ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπο­ρεῖ νά ξε­πε­ρά­σει τήν κτι­στή του πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί νά γνω­ρί­σει τί εἶ­ναι στήν οὐ­σί­α Του ὁ Θε­ός. Αὐ­τό πού μέ­νει ἄ­γνω­στο, εἶ­ναι καί ἀ­νέκ­φρα­στο, οὔ­τε καί μπο­ρεῖ κα­νείς νά τό ἐ­ξει­κο­νί­σει (πρβλ. Ἕ­ξοδ. λβ’ 20. Δευ­τερ. δ’ 12. Ματθ. ι­α’ 27. Λουκ ι’ 22. Ἰ­ω. α’ 18. Α’ Τιμ. α’ 17, στ’ 16. Α’ Ἰ­ω. δ’ 12).
Αὐ­τό πού ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νά γνω­ρί­σει δέν εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά ἡ συγ­κα­τά­βα­σή Του στά δι­κά μας μέ­τρα, στίς δι­κές μας δυ­να­τό­τη­τες ἀν­τί­λη­ψης. Ἔ­τσι στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη ὁ Θε­ός ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται μέ τίς ἄ­κτι­στες θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ές Του καί ἰ­δι­αί­τε­ρα «διά στό­μα­τος τῶν προ­φη­τῶν» (Πράξ. γ’ 21. Β’ Τιμ. γ’ 16. Α’ Πέ­τρ. α’ 9-12. Β’ Πέ­τρ. α’ 21). Ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἀ­κό­μη μέ εἰ­κο­νι­κή μορ­φή, ὥ­στε νά λέ­γει ὁ προ­φή­της: «εἶ­δον τόν Κύ­ριον κα­θή­με­νον ἐ­πί θρό­νου ὑ­ψη­λοῦ καί ἐ­πηρ­μέ­νου καί πλή­ρης ὁ οἶ­κος τῆς δό­ξης αὐ­τοῦ» (Ἡσ. στ’ 1).
Ὅ­μως στήν Και­νή Δι­α­θή­κη ὁ Υἱ­ός καί Λό­γος τοῦ Θε­οῦ ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος, σαρ­κώ­θη­κε «καί ἔ­μει­νε με­τα­ξύ μας καί εἴ­δο­μεν τήν δό­ξαν του» (Ἰ­ω. α‘ 14). Στό πρό­σω­πο τοῦ Υἱ­οῦ ἐ­φα­νε­ρώ­θη σέ μᾶς ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός Πα­τέ­ρας (Ἰ­ω. ιδ‘ 9) καί ἦλ­θε σέ προ­σω­πι­κή σχέ­ση μα­ζί μας. Ἔ­τσι μπο­ροῦ­με νά ἐ­ξει­κο­νί­σου­με τόν Θε­ό. Ὅ­μως καί πά­λι δέν εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ, δη­λα­δή αὐ­τό πού στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι ὁ Θε­ός, ἀλ­λά ἡ συγ­κα­τά­βα­σή Του!
Με­τά ἀ­πό τή σάρ­κω­ση τοῦ Λό­γου τοῦ Θε­οῦ μπο­ροῦ­με νά ἐ­ξει­κο­νί­σου­με, ὄ­χι τή Θε­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λά τήν ὑ­πό­στα­σή Του, τό γε­γο­νός τοῦ προ­σώ­που τοῦ Χρι­στοῦ, πού εἶ­ναι «εἰ­κών τοῦ Θε­οῦ τοῦ ἀ­ο­ρά­του» (Κολ. α’ 15. Β’ Κορ. δ’ 4. Σοφ. Σολ. ζ’ 26).
Ἡ εἰ­κό­να ἀ­πο­τε­λεῖ ὁ­ρα­τό ση­μεῖ­ο τῆς ἀ­ό­ρα­της πα­ρου­σί­ας τοῦ Θε­οῦ καί βε­βαι­ώ­νει τήν πα­ρου­σί­α αὐ­τή με­τα­ξύ τῶν ἀν­θρώ­πων (πρβλ. Ἰ­ω. ι­δ’ 9). Ἡ ὕ­παρ­ξη καί ἡ τι­μή τῶν εἰ­κό­νων στη­ρί­ζε­ται στό πλέ­ον βα­σι­κό καί σω­τή­ριο δόγ­μα τῆς πί­στης μας· στήν ἐ­ναν­θρώ­πι­ση τοῦ Χρι­στοῦ καί στήν ἀ­λη­θι­νή πα­ρου­σί­α Του ἀ­νά­με­σά μας. Πι­στεύ­ου­με στήν ἀ­λη­θι­νή καί ὄ­χι σέ φαι­νο­με­νι­κή ἐν­σάρ­κω­σή Του καί δι­α­κη­ρύτ­του­με τήν πί­στη μας αὐ­τή καί μέ τήν κα­τα­σκευ­ή καί τήν τι­μή τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων. Γι’ αὐ­τό τό δόγ­μα τῆς πί­στης μας ἀ­να­φέ­ρει ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Δα­μα­σκη­νός:
 «Εἰς τήν Πα­λαι­άν Δι­α­θή­κην ὁ Θε­ός δέν ἠμ­πο­ροῦ­σε κα­θό­λου νά εἰ­κο­νι­σθῇ, δι­ό­τι δέν εἶ­χε λά­βει οὔ­τε σῶ­μα οὔ­τε μορ­φήν. Τώ­ρα, ὅ­μως, ὅ­τε ὁ Θε­ός ἐ­φα­νε­ρώ­θη μέ σάρ­κα καί συ­να­νε­στρά­φη μέ τούς ἀν­θρώ­πους, εἰ­κο­νί­ζω ἀ­πό τόν Θε­όν αὐ­τό τό ὁ­ποῖ­ον ἠμ­πο­ρῶ νά ἴ­δω. Αὐ­τόν ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε ὕ­λη δι’ ἐ­μέ καί κα­τε­δέ­χθη νά κα­τοι­κή­σῃ εἰς τήν ὕ­λην. Καί δέν θά παύ­σω νά σέ­βω­μαι τήν ὕ­λην, μέ τήν ὁ­ποί­αν συ­νε­τε­λέ­σθη ἡ σω­τη­ρί­α μου».
Ἡ εἰ­κό­να ἀ­πο­τε­λεῖ ὁ­μο­λο­γί­α πί­στης στήν θε­αν­θρω­πό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ καί μᾶς ὁ­δη­γεῖ στό «πρω­τό­τυ­πο», δη­λα­δή στόν ἴ­διο τόν Χρι­στό. Ταυ­τό­χρο­να ἡ εἰ­κό­να ἐκ­φρά­ζει καί τόν βα­θύ­τε­ρο ἐ­σω­τε­ρι­κό πό­θο τοῦ ἀν­θρώ­που νά φθά­σει στό ὕ­ψος τοῦ θε­αν­θρώ­που Χρι­στοῦ. Ἀ­πο­τε­λεῖ λοι­πόν ἄ­ρι­στο κί­νη­τρο γιά τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή στρο­φή τοῦ ἀν­θρώ­που πρός τόν Θε­άν­θρω­πο Ἰ­η­σοῦ.
Ὅ­ταν κα­νείς ἀρ­νη­θεῖ τίς ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες, κιν­δυ­νεύ­ει νά ἀρ­νη­θεῖ τή σάρ­κω­ση τοῦ Χρι­στοῦ καί ὁ­λό­κλη­ρο τό γε­γο­νός τῆς θεί­ας οἰ­κο­νο­μί­ας. Ἄν ἀρ­νη­θοῦ­με τή δυ­να­τό­τη­τα νά ἐ­ξει­κο­νί­σου­με τόν Χρι­στό, βρι­σκό­μα­στε ἀν­τι­μέ­τω­ποι μέ τό λό­γο τῆς ἁ­γί­ας Γρα­φῆς, πού λέ­γει πώς «ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡ­μῖν καί εἴ­δο­μεν τήν δό­ξαν αὐ­τοῦ» (Ἰ­ω. α’ 14). Σ’ αὐ­τή τήν πε­ρί­πτω­ση ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, τό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, παύ­ει νά ἔ­χει θε­αν­θρώ­πι­νο χα­ρα­κτῆ­ρα καί ἀ­δυ­να­τεῖ νά προ­σφέ­ρει τή σω­τη­ρί­α στόν ἄν­θρω­πο.
Οἱ ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες ἔ­χουν λοι­πόν χρι­στο­λο­γι­κή βά­ση. Ἀ­πο­τε­λοῦν ὁ­ρα­τή καί χει­ρο­πια­στή μαρ­τυ­ρί­α τῆς σάρ­κω­σης τοῦ Χρι­στοῦ καί τοῦ γε­γο­νό­τος τῆς σω­τη­ρί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που μέ­σα στό θε­αν­θρώ­πι­νο Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ταυ­τί­ζει τήν ὀρ­θό­δο­ξο πί­στη μέ τήν τι­μή τῶν εἰ­κό­νων καί ὀ­νο­μά­ζει Κυ­ρια­κή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας τήν πρώ­τη Κυ­ρια­κή τῶν νη­στει­ῶν. Αὐ­τή τήν Κυ­ρια­κή ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἑ­ορ­τά­ζει τήν ἀ­να­στή­λω­ση τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων πού τήν χα­ρα­κτη­ρί­ζει «θρί­αμ­βο τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας». Δέν μπο­ρεῖ κα­νείς νά ὀ­νο­μά­ζε­ται καί νά εἶ­ναι ὀρ­θό­δο­ξος χρι­στια­νός ἄν δέν τι­μᾶ τίς ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες.


στ) Οἱ εἰκόνες τῶν ἁγίων
Στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α δέν τι­μοῦ­με μό­νο τίς εἰ­κό­νες τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λά καί τίς εἰ­κό­νες τῶν ἁ­γί­ων.
Ὁ Υἱ­ός καί Λό­γος τοῦ Θε­οῦ προ­σέ­λα­βε τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση καί μ’ αὐ­τόν τόν τρό­πο ἐ­φα­νέ­ρω­σε τήν ἀ­λη­θι­νή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀ­παλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α. Ἑ­πο­μέ­νως στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πό­κτη­σε καί πά­λι ὅ­λη τήν κα­θα­ρό­τη­τά του. Ἐ­γεν­νή­θη «ἐκ Πνεύ­μα­τος Ἁ­γί­ου καί Μα­ρί­ας τῆς παρ­θέ­νου»· δέν ἐ­κλη­ρο­νό­μη­σε τήν ἄρ­ρω­στη φύ­ση τοῦ Ἀ­δάμ ἤ κά­θε τι πού ἦ­ταν ἔ­ξω ἀ­πό τήν ἀ­λη­θι­νή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ὅ­πως εἶ­ναι ἡ ἁ­μαρ­τί­α. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση τοῦ Χρι­στοῦ, τό «κα­τ’ εἰ­κό­να Θε­οῦ» δέν βρι­σκό­ταν σέ κα­τά­στα­ση ἀ­χρει­ω­μέ­νη καί ἀλ­λαγ­μέ­νη.
Αὐ­τή τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μᾶς ἐ­φα­νέ­ρω­σε ὁ Χρι­στός. Μό­νο μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο μπο­ρέ­σα­με νά γνω­ρί­σου­με τόν πραγ­μα­τι­κό ἄν­θρω­πο, τήν κα­θα­ρή εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ. Ἡ σάρ­κω­ση τοῦ Λό­γου, ἡ «κέ­νω­σή» Του ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­να­καί­νι­ση τῆς εἰ­κό­νας τοῦ Θε­οῦ στόν ἄν­θρω­πο. Μέ τό νά λά­βει ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ «μορ­φήν δού­λου» καί νά γί­νει ὅ­μοι­ος μέ τούς ἀν­θρώ­πους (Φιλ. β’ 7), «πρω­τό­το­κος ἀ­δελ­φός» (Ρωμ. η’ 29. Κολ. α’ 18. Ψαλμ. πη’ 28), μᾶς κα­τέ­στη­σε «συμ­μόρ­φους τῆς εἰ­κό­νος» Αὐ­τοῦ (Ρωμ. η’ 29, πρβλ. Φιλ. γ’ 21).
Οἱ ἅ­γιοι, μέ τήν ἀν­τα­πό­κρι­σή τους στήν κλή­ση τοῦ Θε­οῦ, ἐ­δέ­χθη­σαν τή θεί­α Του χά­ρη καί ἔ­γι­ναν «σύμ­μορ­φοι τῆς εἰ­κό­νος τοῦ Υἱ­οῦ»· ἐ­φό­ρε­σαν «τήν εἰ­κό­να τοῦ ἐ­που­ρα­νί­ου» (Α’ Κορ. ι­ε’ 29).
Οἱ εἰ­κό­νες τῶν ἁ­γί­ων δέν ἀ­να­φέ­ρον­ται στήν «πε­πτω­κυῖ­α» φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά στόν «και­νόν ἄν­θρω­πον» (πρβλ. Ἡσ. ξε’ 14-17, ξστ’ 22. Β’ Πέ­τρ. γ’ 13. Ἀ­ποκ. κα’ 5). Ἐ­ξει­κο­νί­ζουν τόν κό­σμο τῆς νέ­ας δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ Θε­οῦ (Β’ Κορ. ε’ 17. Γαλ. στ’ 15). Εἶ­ναι ὁ κό­σμος στήν κα­τά­στα­ση τῆς με­τα­μόρ­φω­σης, τόν ὁ­ποῖ­ο κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά ἀν­τι­λη­φθεῖ μέ τίς σω­μα­τι­κές αἰ­σθή­σεις. Εἶ­ναι ὁ ἁ­γι­α­σμέ­νος «διά τῆς χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ» κό­σμος (ἅ­γιος Ἰ­γνά­τιος), εἶ­ναι ἡ μαρ­τυ­ρί­α καί ἡ ἀ­λη­θι­νή πα­ρου­σί­α τοῦ με­τα­μορ­φω­μέ­νου κό­σμου- ἡ ἐγ­γύ­η­ση τῆς ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κῆς ἀλ­λα­γής του, κα­τά τήν ὑ­πό­σχε­ση τοῦ Κυ­ρί­ου (Β’ Πέ­τρ. γ’ 13. Ἀ­ποκ. κα’ 5).
Ὁ χρι­στο­ποι­η­μέ­νος ἄν­θρω­πος ἀν­τα­να­κλᾶ «τήν δό­ξαν τοῦ Κυ­ρί­ου» καί με­τα­μορ­φώ­νε­ται «εἰς τήν ἰ­δί­αν εἰ­κό­να μέ αὐ­τόν ἀ­πό δό­ξης εἰς δό­ξαν», πρᾶγ­μα πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τήν ἁ­γι­α­στι­κή δύ­να­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος (Β’ Κορ. γ’ 18). Οἱ ἅ­γιοι ἀ­κτι­νο­βο­λοῦ­σαν καί σ’ αὐ­τή τή ζω­ή- μό­νο πού δέν μπο­ροῦ­σαν νά ἀν­τι­λη­φθοῦν αὐ­τή τή δό­ξα ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι. Γι’ αὐ­τόν τό με­τα­μορ­φω­μέ­νο κό­σμο μαρ­τυ­ροῦν οἱ εἰ­κό­νες στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α.
Ὅ­ποι­ος δέν ζεῖ τή ζω­ή τοῦ Πνεύ­μα­τος, σέ μιά δια­ρκή πεν­τη­κο­στή, δέν μπο­ρεῖ ν’ ἀν­τι­λη­φθεῖ τό νό­η­μα τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων καί νά δι­α­κρί­νει σ’ αὐ­τές τήν ἐλ­πί­δα τοῦ ἀν­θρώ­που καί ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κό­σμου, πού εἶ­ναι ἡ με­τα­μόρ­φω­ση. Ὅ­μως τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αὐ­τή τή ζοῦν οἱ πι­στοί στήν Ἐκ­κλη­σί­α μας. Κα­νέ­νας δέν ἔ­χει τό δι­καί­ω­μα νά στε­ρή­σει τίς αἰ­σθή­σεις μας ἀ­πό τή συμ­με­το­χή στήν πνευ­μα­τι­κή αὐ­τή χα­ρά.
«Οἱ ἀ­πό­στο­λοι εἶ­δον τόν Κύ­ριον μέ τά σω­μα­τι­κά των μά­τια καί τούς ἀ­πο­στό­λους τούς εἶ­δον ἄλ­λοι καί ἄλ­λοι εἶ­δον τούς μάρ­τυ­ρας. Καί ἐ­γώ ἐ­πι­θυ­μῶ νά τούς ἴ­δω μέ τά μά­τια τῆς ψυ­χῆς καί τοῦ σώ­μα­τος... ἐ­πει­δή εἶ­μαι ἄν­θρω­πος καί πε­ρι­βάλ­λο­μαι μέ σῶ­μα, ἐ­πι­θυ­μῶ νά ἐ­πι­κοι­νω­νήσω μέ τά ἅ­για καί νά τά ἴ­δω» (Ἰ­ω. Δα­μα­σκη­νός).
Ἡ συ­νε­χής πα­ρου­σί­α τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων ἀ­πο­τε­λεῖ ἄ­ρι­στο τρό­πο ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας μέ τούς ἁ­γί­ους, οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν θε­ω­ροῦν­ται πλέ­ον σάν ἄν­θρω­ποι τοῦ μα­κρι­νοῦ πα­ρελ­θόν­τος, ἀλ­λά σάν σύγ­χρο­νοί μας καί προ­σω­πι­κοί φί­λοι τῶν πι­στῶν.

ζ) Τό δόγμα τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου
Μέ τό ζή­τη­μα τῶν εἰ­κό­νων ἀ­σχο­λή­θη­κε ἡ Ζ’ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, ἡ ὁ­ποί­α στόν «Ὅ­ρο Πί­στε­ως» ὑ­πο­γράμ­μι­σε με­τα­ξύ ἄλ­λων:
«Καί συ­νε­λόν­τες φα­μέν· ἁ­πά­σας τάς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κάς ἐγ­γρά­φως ἤ ἀ­γρά­φως τε­θε­σπι­σμέ­νας ἡ­μῖν πα­ρα­δό­σεις ἀ­και­νο­το­μή­τως φυ­λάτ­το­μεν. Ὧν μί­α ἐ­στί καί ἡ τῆς εἰ­κο­νι­κῆς ἀ­να­ζω­γρα­φή­σε­ως ἐ­κτύ­πω­σις, ὡς τῇ ἱ­στο­ρί­ᾳ τοῦ εὐ­αγ­γε­λι­κοῦ κη­ρύγ­μα­τος συ­νά­δου­σα, πρός πί­στω­σιν τῆς ἀ­λη­θι­νῆς καί οὐ κα­τά φαν­τα­σί­αν τοῦ Θε­οῦ Λό­γου ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως καί εἰς ὁ­μοί­αν λυ­σι­τέ­λειαν ἡ­μῖν χρη­σι­μεύ­ου­σα· τά γάρ ἀλ­λή­λων δη­λω­τι­κά ἀ­ναμ­φι­βό­λως καί τάς ἀλ­λή­λων ἔ­χου­σιν ἐμ­φά­σεις...
Τού­των οὕ­τως ἐ­χόν­των, τήν βα­σι­λι­κήν ὥ­σπερ ἐρ­χό­με­νοι τρί­βον, ἐ­πα­κο­λου­θοῦν­τες τῇ θε­η­γό­ρῳ δι­δα­σκα­λί­ᾳ τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν καί τῇ πα­ρα­δό­σει τῆς Κα­θο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας (τοῦ γάρ ἐν αὐ­τῇ οἰ­κή­σαν­τος Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος εἶ­ναι ταύ­την γι­νώ­σκο­μεν), ὁ­ρί­ζο­μεν σύν ἀ­κρι­βεί­ᾳ πά­σῃ καί ἐμ­με­λεί­ᾳ, πα­ρα­πλη­σί­ως τῷ τύ­πῳ τοῦ τι­μί­ου καί ζω­ο­ποι­οῦ σταυ­ροῦ ἀ­να­τί­θε­σθαι τάς σε­πτάς καί ἁ­γί­ας εἰ­κό­νας, τάς ἐκ χρω­μά­των ψη­φί­δος καί ἑ­τέ­ρας ὕ­λης ἐ­πι­τή­δει­ως ἐ­χού­σης, ἐν ταῖς ἁ­γί­αις τοῦ Θε­οῦ ἐκ­κλη­σί­αις, ἐν ἱ­ε­ροῖς σκεύ­ε­σι καί ἐ­σθῆ­σι, τοί­χοις τε καί σα­νί­σιν, οἴ­κοις τε καί ὁ­δοῖς· τοῖς τε τοῦ Κυ­ρί­ου καί Θε­οῦ καί Σω­τή­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ εἰ­κό­νος, καί τῆς ἀ­χράν­του δε­σποί­νης ἡ­μῶν τῆς ἁ­γί­ας Θε­ο­τό­κου, τι­μί­ων τε ἀγ­γέ­λων καί πάν­των ἁ­γί­ων καί ὁ­σί­ων ἀν­δρῶν.
Ὅ­σον γάρ συ­νε­χῶς δι’ εἰ­κο­νι­κῆς ἀ­να­τυ­πώ­σε­ως ὁ­ρῶν­ται, το­σοῦ­τον καί οἱ ταύ­τας θε­ώ­με­νοι δι­α­νί­σταν­ται πρός τήν τῶν πρω­το­τύ­πων μνή­μην τε καί ἐ­πι­πό­θη­σιν, καί ταύ­ταις ἀ­σπα­σμόν καί τι­μη­τι­κήν προ­σκύ­νη­σιν ἀ­πο­νέ­μειν, οὐ μήν τήν κα­τά πί­στιν ἡ­μῶν ἀ­λη­θι­νήν λα­τρεί­αν, ἥ πρέ­πει μό­νῃ τῇ θεί­α φύ­σει- ἀλ­λ’ ὅν τρό­πον τῷ τύ­πῳ τοῦ τι­μί­ου καί ζω­ο­ποι­οῦ σταυ­ροῦ καί τοῖς ἁ­γί­οις εὐ­αγ­γε­λί­οις καί τοῖς λοι­ποῖς ἱ­ε­ροῖς ἀ­να­θή­μα­σι, καί θυ­μι­α­μά­των καί φώ­των προ­σα­γω­γήν πρός τήν τού­των τι­μήν ποι­εῖ­σθαι, κα­θώς καί τοῖς ἀρ­χαί­οις εὐ­σε­βῶς εἴ­θι­σται. “Ἡ γάρ τῆς εἰ­κό­νος τι­μή ἐ­πί τό πρω­τό­τυ­πον δι­α­βαί­νει”» (Μ. Βα­σί­λει­ος) καί ὁ προ­σκυ­νῶν τήν εἰ­κό­να, προ­σκυ­νεῖ ἐν αὐ­τῇ τοῦ ἐγ­γρα­φο­μέ­νου τήν ὑ­πό­στα­σιν».
Στό «Συ­νο­δι­κόν τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας» ἀ­να­φέ­ρε­ται με­τα­ξύ ἄλ­λων:
«Τῶν εἰ­δό­των τῆς τοῦ Χρι­στοῦ μιᾶς καί τῆς αὐ­τῆς ὑ­πο­στά­σε­ως τό ἐν οὐ­σί­αις δι­ά­φο­ρον, καί ταύ­της τό κτι­στόν τε καί ἄ­κτι­στον, τό ὁ­ρα­τόν καί ἀ­ό­ρα­τον, τό πα­θη­τόν καί ἀ­πα­θές, τό πε­ρι­γρα­πτόν καί ἀ­πε­ρίγρα­πτον, καί τῇ μέν θε­ϊ­κῇ οὐ­σί­α τό ἄ­κτι­στον καί τά ὅ­μοι­α προ­σαρ­μο­ζόν­των, τῇ δέ ἀν­θρώ­πι­νῃ φύ­σει τά τε ἄλ­λα καί τό πε­ρι­γρα­πτόν, καί λό­γῳ καί εἰ­κο­νί­σμα­σιν, αἰ­ώ­νια ἡ μνή­μη.
Τῶν πι­στευ­όν­των καί δι­α­κη­ρυ­κευ­ο­μέ­νων, ἤ­τοι εὐ­αγ­γε­λι­ζο­μέ­νων, τούς λό­γους ἐ­πί γραμ­μά­των, τά πράγ­μα­τα ἐ­πί σχη­μά­των, καί εἰς μί­αν ἑ­κά­τε­ρον συν­τε­λεῖν ὠ­φέ­λειαν, τήν τε διά λό­γων ἀ­να­κή­ρυ­ξιν, καί τήν δι’ εἰ­κό­νων τῆς ἀ­λη­θεί­ας βε­βαί­ω­σιν, αἰ­ώ­νια ἡ μνή­μη.
Τῶν τῷ λό­γῳ ἁ­γι­α­ζόν­των τά χεί­λη, εἶ­τα τούς ἀ­κρο­α­τάς διά τοῦ λό­γου εἰ­δό­των τε καί κη­ρυσ­σόν­των, ὡς ἁ­γι­ά­ζε­ται μέν ὁ­μοί­ως διά τῶν σε­πτῶν εἰ­κό­νων τά ὄμ­μα­τα τῶν ὁ­ρών­των, ἀ­νά­γε­ται δέ δι’ αὐ­τῶν ὁ νοῦς πρός θε­ο­γνω­σί­αν, ὥ­σπερ καί διά τῶν θεί­ων να­ῶν καί τῶν ἱ­ε­ρῶν σκευ­ῶν καί ἄλ­λων κει­μη­λί­ων, αἰ­ω­νί­α ἡ μνή­μη».
Συ­νο­ψί­ζον­τες τό νό­η­μα τῶν κει­μέ­νων αὐ­τῶν πα­ρα­τη­ροῦ­με πώς ἡ τι­μή τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­να­πό­σπα­στο μέ­ρος τῆς πί­στης τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας διά μέ­σου τῶν αἰ­ώ­νων, ἡ ὁ­ποί­α πρέ­πει νά δι­α­φυ­λα­χθεῖ «ἀ­και­νο­τό­μη­τος». Ἡ ἐ­κτύ­πω­ση τῶν εἰ­κό­νων σέ ἁρ­μο­νί­α μέ τό εὐα­γγε- λι­κό κή­ρυγ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ βε­βαί­ω­ση καί «πί­στω­σιν» τῆς ἀ­λη­θι­νῆς ἐ­ναν­θρω­πί­σε­ως τοῦ Υἱ­οῦ καί Λό­γου τοῦ Θε­οῦ καί οἱ χρι­στια­νοί πού βλέ­πουν τίς ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες φέ­ρουν στήν μνή­μη τους καί ἐ­πι­πο­θοῦν τό «πρω­τό­τυ­πον», δέν μέ­νουν στήν θέ­α τῆς εἰ­κό­νος δέν ταυ­τί­ζουν τήν εἰ­κό­να μέ τό πρω­τό­τυ­πο. Ἔ­τσι ὁ ἀ­σπα­σμός, ἡ προ­σκύ­νη­ση τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων ἀ­πο­τε­λεῖ πρά­ξη τι­μῆς καί σε­βα­σμοῦ, ὄ­χι λα­τρεί­α- ἡ λα­τρεί­α ἁρ­μό­ζει μό­νο στή Θεί­α φύ­ση. Ἡ τι­μή τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων με­τα­βαί­νει στό πρω­τό­τυ­πο· αὐ­τός πού προ­σκυ­νεῖ τήν εἰ­κό­να, προ­σκυ­νεῖ τήν ὑ­πό­στα­ση τοῦ εἰ­κο­νι­ζο­μέ­νου.
Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α κη­ρύτ­τει ὅ­τι στό Χρι­στό ὑ­πάρ­χει μί­α ὑ­πό­στα­ση (πρό­σω­πο), ὅ­μως ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, πού εί­ναι κτι­στή, ὁ­ρα­τή, πα­θη­τή καί πε­ρι­γρα­πτή, καί στή Θεί­α, πού εἶ­ναι ἄ­κτι­στη, ἀ­ό­ρα­τη, ἀ­πα­θής καί ἀ­πε­ρί­γρα­πτη. Στήν ἄ­κτι­στη φύ­ση τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πο­δί­δου­με αὐ­τά πού ἁρ­μό­ζουν στόν Ἄ­κτι­στο Θε­ό, ἐ­νῶ στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση Του ἀ­πο­δί­δου­με ἐ­κεῖ­να πού ἁρ­μό­ζουν στόν κτι­στό ἄν­θρω­πο- σ’ αὐ­τά ἀ­νή­κει καί τό «πε­ρι­γρα­πτόν» ὄ­χι μό­νο μέ λό­γους, ἀλ­λά καί μέ εἰ­κο­νί­σμα­τα.
Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α κη­ρύτ­τει καί βε­βαι­ώ­νει τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὄ­χι μό­νο μέ λό­γους (κή­ρυγ­μα) ἀλ­λά καί μέ σχή­μα­τα, δη­λα­δή μέ εἰ­κό­νες. Ἄν τό κή­ρυγ­μα διά λό­γου ἁ­γιά­ζει τά χεί­λη τῶν πι­στῶν, τό­τε τό κή­ρυγ­μα διά σχη­μά­των καί διά ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων ἁ­γιά­ζει τά μά­τια των καί μέ­σω αὐ­τῶν ὁ νοῦς ἀ­νά­γε­ται σέ θε­ο­γνω­σί­α.

η) Οἱ εἰκονογράφοι τῆς Ἐκκλησίας μας
Σύμ­φω­να μέ τήν πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας οἱ εἰ­κο­νο­γρά­φοι, γιά νά ζω­γρα­φή­σουν μί­α εἰ­κό­να, ἔ­πρε­πε νά νη­στεύ­σουν προ­η­γου­μέ­νως καί νά ζή­σουν ζω­ή με­γά­λης ἄ­σκη­σης καί πλή­ρους ἀ­φο­σί­ω­σης καί προ­σευ­χῆς. Ἔ­τσι ἀ­πο­κτοῦ­σαν τίς ἀ­πα­ραί­τη­τες πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες, τίς ὁ­ποῖ­ες ἐ­ξέ­φρα­ζαν μέ χρώ­μα­τα. Συ­νέ­βαι­νε δη­λα­δή κά­τι ἀ­νά­λο­γο μέ τήν ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Μω­ϋ­σῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­ζη­σε ἐ­πά­νω στό ὄ­ρος σα­ράν­τα ἡ­με­ρό­νυ­χτα ἔν­το­νη ζω­ή ἄ­σκη­σης καί ἐγ­γύ­τη­τας μέ τόν Θε­ό (Ἔ­ξοδ. κδ’ 15-18). Ἀ­φοῦ φω­τί­σθη­κε μέ τό ἄ­κτι­στο φῶς τῆς Τρι­α­δι­κῆς Θε­ό­τη­τας, κα­τέ­βη­κε γιά νά ἐκ­πλη­ρώ­σει τίς ἐν­το­λές τοῦ Θε­οῦ (Ἔ­ξοδ. λδ’ 30).
Ὅ­σοι δέν ἔ­χουν ἐ­σω­τε­ρι­κά βι­ώ­μα­τα καί πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες, δέν μπο­ροῦν νά ὀ­νο­μα­σθοῦν εἰ­κο­νο­γρά­φοι. Οἱ πραγ­μα­τι­κοί εἰ­κο­νο­γρά­φοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας εἶ­χαν τήν συ­ναί­σθη­ση πώς δέν ἐ­πρό­κει­το γιά δι­κά τους ἔρ­γα, ἀλ­λά γιά ἔρ­γα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος· ἐ­κεῖ­νοι ἐ­δά­νει­ζαν μό­νο τό χέ­ρι τους καί γι’ αὐ­τό τό λό­γο ἐ­ση­μεί­ω­ναν: «Διά χει­ρός...». Πί­στευ­αν δη­λα­δή πώς ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, πού ἀ­πο­κα­θι­στᾶ στόν ἄν­θρω­πο τήν «φθα­ρεῖ­σαν εἰ­κό­να», ὁ­δη­γεῖ καί τό χέ­ρι των γιά νά ζω­γρα­φή­σει τήν ἀ­να­στη­λω­μέ­νη εἰ­κό­να τοῦ ζῶν­τος Θε­οῦ.
Οἱ εἰ­κό­νες αὐ­τές, πού ἦ­σαν ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἐ­σω­τε­ρι­κῶν βι­ω­μά­των, δέν ἐκ­φρά­ζουν κα­τα­στά­σεις τῆς ζω­ῆς αὐ­τῆς, ἀλ­λά κα­τα­στά­σεις τοῦ με­τα­μορ­φω­μέ­νου κό­σμου. Γι’ αὐ­τό τό λό­γο ὁ τρό­πος μέ τόν ὁ­ποῖ­ο πα­ρι­στά­νον­ται στίς εἰ­κό­νες οἱ ἅ­γιοι, τά ζῶ­α, τά φυ­τά καί ὁ­λό­κλη­ρη ἡ δη­μι­ουρ­γί­α, δέν εἶ­ναι «φυ­σι­κός». Οἱ ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες δέν ἐκ­φρά­ζουν «φυ­σι­κές» κα­τα­στά­σεις αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου. Φα­νε­ρώ­νουν πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας γιά ἕ­να με­τα­μορ­φω­μέ­νο κό­σμο, πού ἐ­πι­στρέ­φει στήν πρώ­τη του λαμ­πρό­τη­τα καί στό «σκο­πό» του, στήν «ἔν­δο­ξον ἐ­λευ­θε­ρί­αν τῶν τέ­κνων τοῦ Θε­οῦ» (Ρωμ. η’ 21).
Κλεί­νον­τες τό κε­φά­λαι­ο αὐ­τό πα­ρα­τη­ροῦ­με πώς ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή ἀ­πα­γο­ρεύ­ει τήν κα­τα­σκευ­ή καί τή λα­τρεί­α εἰ­κό­νων ψευ­δῶν θε­ῶν, ὄ­χι τήν κα­τα­σκευ­ή κά­θε εἰ­κό­νας. Δέν ἀν­τι­τί­θε­ται στήν ἀ­πό­δο­ση τι­μῆς σέ πρό­σω­πα ἤ πράγ­μα­τα μέ­σα στό λα­τρευ­τι­κό χῶ­ρο. Ὁ Θε­ός εἶ­ναι ὁ Ὤν, ἡ ἀ­πό­λυ­τη ὕ­παρ­ξη, δέν μπο­ρεῖ νά συγ­κρι­θεῖ τί­πο­τε μέ Αὐ­τόν, οὔ­τε ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά ἀ­πο­δώ­σει κα­νείς τήν τι­μή πού ἁρ­μό­ζει στόν Θε­ό, δη­λα­δή λα­τρεί­α σέ ἀ­νύ­παρ­κτους θε­ούς ἤ σέ εἰ­κό­νες τους (εἴ­δω­λα).
Ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ με­τα­δί­δε­ται μέ κά­θε τρό­πο πού ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός κρί­νει, ἀ­κό­μη καί μέ ὑ­λι­κά ἀν­τι­κεί­με­να καί μέ τή σκιά ἁ­γί­ων ἀν­θρώ­πων, ὅ­πως ἦ­ταν οἱ ἀ­πό­στο­λοι. Ἡ ὕ­λη ἁ­γι­ά­ζε­ται καί με­τα­δί­δει τήν ἁ­γι­α­στι­κή δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ.
Ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας γιά τίς εἰ­κό­νες ἔ­χει χρι­στο­λο­γι­κή βά­ση. Ὁ Θε­ός εἶ­ναι κα­τά τήν οὐ­σί­α ἀ­πρό­σι­τος καί γι’ αὐ­τό δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἐκ­φρα­σθεῖ ού­ὔ­τε μέ λό­γο, οὔ­τε καί ἐ­ξει­κό­νι­ση. Ὅ­μως ὁ Υἱ­ός καί Λό­γος, τοῦ Θε­οῦ σαρ­κώ­θη­κε καί μπο­ρέ­σα­με νά δοῦ­με τή δό­ξα Του. Τό γε­γο­νός τοῦ προ­σώ­που τοῦ Χρι­στοῦ, τό ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξει­κο­νί­ζου­με μέ τή χρή­ση χρω­μά­των, σέ χαρ­τί, σέ πα­νί, σέ σα­νί­δες, στούς τοί­χους κ.ο.κ. ἀ­πο­τε­λεῖ εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ τοῦ ἀ­ο­ρά­του καί ὁ­ρα­τό ση­μεῖ­ο τῆς ἀ­ό­ρα­της πα­ρου­σί­ας Του.
Στήν Ὀρ­θό­δο­ξο Ἐκ­κλη­σί­α εἰ­κο­νί­ζου­με αὐ­τό πού βλέ­που­με. Εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ὁ­μο­λο­γί­α τῆς πί­στης μας πού γί­νε­ται μέ τό γρα­πτό λό­γο ἤ μέ τήν εἰ­κό­να. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση τῆς ἀ­λη­θι­νῆς ἐ­ναν­θρώ­πι­σης τοῦ Λό­γου τοῦ Θε­οῦ, ὄ­χι μιᾶς φαν­τα­στι­κῆς σάρ­κω­σης.
Μέ τίς εἰ­κό­νες ἐκ­φρά­ζου­με τόν ἐ­σω­τε­ρι­κό μας πό­θο νά αὐ­ξη­θοῦ­με στήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ καί τῶν ἁ­γί­ων, νά φθά­σου­με στή νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς «ἐν Χρι­στῷ και­νῆς κτί­σε­ως», νά γί­νου­με «σύμ­μορ­φοι τῆς εἰ­κό­νος Αὐ­τοῦ». Ὅ­πως ὁ λό­γος ἁ­γιά­ζει τά χεί­λη μας, κα­τά πα­ρό­μοι­ο τρό­πο καί ἡ εἰ­κό­να, πού με­τα­δί­δει τό ἴ­διο μή­νυ­μα μέ τό λό­γο, ἁ­γιά­ζει τά μά­τια μας καί τό νοῦ μας.
Οἱ εἰ­κό­νες τῶν ἁ­γί­ων ἀ­να­φέ­ρον­ται στόν «και­νό ἄν­θρω­πο» καί ἀ­πο­τε­λοῦν δι­α­κή­ρυ­ξη τῆς πί­στης μας στή με­τα­μόρ­φω­ση καί στήν ἀ­φθαρ­σί­α τοῦ ἀν­θρώ­που καί ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κό­σμου. Μᾶς δί­νουν τήν αἴ­σθη­ση τῆς ὕ­παρ­ξης αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου καί ἐ­νι­σχύ­ουν μέ­σα μας τήν ἐλ­πί­δα.



Share:

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Η φωτογραφία μου
Για την προστασία του ελληνορθόδοξου πολιτισμού της οικογενείας της νεολαίας και του πολίτη.

Translate

Από το Blogger.

Follow by Email

Ετικέτες

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΑΙΔ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΏΤΟΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΟΜΙΛΙΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΣΟΦΙΑ ΑΠOKPYΦIΣMOΣ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΑ ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ ΑΡΧΙΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΜΥΡΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΑΪΔΩΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΑNTIAIPETIKO ΣEMINAPIO ΒΙΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΓΙΟΓΚΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ ΕΤΕΡΟΘΡΗΣΚΟΙ ΘΕΟΣΟΦΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΡΙΔΟΛΟΓΙΑ ΙΣΛΑΜ ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΙΩΝΗ Κ. ΒΑΪΟΣ ΠΡΑΝΤΖΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗ ΚΩΝΣΤ. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΟΓΟΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΣΜΟΣ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΝΕΟΓNΩΣTIKIΣMOΣ ΝΕΟEIΔΩΛOΛATPEIA ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ Π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΙΔΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΠΑΤΕΡ ΙΩΣΗΦ ΒΙΓΛΙΩΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΚΟΠΙΑ ΠΙΣΤΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΟΜΙΛΙΩΝ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣΥΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΡΩΤ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ ΡΕΦΛΕΞΟΛΟΓΙΑ ΣΑΤΑΝΙΣΜΟΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΣΚΟΠΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΧΙΣΜΑ ΤΡΙΤΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΦΥΛΟ ΧΙΛΙΑΣΤΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΨΕΥΔΟ-ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ ΨΗΦΙΣΜΑ ΨEYΔOΠPOΦHTEΣ ΨEYTOMEΣΣIEΣ

Ετικέτες

Προτεινόμενη ανάρτηση

ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ, ΑΡΝΗΤΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ

Οι απαντήσεις της Αγίας Γραφής στη διδασκαλία των Μαρτύρων του Ιεχωβά για την Αγία Τριάδα Μάρτυρες του Ιεχωβά: Η Αγία Τριάδα είναι δοξασία...

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *