Όριο Πίστεως


ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2019

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

Ἡ λέ­ξη ἅ­γιος χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στήν ἁ­γί­α Γρα­φή κυ­ρί­ως γιά τόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ τρι­σά­γιος ( Ἡσ. στ’ 3. Ἀ­ποκ. δ’ 8), «ὁ ἅ­γιος καί ἀ­λη­θι­νός» (Ἀ­ποκ. στ’ 10). Γι’ αὐ­τό καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ψάλ­λει: «Εἶς ἅ­γιος, εἶς Κύ­ριος, Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός...».
Μέ αὐ­τή τή βά­ση, ποί­α εἶ­ναι ἡ θέ­ση τῶν ἁ­γί­ων στήν Ἐκ­κλη­σί­α μας; Ἔ­χουν δι­κή τους ἁ­γι­ό­τη­τα; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ σχέ­ση τους μέ τόν μό­νον Ἅ­γιον, μέ μᾶς τούς ἀ­δελ­φούς τους, μέ τή λοι­πή δη­μι­ουρ­γί­α; Αὐ­τά εἶ­ναι με­ρι­κά ἐ­ρω­τή­μα­τα, στά ὁ­ποῖ­α θά προ­σπα­θή­σου­με νά δώ­σου­με ἀ­πάν­τη­ση σ’ αὐ­τό τό κε­φά­λαι­ο.

α) Με­το­χή στήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ
Ἡ ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που θε­με­λι­ώ­νε­ται στήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ Θε­οῦ, για­τί ὁ ἄν­θρω­πος δη­μι­ουρ­γή­θη­κε «κα­τ’ εἰ­κό­να» τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ. Γι’ αὐ­τό καί ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός ὑ­πο­γραμ­μί­ζει στό λα­ό Του: «Ὅ­τι ἐ­γώ εἰ­μι Κύ­ριος ὁ Θε­ός ὑ­μῶν καί ἁ­γι­α­σθή­σε­σθε καί ἅ­γιοι ἔ­σε­σθε, ὅ­τι ἅ­γιός εἰ­μι ἐ­γώ Κύ­ριος ὁ Θε­ός ὑ­μῶν...» (Λευ­ιτ. ι­α’ 44).
Ἡ κλή­ση τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι ὁ ἁ­για­σμός, πού πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται «κα­τά με­το­χήν» στή ζω­ή τοῦ Θε­οῦ «ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ», μέ τήν ἔν­τα­ξη τοῦ ἀν­θρώ­που στό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τό γί­νε­ται σα­φές σέ πολ­λά ση­μεῖ­α τῆς ἁ­γί­ας Γρα­φῆς.
Ὁ Χρι­στός δι­α­βε­βαί­ω­σε ἐ­μᾶς τούς πι­στούς πώς ὁ ἴ­διος εἶ­ναι «τό φῶς τοῦ κό­σμου» καί ὅ­ποι­ος τόν ἀ­κο­λου­θεῖ δέν θά πε­ρι­πα­τή­σει στό σκο­τά­δι, ἀλ­λά θά ἔ­χει «τό φῶς τῆς ζω­ῆς» (Ἰ­ω. η’ 12, πρβλ. ι­θ’ 46). Ὁ Χρι­στός εἶ­ναι τό «ἀ­παύ­γα­σμα τῆς δό­ξης», δη­λα­δή ἡ ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τῆς δό­ξας τοῦ Πα­τρός (Ἑ­βρ. α’ 3).
Ἀλ­λά καί ὁ άν­θρω­πος, «ἐν τῷ προ­σώ­πῳ τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ», φω­τι­ζό­με­νος ἀ­πό τίς ἄ­κτι­στες θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες, ἔρ­χε­ται σέ «γνώ­σιν τῆς δό­ξης τοῦ Θε­οῦ» (Β’ Κορ. δ’ 6). Γί­νε­ται δη­λα­δή κοι­νω­νός τῆς θεί­ας δό­ξας (Ἰ­ω. ι­ζ’ 22), μέ­το­χος «τῆς ἁ­γι­ό­τη­τος αὐ­τοῦ» (Ἑ­βρ. ι­θ’ 10), «φῶς τοῦ κό­σμου» (Ματθ. ε’ 14), «δό­ξα τοῦ Χρι­στοῦ» (Β’ Κορ. η’ 23). «Ὅ­λοι ἡ­μεῖς», ἀ­να­φέ­ρει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, «μέ ἀ­κά­λυ­πτον πρό­σω­πον ἀν­τα­να­κλῶν­τες τήν δό­ξαν τοῦ Κυ­ρί­ου με­τα­μορ­φω­νό­με­θα εἰς τήν ἰ­δί­αν εἰ­κό­να μέ αὐ­τόν ἀ­πό δό­ξης εἰς δό­ξαν» (Β’ Κορ. γ’ 18).
Ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος μᾶς βε­βαι­ώ­νει πώς ἐ­κεῖ­νος πού θά ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ στήν ἀ­γά­πη Του μέ τή δι­κή του ἀ­γά­πη, θά γί­νει «να­ός τοῦ Θε­οῦ», «να­ός τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος», «κα­τοι­κη­τή­ριον τοῦ Θε­οῦ διά τοῦ Πνεύ­μα­τος» (Α’ Κορ. γ’ 16, στ’ 19. Β’ Κορ. στ’ 16. Ἐ­φεσ. β’ 22. Ἰ­ω. ι­δ’ 23). Κά­θε χρι­στια­νός, πού ζεῖ μέ­σα στή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, γί­νε­ται «σύσ­σω­μος τοῦ Χρι­στοῦ» (Ἐ­φεσ. γ’ 6), μέ­λος δη­λα­δή τοῦ θε­αν­θρω­πί­νου Σώ­μα­τός Του, ζεῖ τήν ἴ­δια τή ζω­ή τοῦ Χρι­στού (Γαλ. θ’ 20) καί ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ τό θεῖ­ο φῶς (Β’ Κορ. δ’ 6). «Ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος πού ἐ­νερ­γεῖ μέ­σα σας». Γι’ αὐ­τό πρέ­πει «ὅ­λα νά τά κά­νε­τε χω­ρίς γογ­γυ­σμούς καί ἀμ­φι­σβη­τή­σεις, γιά νά γί­νε­τε ἄ­μεμ­πτοι καί ἀ­κέ­ραι­οι, παι­διά τοῦ Θε­οῦ ἀ­μώ­μη­τα μέ­σα σέ μί­α γε­νε­ά δι­ε­φθαρ­μέ­νη καί δι­ε­στραμ­μέ­νη, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων λάμ­πε­τε στόν κό­σμο σάν ἀ­στέ­ρια» (Φιλ. β’ 14-15, προ­βλ. Ἑ­βρ. ι­γ’ 21).
Οἱ ἅ­γιοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ἀν­τα­πο­κρί­θη­καν σ’ αὐ­τή τήν κλή­ση καί ἔ­ζη­σαν τή ζω­ή τοῦ Χρι­στοῦ (Γαλ. β‘ 20). Γι’ αὐ­τό καί ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος προ­τρέ­πει: «Μι­μη­ταί μου γί­νε­σθε, ὅ­πως εἶ­μαι καί ἐ­γώ τοῦ Χρι­στοῦ» (Α’ Κορ. ι­α’ 1). Οἱ ἅ­γιοι εἶ­ναι οἱ «μάρ­τυ­ρες τοῦ Χρι­στού οἱ πι­στοί» (Ἀ­ποκ. β’ 12) καί ἵ­σταν­ται «ἐμ­πρός εἰς τόν θρό­νον καί ἐμ­πρός εἰς τό Ἀρ­νί­ον» (Ἀ­ποκ. ζ’ 9). Ἡ ζω­ή τους εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ἡ ζω­ή τοῦ Χρι­στοῦ, πού ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται μέ δι­ά­φο­ρο τρό­πο στόν κα­θέ­να ἀ­πό αὐ­τούς. Εἶ­ναι οἱ ἄν­θρω­ποι πού ἔ­ζη­σαν «διά τοῦ Πνεύ­μα­τος» καί ἐ­βά­δι­σαν «κα­τά Πνεῦ­μα» (Γαλ. ε’ 25)· ἦ­σαν «ἡ ἐ­πι­στο­λή τοῦ Χρι­στοῦ... γραμ­μέ­νη ὄ­χι μέ με­λά­νι, ἀλ­λά μέ τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ τοῦ ζῶν­τος, ὄ­χι εἰς λι­θί­νας πλά­κας ἀλ­λά εἰς πλά­κας καρ­δι­ῶν σαρ­κί­νων» (Β’ Κορ. γ’ 3).
Οἱ ἅ­γιοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἑ­νω­μέ­νοι μέ τόν Χρι­στό καί λου­σμέ­νοι μέ τό φῶς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἔ­ζη­σαν σέ μι­κρο­γρα­φί­α τήν ἴ­δια τή ζω­ή τοῦ Χρι­στοῦ. Οἱ σκέ­ψεις τους, τά λό­για τους, οἱ πρά­ξεις τους, ἦ­σαν σκέ­ψεις, λό­για καί πρά­ξεις τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ζω­ή τους ἀ­πο­τελοῦ­σε καρ­πο­φο­ρί­α τῶν ἐ­νερ­γει­ῶν τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος στήν ψυ­χή τους. Ἔ­τσι οἱ ἅ­γιοι εἶ­ναι ἡ «ἐν Χρι­στῷ και­νή κτί­σις» (Β’ Κορ. ε’ 7), ἡ και­νούρ­για δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­ναι τά ἔρ­γα τοῦ Θε­οῦ στή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που.
Ἡ ζω­ή τῶν ἁ­γί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας εἶ­ναι ἀν­τά­ξια στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, ὅ­πως τήν ἔ­πλα­σε ὁ Θε­ός. Ἔ­τσι οἱ ἅ­γιοι μᾶς δεί­χνουν ποι­ός εἶ­ναι στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὁ ἄν­θρω­πος καί πῶς πρέ­πει νά ζεῖ. Ἡ ζω­ή λοι­πόν τῶν ἁ­γί­ων εἶ­ναι με­το­χή στή ζω­ή τοῦ Χρι­στοῦ (Γαλ. β’ 20)· ἡ δι­κή τους ἁ­γι­ό­τη­τα ἀ­πο­τε­λεῖ με­το­χή στήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ.

β) Τό ἄ­κτι­στο φῶς στή ζω­ή τῶν ἁ­γί­ων
Ἡ θεί­α δό­ξα, μέ τήν ὁ­ποί­α πε­ρι­βάλ­λον­ται οἱ ἅ­γιοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας εἶ­ναι δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ, ἄ­κτι­στη χά­ρη, πού στήν ἁ­γί­α Γρα­φή ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τό ἄ­κτι­στο θεῖ­ο φῶς. Αὐ­τό τό φῶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει τήν πα­ρου­σί­α καί τή δρά­ση τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ μέ­σα στόν κό­σμο.
Στόν προ­φή­τη Δα­νι­ήλ βλέ­που­με τή δό­ξα τοῦ Θε­οῦ νά ἐκ­πέμ­πε­ται ἀ­πό τόν θρό­νο τοῦ Θε­οῦ σάν «φλό­γα πυ­ρός» (Δαν. ζ’ 9). Τό ἴ­διο βλέ­που­με καί στήν και­ό­με­νη βά­το (Ἔ­ξοδ. γ’ 2 ἑξ. Πράξ. ζ’ 30-33). Εἶ­ναι ἡ δό­ξα τοῦ Θε­οῦ πού ἐκ­πέμ­πει φλό­γες πά­νω στήν κο­ρυ­φή τοῦ ὄ­ρους (Ἔ­ξοδ. κδ ‘17) καί με­τα­δί­δε­ται στό Μω­ϋ­σῆ, ὥ­στε κα­νέ­νας νά μή μπο­ρεῖ νά τόν κυτ­τά­ξει στό πρό­σω­πο (Ἔ­ξοδ. λδ’ 29-30. Β’ Κορ. γ’ 7).
Ἡ ἴ­δια δό­ξα πε­ρι­βάλ­λει τόν προ­φή­τη Ἠ­λί­α, πού ἀ­νε­βαί­νει στούς οὐ­ρα­νούς «ἐν λαί­λα­πι πυ­ρός καί ἐν ἄρ­μα­τι ἵπ­πων πύ­ρι­νων» (Σοφ. Σειρ. μη’ 49, 9. Δ’ Βα­σιλ. β’ 11). Πε­ρι­βάλ­λει καί ὁ­λό­κλη­ρο τό λα­ό τοῦ Θε­οῦ (Ἡσ. ξ’ 19- 20). Εἶ­ναι τό ἄ­κτι­στο φῶς, πού «πε­ρι­έ­λαμ­ψε» ἀρ­γό­τε­ρα τούς ποι­μέ­νες τῆς Βη­θλε­έμ (Λουκ. β’ 9), τούς μα­θη­τές τοῦ Χρι­στοῦ στό ὄ­ρος τῆς με­τα­μόρ­φω­σης καί με­τα­δό­θη­κε καί σ’ αὐ­τά ἀ­κό­μα τά ἐν­δύ­μα­τα τοῦ Χρι­στοῦ (Λουκ. θ’ 29. Ματθ. ι­ζ’ 2).
Τό ἄ­κτι­στο θεῖ­ο φῶς πε­ρι­έ­λαμ­ψε τούς Ἀγ­γέ­λους στόν ἄ­δει­ο τά­φο τοῦ Χρι­στοῦ (Ματθ. κη’ 3. Μάρκ. ι­στ’ 5. Λουκ. κδ’ 4), φα­νε­ρώ­θη­κε στόν πρω­το­μάρ­τυ­ρα Στέ­φα­νο (Πράξ. ζ’ 55), στόν ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο (Πράξ. θ’ 3, κβ’ 6-11) καί με­τα­δί­δε­ται στούς ἀν­θρώ­πους τοῦ Χρι­στοῦ (Ματθ. ε’ 14. Ἰ­ω. ι­ζ’ 22. Β’ Κορ. γ’ 18).
Τά ἱ­ε­ρά συ­να­ξά­ρια μᾶς μι­λοῦν πολ­λές φο­ρές γιά φῶς, μέ τό ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­ε­βάλ­λον­το οἱ ἅ­γιοι στή διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς τους. Αὐ­τό μπο­ροῦ­σαν νά τό δοῦν ἀ­θῶ­α μι­κρά παι­διά καί ἄλ­λοι πι­στοί ἄν­θρω­ποι. Εἶ­ναι τό φῶς πού με­τα­μορ­φώ­νει ὁ­λό­κλη­ρη τή ζω­ή τῶν ἁ­γί­ων.
«Ἦλ­θεν γέ­ρων τις», ἀ­να­φέ­ρει τό ἱ­ε­ρό συ­να­ξά­ριο τοῦ ἁ­γί­ου Ἀρ­σε­νί­ου, «διά νά ὠ­φε­λη­θῆ ἐκ τῶν λό­γων τοῦ ὁ­σί­ου. Ἐ­πει­δή ὅ­μως εὗ­ρε τήν θύ­ραν τοῦ κελ­λί­ου κε­κλει­σμέ­νην, δέν ἐ­κτύ­πη­σε διά νά μή ἐ­νο­χλή­ση. Ἀλ­λά πα­ρα­τη­ρεῖ ἐκ μιᾶς σχι­σμῆς. Εἶ­δε τό­τε τόν ὅ­σιον Ἀρ­σέ­νιον εἰς πῦρ με­τα­βαλ­λό­με­νον καί ἔ­μει­νεν ἀρ­κε­τήν ὥ­ραν ὄ­λος ἔμφο­βος».
Καί στό ἱ­ε­ρό συ­να­ξά­ριο τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου ἀ­να­φέ­ρε­ται: «Μο­να­χή τις πά­σχου­σα ἀ­πό πα­ρά­λυ­σιν τῆς κε­φα­λῆς προ­σῆλ­θεν εἰς τόν ἅ­γιον ἱ­ε­ρουρ­γοῦν­τα κα­τά τήν στιγ­μήν τῆς θεί­ας με­τα­λή­ψε­ως, ἀλ­λά βλέ­που­σα αὐ­τόν λάμ­πον­τα ἐκ θεί­ου φω­τός ἐ­δει­λί­α­σε νά πλη­σιά­ση».
Ὅ­ταν ἡ ψυ­χή τοῦ ἀν­θρώ­που γε­μί­σει μέ τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ καί γί­νει «κα­τοι­κη­τή­ριον τοῦ Θε­οῦ ἐν Πνεύ­μα­τι» (Ἐ­φεσ. β’ 22), τό­τε ὅ­λα γί­νον­ται γύ­ρω της φω­τει­νά, ἀ­κό­μη καί τό σῶ­μα καί τά ἐν­δύ­μα­τα. Ὅ­λα με­τέ­χουν στή δό­ξα τοῦ Θε­οῦ καί ὅ­λα ἀ­πο­τε­λοῦν πη­γή εὐ­λο­γί­ας. Αὐ­τό βλέ­που­με στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ προ­φή­τη Ἠ­λί­α. Λου­σμέ­νος στό ἄ­κτι­στο φῶς, ἀ­να­λαμ­βά­νε­ται στούς οὐ­ρα­νούς· καί ἡ μη­λω­τή πού ἄ­φη­σε στόν Ἐ­λι­σαῖ­ο, ἔ­γι­νε πραγ­μα­τι­κή πη­γή εὐ­λο­γί­ας (Δ’ Βα­σιλ. θ’ 11 ἑξ.).
Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εἶ­ναι καί τό ἀ­κό­λου­θο ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­πό τή συ­νο­μι­λί­α τοῦ ἁ­γί­ου Σε­ρα­φείμ τοῦ Σα­ρώφ μέ τόν Μο­το­βί­λωφ· τό φῶς πού πε­ρι­έ­βαλ­λε τόν ἅ­γιο με­τα­δί­δε­ται καί στόν συ­νο­μι­λη­τή του:
«— Πῶς μπο­ρῶ νά γνω­ρί­ζω, ρώ­τη­σα τόν πα­τε­ρού­λη Σε­ρα­φείμ, ἐ­άν εἶ­μαι καί ἐ­γώ εἰς τήν χά­ριν τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος;
      Αὐ­τό εἶ­ναι πο­λύ ἁ­πλό, φι­λό­θε­ε, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε, δι­ό­τι ὁ Κύ­ριος εἶ­πεν ὅ­τι ὅ­λα εἶ­ναι ἁ­πλά δι’ ἐ­κεῖ­νον πού ἀ­πο­κτᾶ τήν γνώ­σιν. Μέ­νον­τες οἱ Ἀ­πό­στο­λοι εἰς αὐ­τήν τήν γνώ­σιν, ἔ­βλε­πον πάν­το­τε ἐ­άν τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ εὑ­ρί­σκε­το εἰς αὐ­τούς ἤ ὄ­χι. Δι­α­πο­τι­ζό­με­νοι, λοι­πόν, ἀ­πό τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ καί βλέ­πον­τας τήν συμ­πα­ρα­μο­νή Του μέ αὐ­τούς, δι­α­κη­ρύτ­τουν μέ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι τό ἔρ­γον των εἶ­ναι εἰς ὅ­λα ἅ­γιον καί εὐ­ά­ρε­στον εἰς τόν Θε­όν. Ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται δια­τί οἱ Ἀ­πό­στο­λοι ἔ­γρα­φον “ἀ­πε­φα­σί­σθη ἀ­πό τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιον καί ἀ­πό ἡ­μᾶς” (Πράξ. ΙΣ’ 28). Στη­ρι­ζό­με­νοι μό­νον ἐ­πί τῆς βά­σε­ως αὐ­τής συ­νι­στοῦ­σαν τάς ἐ­πι­στο­λάς των ὡ­σάν ἀ­λή­θειαν ἀ­ψευ­δῆ πρός βο­ή­θειαν ὅ­λων τῶν πι­στῶν. Ἔ­τσι οἱ ἅ­γιοι Ἀ­πό­στο­λοι ἐ­γνώ­ρι­ζον ἐν­τός τῆς καρ­δί­ας των μέ τρό­πον χει­ρο­πια­στόν τήν πα­ρου­σί­αν τοῦ θεί­ου Πνεύ­μα­τος. Ἰ­δού, λοι­πόν, φι­λό­θε­ε, βλέ­πε­τε ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι ἁ­πλό;
      Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά δέν κα­τα­λα­βαί­νω πῶς μπο­ρῶ τώ­ρα νά εἶ­μαι ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά βέ­βαι­ος ὅ­τι εἶ­μαι «ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι». Πῶς μπο­ρῶ νά ξε­χω­ρί­σω μέ­σα μου τήν ἀ­λη­θι­νή πα­ρου­σί­α Του;
Ὁ πα­τε­ρού­λης Σε­ρα­φείμ, ἀ­πάν­τη­σε:
      Σοῦ εἶ­πα, φι­λό­θε­ε, ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι πο­λύ ἁ­πλό καί σοῦ δι­η­γή­θη­κα μέ λε­πτο­μέ­ρει­ες πῶς μπο­ροῦν οἱ ἄν­θρω­ποι νά εἶ­ναι ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι καί μέ ποι­όν τρό­πον μπο­ροῦ­με νά αἰ­σθαν­θοῦ­με τήν πα­ρου­σί­αν Του μέ­σα μας. Τί θέ­λεις, λοι­πόν, παι­δί μου;
      Ἤ­θε­λα, εἶ­πα, νά τό κα­τα­νο­ή­σω καλ­λί­τε­ρα!
Τό­τε μέ ἔ­πια­σε ὁ πα­τήρ Σε­ρα­φείμ γε­ρά ἀ­πό τούς ὤ­μους καί εἶ­πε:
       Καί οἱ δυ­ό μας τώ­ρα, παι­δί μου, εἴ­με­θα μέ­σα στό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ· δια­τί δέν μέ κυτ­τά­ζεις στό πρό­σω­πο;
      Δέν μπο­ρῶ νά σέ κυτ­τά­ξω, πα­τε­ρού­λη, τοῦ ἀ­πάν­τη­σα- ἀ­πό τά μά­τια σου βγαί­νουν φλό­γες, τό πρό­σω­πό σου εἶ­ναι λαμ­πρό­τε­ρο καί ἀ­π’ τόν ἥ­λιο, μέ πο­νοῦν τά μά­τια μου!
       Μή φο­βά­σαι, φι­λό­θε­ε, καί σύ λάμ­πεις τώ­ρα ὅ­πως ἐ­γώ· καί ἐ­σύ ἔ­χεις τήν πλη­ρό­τη­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, δι­α­φο­ρε­τι­κά δέν θά μπο­ροῦ­σες νά μέ δῆς ἔ­τσι...».

γ) Ἡ ἀ­ρε­τή τῶν ἁ­γί­ων με­τα­δί­δε­ται στήν ἄ­λο­γο φύ­ση
Ὁ ἄν­θρω­πος πού μέ­νει πι­στός στήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ καί πού ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται σ’ αὐ­τή μέ τή δι­κή του ἀ­γά­πη, δέ­χε­ται τή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τή ἡ χά­ρη ξε­χύ­νε­ται σέ ὅ­λο τό πε­ρι­βάλ­λον τοῦ ἁ­γί­ου ἀν­θρώ­που καί τό κα­θι­στᾶ εὐ­λο­γη­μέ­νο. Οἱ ἅ­γιοι αἰ­σθά­νον­ται τό­τε βα­θύ­τα­τα τόν σύν­δε­σμο τῆς ἀ­γά­πης ὄ­χι μό­νο μέ τούς συ­ναν­θρώ­πους, ἀλ­λά καί μέ ὁ­λό­κλη­ρη τή δη­μι­ουρ­γί­α. Αὐ­τόν τό σύν­δε­σμο ἐκ­φρά­ζουν στή ζω­ή τους μέ πολ­λούς τρό­πους.
Ὁ ἅ­γιος Ἰ­σα­άκ ὁ Σῦ­ρος ἔ­λε­γε πώς ὁ ἐ­λε­ή­μων ἄν­θρω­πος «προ­σεύ­χε­ται κά­θε στιγ­μή μέ δά­κρυ­α καί γιά τήν ἄ­λο­γο κτί­ση καί γιά τούς ἐ­χθρούς τῆς ἀ­λή­θειας καί γι’ αὐ­τούς πού τόν βλά­πτουν, ὥ­στε νά δι­α­φυ­λα­χθοῦν καί νά συγ­χω­ρη­θοῦν. Προ­σεύ­χε­ται ἀ­κό­μη καί γιά τά ἑρ­πε­τά, μέ τή με­γά­λη του ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, πού κι­νεῖ­ται μέ­σα στήν καρ­διά του χω­ρίς μέ­τρο, ἔ­χον­τας τήν ὁ­μοι­ό­τη­τα πρός τόν Θε­ό».
Οἱ ἅ­γιοι αἰ­σθά­νον­ται ἑ­νω­μέ­νοι μέ ὁ­λό­κλη­ρο τόν κό­σμο. Νι­ώ­θουν προ­σω­πι­κή εὐ­θύ­νη γιά τή δη­μι­ουρ­γί­α καί ζη­τοῦν νά με­τα­μορ­φώ­σουν τά πάν­τα, νά τά ἐ­πα­να­φέ­ρουν στήν πρω­ταρ­χι­κή τους ἑ­νό­τη­τα καί ἁρ­μο­νί­α (πρβλ. Ἰ­ώβ ε’ 22).
«Πλη­σιά­ζει ὁ τα­πει­νό­φρων ἄν­θρω­πος εἰς τά κα­τα­στρε­πτι­κά θη­ρί­α», λέ­γει ὁ Ἀβ­βᾶς Ἰ­σα­άκ, «καί μό­λις τόν ἴ­δουν, ἀ­μέ­σως ἡ­με­ρεύ­ει ἡ ἀ­γρι­ό­της των καί τόν πλη­σιά­ζουν ὡς ἀ­φέν­την των καί κου­νοῦν τό κε­φά­λι καί τοῦ γλύ­φουν τά χέ­ρια καί τά πό­δια του, ἐ­πει­δή αἰ­σθά­νον­ται ἐ­πά­νω του ἐ­κεί­νην τήν εὐ­ω­δί­αν τήν ὁ­ποί­αν ἐ­σκόρ­πι­ζεν ὁ Ἀ­δάμ πρό τῆς πα­ρα­κο­ῆς. Καί αὐ­τό τό ὁ­ποῖ­ον μᾶς ἀ­φη­ρέ­θη τό­τε, μᾶς τό ἔ­δω­σε και­νούρ­γιον ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός μέ τήν πα­ρου­σί­αν Του εἰς τήν γήν καί ἀ­ρω­μά­τι­σε μέ εὐ­ω­δί­αν τό ἀν­θρώ­πι­νον γέ­νος... Ἀλ­λά ἀ­κό­μη καί οἱ δαί­μο­νες μέ ὅ­λην των τήν θρα­σύ­τη­τα καί τήν πί­κρα καί μέ ὅ­λην των τήν ὑ­πε­ρη­φά­νειαν, ὅ­ταν πλη­σιά­ζουν τόν τα­πει­νό­φρο­να γί­νον­ται ὡς χῶ­μα καί ὅ­λη των ἡ κα­κί­α μα­ραί­νε­ται καί ὅ­λα των τά τε­χνά­σμα­τα καί ἡ πα­νουρ­γί­α δέν ἔ­χουν πλέ­ον καμ­μί­αν δύ­να­μιν».
Συγ­κι­νη­τι­κά εἶ­ναι τά πα­ρα­δείγ­μα­τα τῶν ἁ­γί­ων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ζοῦ­σαν τό σύν­δε­σμο τῆς ἑ­νό­τη­τας καί τῆς ἀ­γά­πης καί μέ αὐ­τά ἀ­κό­μη τά ἄ­γρια θη­ρί­α.
Ὅ­ταν ὁ ἡ­γε­μό­νας τῆς Καπ­πα­δο­κί­ας ἔ­στει­λε ἱπ­πεῖς νά συλ­λά­βουν τόν ἅ­γιο Μά­μαν­τα, ἐ­κεῖ­νος προ­ε­γνώ­ρι­σε τό γε­γο­νός αὐ­τό μέ τή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ καί ἐ­ξῆλ­θε νά τούς προ­ϋ­παν­τή­σει.
«Συ­ναν­τη­θέν­τες δέ καί μη γνω­ρί­ζον­τες οἱ στρα­τι­ῶ­ται τόν ἅ­γιον, ἠ­ρώ­τη­σαν αὐ­τόν ἄν γνω­ρί­ζῃ ποῦ εὑ­ρί­σκε­ται ὁ Μά­μας. Ὁ δέ μάρ­τυς εἶ­πεν εἰς αὐ­τούς·
-            Κα­τά τό πα­ρόν, ὦ φί­λοι, πρέ­πει νά ἀ­να­παυ­θῆ­τε. Κα­τε­βῆ­τε, ὅ­θεν, ἀ­πό τούς ἵπ­πους σας καί ἔλ­θε­τε με­τ’ ἐ­μοῦ νά γευ­θῶ­μεν τρο­φῆς, κα­τό­πιν δέ ἐ­γώ θέ­λω σᾶς δεί­ξει τόν Μά­μαν­τα.
Ἐ­φι­λο­ξε­νοῦν­το, ὅ­θεν, οὗ­τοι ἀ­πό τόν ἅ­γιον διά τυ­ροῦ καί ἄρ­του καί ἔ­τρω­γον μέ με­γά­λην ὄ­ρε­ξιν, ἐ­κεῖ­να τά ὁ­ποῖ­α τούς προ­σέ­φε­ρεν ὁ κα­λός φι­λευ­τής.
Ἦλ­θον δέ τό­τε κα­τά τήν συ­νή­θειαν καί τά ἄ­γρια ζῶ­α διά νά ἀ­μελ­χθοῦν ἀ­πό τόν ἅ­γιον, τά ὁ­ποῖ­α εὐ­θύς ὡς εἶ­δον οἱ στρα­τι­ῶ­ται ἐ­φο­βή­θη­σαν κα­τά πο­λύ καί ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τες τό φα­γη­τόν προ­σέ­δρα­μον εἰς τόν μάρ­τυ­ρα διά νά τούς βο­η­θή­ση, ὁ δέ ἅ­γιος τούς ἐ­νε­θάρ­ρυ­νεν. Εἶ­τα δέ θέ­λων νά τούς ἀ­παλ­λά­ξη καί ἀ­πό κά­θε φρον­τί­δα τούς εἶ­πε:
-            Ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ Μά­μας, τόν ὁ­ποῖ­ον ζη­τεῖ­τε. Ὅ­θεν σᾶς πα­ρα­κα­λῶ ἐ­πι­στρέ­ψα­τε εἰς Και­σά­ρειαν καί ἐ­γώ ἔρ­χο­μαι ἀ­μέ­σως τα­χέ­ως».
Ἐ­πί­σης ὁ ἅ­γιος Γε­ρά­σι­μος εἶ­χε ἕ­να λι­ον­τά­ρι σάν πι­στό ἀ­κό­λου­θο, στό ὁ­ποῖ­ο μά­λι­στα ἀ­νέ­θε­σε νά φρον­τί­ζει τό γα­ϊ­δου­ρά­κι του.
Τέ­τοι­α πε­ρι­στα­τι­κά βρί­σκου­με καί στήν ἁ­γί­α Γρα­φή. Γιά τόν Δαυ­ΐδ π.χ. ἀ­να­φέ­ρε­ται πώς στή νε­α­νι­κή του ἡ­λι­κί­α «ἔ­παι­ζε μέ τούς λέ­ον­τας ὡ­σάν μέ τά ἐ­ρί­φια· καί μέ τάς ἄρ­κτους ὡ­σάν μέ τά ἀρ­νί­α τῶν προ­βά­των» (Σοφ. Σειρ. μζ’ 3, πρβλ. Α’ Βα­σιλ. ι­ζ’ 34-37). Γνω­στή εἶ­ναι καί ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Δα­νι­ήλ, πού ἐρ­ρί­φθη στό λάκ­κο τῶν λε­όν­των καί ἔ­μει­νε τε­λεί­ως ἄ­θι­κτος μιά ὁ­λό­κλη­ρη νύ­χτα. Ὅ­μως τά ἴ­δια ἐ­κεῖ­να θη­ρί­α κα­τα­σπά­ρα­ξαν ἀ­μέ­σως τούς συ­κο­φάν­τες του, πρίν ἀ­κό­μη φθά­σουν στό βυ­θό τοῦ λάκ­κου.
Ὁ Δα­νι­ήλ πε­ρι­φρό­νη­σε τήν ἀ­πα­γό­ρευ­ση τοῦ Βα­σι­λέ­α τῶν Περ­σῶν Δα­ρεί­ου καί προ­σευ­χό­ταν κα­θη­με­ρι­νά στόν Θε­ό. Οἱ δό­λιοι ἄρ­χον­τες, πού πα­ρέ­συ­ραν τόν Βα­σι­λιά νά ἐκ­δό­σει τή δι­α­τα­γή γιά νά ἐ­ξον­τώ­σουν τόν Δα­νι­ήλ, ἐ­πρό­δω­σαν τόν πι­στό δοῦ­λο τοῦ Θε­οῦ στό Δα­ρεῖ­ο.Ὁ Βα­σι­λιᾶς λυ­πή­θη­κε εἰ­λι­κρι­νά καί μιά ὁ­λό­κλη­ρη ἡ­μέ­ρα προ­σπά­θη­σε νά βρεῖ τρό­πο νά ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­πό τήν κα­τα­δί­κη τοῦ Δα­νι­ήλ. Ὅ­μως οἱ πο­νη­ροί ἄν­θρω­ποι τοῦ εἶ­παν:
«- Ἔ­χε ὑ­π’ ὄ­ψιν σου, βα­σι­λεῦ, ὅ­τι συμ­φώ­νως πρός τόν νό­μον τῶν Μή­δων καί τῶν Περ­σῶν, κα­νέ­να δι­ά­ταγ­μα, καμ­μί­α ἀ­πα­γό­ρευ­σις ἐκ­δι­δο­μέ­νη ὑ­πό τοῦ βα­σι­λέ­ως δέν τρο­πο­ποι­εῖ­ται.
Τό­τε ὁ Βα­σι­λεύς δι­έ­τα­ξε καί ἔ­φε­ραν τόν Δα­νι­ήλ καί τόν ἔρ­ρι­ψαν εἰς τόν λάκ­κον τῶν λε­όν­των. Εἶ­πε δέ ὁ βα­σι­λεύς εἰς τόν Δα­νι­ήλ:
-           Ὁ  Θε­ός σου, τόν ὁ­ποῖ­ον σύ λα­τρεύ­εις πάν­το­τε, αὐ­τός θά σέ γλι­τώ­ση ἀ­πό τόν κίν­δυ­νον.
Καί ἔ­φε­ραν λί­θον καί τόν ἔ­θε­σαν εἰς τό ἄ­νοιγ­μα τοῦ λάκ­κου καί ὁ βα­σι­λεύς τόν ἐ­σφρά­γι­σε μέ τό δα­κτυ­λί­δι του καί μέ τό δα­κτυ­λί­δι τῶν με­γι­στά­νων του, διά νά μή γί­νη καμ­μί­α τρο­πο­ποί­η­σις ὑ­πέρ τοῦ Δα­νι­ήλ... Ὅ­ταν ἦλ­θεν ἡ πρω­ΐ­α καί ἐ­φώ­τι­σεν ἡ ἡ­μέ­ρα, ἠ­γέρ­θη ὁ βα­σι­λεύς καί ἔ­τρε­ξεν εἰς τόν λάκ­κον τῶν λε­όν­των. Κα­θώς δέ ἐ­πλη­σί­α­ζεν εἰς τόν λάκ­κον, ἐ­φώ­να­ξε μέ φω­νήν ἰ­σχυ­ράν:
-          Δα­νι­ήλ, δοῦ­λε τοῦ Θε­οῦ τοῦ ζῶν­τος, ὁ Θε­ός τόν ὁ­ποῖ­ον σύ πάν­το­τε λα­τρεύ­εις ἠμ­πό­ρε­σε νά σέ σώ­ση ἀ­πό τό στό­μα τῶν λε­όν­των;
Τό­τε ὁ Δα­νι­ήλ ἀ­πήν­τη­σεν εἰς τόν βα­σι­λέ­α:
-   Βα­σι­λεῦ, εἰς τούς αἰ­ῶ­νας νά ζή­σης. Ὁ Θε­ός μοῦ ἔ­στει­λε τόν
ἄγ­γε­λόν Του καί ἔ­κλει­σε τά στό­μα­τα τῶν λε­όν­των καί τοι­ου­το­τρό­πως κα­νείς ἀ­πό αὐ­τούς δέν μέ έ­ἔ­βλα­ψε, δι­ό­τι ἐ­γώ ἔ­πρα­ξα ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ Θε­οῦ μου τό ὀρ­θόν καί εὐ­θές. Ἀλ­λά καί ἀ­πέ­ναν­τί σου, βα­σι­λεῦ, δέν δι­έ­πρα­ξα κα­νέ­να σφάλ­μα.
Τό­τε ὁ βα­σι­λεύς ἐ­δο­κί­μα­σε με­γά­λην χα­ράν καί δι­έ­τα­ξε νά τόν ἀ­να­σύ­ρουν ἀ­πό τόν λάκ­κον. Πράγ­μα­τι τόν ἀ­νέ­συ­ραν ἀ­πό τόν λάκ­κον καί τόν εὗ­ρον ἀ­βλα­βῆ, δι­ό­τι ἐ­πί­στευ­εν εἰς τόν Θε­όν του.
Ὁ βα­σι­λεύς δι­έ­τα­ξε τό­τε καί ἔ­φε­ραν τούς ἄν­δρας, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­συ­κο­φάν­τη­σαν τόν Δα­νι­ήλ καί τούς ἔρ­ρι­ψαν εἰς τόν λάκ­κον τῶν λε­όν­των, αὐ­τούς καί τά παι­διά των καί τάς γυ­ναί­κας των. Καί δέν πρό­φθα­σαν νά φθά­σουν εἰς τόν βυ­θόν τοῦ λάκ­κου καί οἱ λέ­ον­τες τούς ἥρ­πα­σαν καί συ­νέ­τρι­ψαν ὅ­λα τά κόκ­κα­λά των» (Δα­νι­ήλ 6, 14-24).
Τά πα­ρα­δείγ­μα­τα αὐ­τά ἀ­πό τή ζω­ή τῶν ἁ­γί­ων ἀν­θρώ­πων μᾶς φα­νε­ρώ­νουν, ὅ­τι ἡ ἀ­ρε­τή καί ἡ ἀ­γά­πη τῶν γνη­σί­ων παι­δι­ῶν τοῦ Θε­οῦ με­τα­δί­δε­ται καί βρί­σκει ἀν­τα­πό­κρι­ση σ’ ὁ­λό­κλη­ρο τό πε­ρι­βάλ­λον των, καί σ’ αὐ­τά ἀ­κό­μη τά ἄ­γρια θη­ρί­α. Κα­τ’ αὐ­τόν τόν τρό­πο οἱ ἅ­γιοι ἄν­θρω­ποι ζοῦν ἤ­δη ἀ­πό αὐ­τή τή ζω­ή τή συμ­φι­λί­ω­ση μέ ὁ­λό­κλη­ρη τή δη­μι­ουρ­γί­α.
Αὐ­τή ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ Θε­οῦ θά ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ στούς ἔ­σχα­τους και­ρούς, ὁ­πό­τε «οἱ λύ­κοι καί τά ἀρ­νιά θά βό­σκουν μα­ζί καί ὁ λέ­ων θά τρώ­γη ἄ­χυ­ρον ὡ­σάν τό βό­ῖ­δι, τό δέ φί­δι θά τρώ­γη τήν γῆν ὡ­σάν ψω­μί. Δέν θά προ­ξε­νή­σουν πλέ­ον καμ­μί­αν βλά­βην καί κα­νέ­να κα­κόν εἰς τό ἅ­γιον ὄ­ρος μου, λέ­γει Κύ­ριος» (Ἡσ. 65, 25).

δ) Ἡ κα­κί­α τῶν μο­χθη­ρῶν ἀν­θρώ­πων
Ὅ­πως ἡ με­το­χή τῶν ἁ­γί­ων στήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ τούς φέ­ρει κον­τά στή λοι­πή δη­μι­ουρ­γί­α καί ἀ­πο­κα­θι­στᾶ τήν ἑ­νό­τη­τα καί τήν ἁρ­μο­νί­α σέ ὁ­λό­κλη­ρη τήν κτί­ση, ἔ­τσι καί ἡ ἀ­πο­μά­κρυν­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τήν ἀ­ρε­τή δη­μι­ουρ­γεῖ δυ­σαρ­μο­νί­α καί ἐ­χθρό­τη­τα μέ­σα στήν κτί­ση. Τοῦ­το βλέ­που­με σέ πολ­λές πε­ρι­στά­σεις.
Ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή ὑ­πο­γραμ­μί­ζει αὐ­τή τήν ἀ­λή­θεια, ἰ­δι­αί­τε­ρα στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη:
«Ἐ­άν δέν ὑ­πα­κού­σης εἰς τήν φω­νήν Κυ­ρί­ου τοῦ Θε­οῦ σου, ὥ­στε νά φυ­λάτ­της καί νά ἐ­φαρ­μό­ζης ὅ­λας τάς ἐν­το­λάς αὐ­τοῦ, τάς ὁ­ποί­ας ἐ­γώ σή­με­ρον σοῦ δί­δω, θά ξε­σπά­σουν ἐ­ναν­τί­ον σου ὅ­λαι αὐ­ταί αἱ κα­τά­ραι. Θά εἶ­σαι κα­τη­ρα­μέ­νος εἰς τήν πό­λιν καί τόν ἀ­γρόν. Κα­τη­ρα­μέ­ναι θά εἶ­ναι αἱ ἀ­πο­θή­και σου καί τά πε­ρισ­σεύ­μα­τά σου, τά προ­ϊ­όν­τα τῶν ἀ­γρῶν σου, αἱ ἀ­γέ­λαι τῶν βο­δι­ῶν σου καί τά ποί­μνια τῶν προ­βά­των σου» (Δευτ. κη’ 15-18. Πρβλ. Ἡσ. κδ’ 3-7. Ἱ­ε­ρεμ. ζ’ 20. Λευ­ϊτ. ι­γ’ 25).
Οἱ πο­νη­ροί ἄν­θρω­ποι με­τα­δί­δουν τήν πο­νη­ριά καί τήν κα­κί­α καί σέ ὁ­λό­κλη­ρο τό πε­ρι­βάλ­λον τους, καί σ’ αὐ­τά ἀ­κό­μη τά ἄ­ψυ­χα ἀν­τι­κεί­με­να (Ἰ­ού­δα 23).
Ὅ­ταν ὁ Κο­ρέ ἐ­πα­να­στά­τη­σε κα­τά τῆς ἱ­ε­ρα­τι­κῆς τά­ξης τήν ὁ­ποί­α ἔ­θε­σε ὁ Θε­ός, οἱ Ἰσ­ρα­η­λί­ται ἔ­λα­βαν ἀ­πό τόν Θε­ό τήν ἐν­το­λή νά ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦν ἀ­πό τίς σκη­νές καί ἀ­πό τά πράγ­μα­τα τῶν στα­σια­στῶν, γιά νά μή ἀ­φα­νι­σθοῦν. Ἀ­πο­χω­ρι­σθῆ­τε, τούς λέ­γει, ἀ­πό τίς σκη­νές τῶν ἀ­σε­βῶν αὐ­τῶν ἀν­θρώ­πων καί μή ἐγ­γί­σε­τε τί­πο­τε ἀ­πό ὅ­σα ἀ­νή­κουν σέ αὐ­τούς, γιά νά μήν ἀ­φα­νι­σθῆ­τε λό­γω τοῦ πλή­θους τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν τους (Ἀ­ριθ. ι­στ’ 26).
Στό βί­ο τοῦ ἁ­γί­ου Ἱ­λα­ρί­ω­να τοῦ Με­γά­λου ἀ­να­φέ­ρε­ται τό πα­ρά­δειγ­μα φι­λαρ­γύ­ρου, πού με­τέ­δω­σε τήν πο­νη­ριά του καί στα ρε­βί­θια τοῦ κή­που!
Ὁ φι­λάρ­γυ­ρος αὐ­τός ἐ­ζή­τη­σε νά λά­βει συγ­χώ­ρη­ση ἀ­πό τόν ἅ­γιο καί ἔ­βα­λε με­σί­τη τούς μα­θη­τές τοῦ ἁ­γί­ου, καί μά­λι­στα τόν πλέ­ον ἀ­γα­πη­μέ­νο του, τόν Ἡ­σύ­χιο. Γιά νά δη­μι­ουρ­γή­σει δέ με­γα­λύ­τε­ρη συμ­πά­θεια, τοῦ ἔ­φε­ρε λί­γα ρε­βί­θια χά­ριν φι­λί­ας. «Ὁ δέ Ἡ­σύ­χιος», ἀ­να­φέ­ρει τό ἱ­ε­ρό Συ­να­ξά­ρι, «ὡς συ­νε­τός ὅ­που ἦ­το, δέν εἶ­πε τοῦ ἁ­γί­ου τίς τά ἔ­φε­ρε, μό­νον τά ἔ­βα­λε εἰς τήν τρά­πε­ζαν. Ἀλ­λ’ ἐ­κεῖ­νος, ἐ­πει­δή εἶ­χε εἰς τήν καρ­δί­αν του τόν Δε­σπό­την Χρι­στόν καί τοῦ ἐ­φα­νέ­ρω­σε τά ἀ­πό­κρυ­φα, ἐ­γνώ­ρι­σε τήν ὑ­πό­θε­σιν καί κυτ­τά­ζων αὐ­στη­ρά τόν Ἡ­σύ­χιον εἶ­πε:
-   Δέν αἰ­σθά­νε­σαι ὅ­τι ὄ­ζου­σι φι­λαρ­γυ­ρί­ας, ἀλ­λά τά ἔ­φε­ρες εἰς τήν τρά­πε­ζαν;
Ὁ δέ Ἡ­σύ­χιος τα­πει­νά ἀ­πε­κρί­νε­το:
       Δέν ἠ­σθάν­θην ἐ­γώ δυ­σω­δί­αν οὐ­δα­μῶς εἰς αὐ­τά, πά­τερ τί­μι­ε.
Λέ­γει εἰς αὐ­τόν ὁ ὅ­σιος:
       Δός τα εἰς τούς βό­ας, διά νά γνω­ρί­σης ὅ­τι δέν ψεύ­δο­μαι.
Εὐ­θύς, λοι­πόν, ὡς ἔ­βα­λε τά ρε­βί­θια ἔμ­προ­σθεν εἰς τούς βό­ας, ἔ­στρε­ψαν ἐ­κεῖ­θεν τό πρό­σω­πον καί ἐ­φώ­να­ζαν ὡς νά ἔ­βλε­πον πρᾶγ­μα φο­βε­ρόν καί τέ­ρας ἐ­ξαί­σιον».

ε)Ἡ ἐ­σχα­το­λο­γι­κή δό­ξα τῶν ἁ­γί­ων
Ἡ δό­ξα τῶν ἁ­γί­ων δέν εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἡ τε­λι­κή τους κα­τά­στα­ση. Για­τί τώ­ρα ἡ δό­ξα τοῦ Θε­οῦ γί­νε­ται φα­νε­ρή «δι’ ἐ­σό­πτρου, ἐν αἰ­νίγ­μα­τι», σάν μέ­σα ἀ­πό κα­θρέ­φτη, ἀ­μυ­δρά. Ὅ­μως στή μέλ­λου­σα ζω­ή οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ Θε­οῦ θά ἀν­τι­κρύ­σουν ὅ­λο τό με­γα­λεῖ­ο τῆς θεί­ας δό­ξας, για­τί θά δοῦν τό Θε­ό «πρό­σω­πον πρός πρό­σω­πον» (Α’ Κορ. ι­γ’ 12), «κα­θώς ἐ­στι» (Α’ Ἰ­ω. γ’ 2) καί θά λάμ­ψουν «ὅ­πως ὁ ἥ­λιος» (Ματθ. ι­γ’ 43, πρβλ. Ἀ­ποκ. κα’ 9 – κβ’ 5. Ἡσ. ξ’ 19-20). Αὐ­τή τή δό­ξα προ­γεύ­ον­ται οἱ χρι­στια­νοί σ’ αὐ­τή τή ζω­ή.
Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος βε­βαι­ώ­νει τούς Φι­λιπ­πι­σί­ους πώς ὁ Χρι­στός «θά με­τα­μορ­φώ­σει τό τα­πει­νό μας σῶ­μα, ὥ­στε νά λά­βει τήν ἴ­δια μορ­φή μέ τό ἔν­δο­ξο σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ («σύμ­μορ­φον τῷ σώ­μα­τι τῆς δό­ξης αὐ­τοῦ») (Φι­λιπ. γ’ 21) καί προ­τρέ­πει τούς Κο­ριν­θί­ους νά δο­ξά­σουν τό Θε­ό καί «ἐν τῷ σώ­μα­τι» αὐ­τῶν (Α’ Κορ. στ’ 20).
Οἱ ἅ­γιοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας προ­γεύ­θη­καν αὐ­τή τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Δέν εἶ­ναι βέ­βαι­α ὁ «ἀ­μα­ράν­τι­νος στέ­φα­νος τῆς δό­ξης», τόν ὁ­ποῖ­ο θά λά­βουν ὅ­ταν φα­νε­ρω­θεῖ ὁ Ἀρ­χι­ποι­μέ­νας Χρι­στός (Α’ Πέ­τρ. ε’ 4), εἶ­ναι ὅ­μως ἀν­ταύ­γεια τῆς τε­λι­κῆς ἐ­κεί­νης δό­ξας. «Αἱ δέ ὁ­δοί τῶν δι­καί­ων ὁ­μοί­ως φω­τί λάμ­που­σι, προ­πο­ρεύ­ον­ται καί φω­τί­ζου­σιν, ἕ­ως κα­τορ­θώ­σῃ ἡ ἡ­με­ρα», ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή (Πα­ροιμ. δ’ 18). Αὐ­τή ἡ τε­λεί­α ἡ­μέ­ρα ἀρ­χί­ζει μέ τήν ἐ­πά­νο­δο τοῦ Κυ­ρί­ου, ὅ­που οἱ ἅ­γιοι θά ἐν­δυ­θοῦν τά ἀ­φθαρ­το­ποι­η­μέ­να σώ­μα­τά τους καί θά λου­σθοῦν μέ τήν αἰ­ώ­νια δό­ξα τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ.

στ) Οἱ προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων
Δέν ὑ­πάρ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α πώς ὁ Χρι­στός εἶ­ναι ὁ μο­να­δι­κός Σω­τή­ρας μας· Αὐ­τός προ­σέ­λα­βε τόν κτι­στό ἄν­θρω­πο καί τόν ἔ­φε­ρε σέ ἀ­λη­θι­νή κοι­νω­νί­α μέ τόν Ἄ­κτι­στο Θε­ό- δέν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λος τρό­πος νά φθά­σου­με «πρός τόν Πα­τέ­ρα», εἰ­μή διά τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ (Ἰ­ω. ι­δ’ 13-14. Α’ Τιμ. β’ 5. Πράξ. δ’ 12. Α’ Πέ­τρ. α’ 18-19).
Ὅ­μως ὁ Θε­ός σώ­ζει καί χά­ρη στήν ἀ­γά­πη ἐ­κεί­νων πού Τόν ἀ­γα­ποῦν. Ἡ  Θεί­α ἀ­γά­πη, πού πε­ρι­βάλ­λει τούς ἁ­γί­ους, σώ­ζει ἀ­κό­μη καί ὁ­λό­κλη­ρες πό­λεις. «Πῶς νά δι­α­τε­θῶ ἀ­πέ­ναν­τί σου, Ἐ­φραίμ; Νά σέ ὑ­πε­ρα­σπι­σθῶ, Ἰσ­ρα­ήλ; Πῶς νά σέ με­τα­χει­ρι­σθῶ; Νά σέ κα­τα­στρέ­ψω ὡς τάς πό­λεις Ἀ­δα­μά καί Σε­βω­ίμ; (πρβλ. Δευτ. κθ’ 22). Με­τε­στρά­φη ἡ καρ­δί­α μου ἐν­τός μου... Δέν θά ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τόν Ἐ­φραίμ διά νά ἐ­ξα­φα­νι­σθῆ, δι­ό­τι ἐ­γώ εἶ­μαι Θε­ός καί ὄ­χι ἄν­θρω­πος δέν θά εἰ­σέλ­θω εἰς τήν πό­λιν νά τήν κα­τα­στρέ­ψω» (Ὠ­ση­έ ι­α’ 8-9, πρβλ. Γέν. ι­η’ 23, 39. Ἰ­ου­δίθ η’ 31). Ὁ­λό­κλη­ρος ὁ πλη­θυ­σμός τῆς πό­λης σώ­ζε­ται χά­ρη στόν τρυ­φε­ρό δε­σμό τῆς ἀ­δελ­φι­κῆς ἀ­γά­πης τῶν ἁ­γί­ων ἀν­θρώ­πων.
Ἕ­νας προ­φή­της μπο­ρεῖ νά προ­σευ­χη­θεῖ στό Θε­ό καί ὁ Κύ­ριος νά δώ­σει ζω­ή σ’ ἐ­κεῖ­νον γιά χά­ρη τοῦ ὁ­ποί­ου γί­νε­ται ἡ προ­σευ­χή (Γέν. κ’ 7). Εἶ­ναι πράγ­μα­τι συγ­κι­νη­τι­κή ἡ «πα­ρέμ­βα­ση» τοῦ Μω­ϋ­ςῆ, πού ἱ­κε­τεύ­ει τόν Κύ­ριο νά στα­μα­τή­σει τήν ὀρ­γή Του ἐ­ναν­τί­ον τοῦ λα­οῦ, γιά νά μή γί­νει «κα­τα­γέ­λα­στος» στούς Αἰ­γυ­πτί­ους. Δέν πα­ρα­λεί­πει νά μνη­μο­νεύ­σει τόν Ἀ­βρα­άμ, τόν Ἰ­σα­άκ, τόν Ἰ­α­κώβ καί νά ζη­τή­σει γιά χά­ρη τους τή σω­τη­ρί­α τοῦ λα­οῦ. Ἀ­πο­τέ­λε­σμα αὐ­τῆς τῆς «πα­ρέμ­βα­σης» ἦ­ταν ὁ «ἱ­λα­σμός», τό ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ! (Ἔ­ξοδ. λβ’ 11-14, προ­βλ. Ἱ­ε­ρεμ. ζ’ 16).
Ἡ ἀ­γά­πη «οὐ­δέ­πο­τε ἐκ­πί­πτει», πο­τέ δέν θά παύ­σει νά ὑ­πάρ­χει καί νά συν­δέ­ει μέ τρυ­φε­ρό δε­σμό ὅ­λα τά μέ­λη τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­να­με­τα­ξύ τους (Α’ Κορ. ι­γ’ 8), «με­τά πάν­των τῶν ἁ­γί­ων», μέ ὁ­λό­κλη­ρη τή θρι­αμ­βεύ­ου­σα Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τή ἡ ἀ­γά­πη ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται καί μέ ἀ­μοι­βαῖ­ες προ­σευ­χές. Ἡ ἐ­πί γῆς ἀ­γω­νι­ζό­με­νη Ἐκ­κλη­σί­α τε­λεῖ τή θεί­α εὐ­χα­ρι­στί­α καί ὑ­πέρ πάν­των τῶν ἁ­γί­ων, ἐ­νῶ οἱ ἅ­γιοι τῆς θρι­αμ­βεύ­ου­σας Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­παν­τοῦν στή δι­κή μας ἀ­γά­πη μέ τίς δι­κές τους ἱ­κε­σί­ες καί προ­σευ­χές γιά χά­ρη μας.
Οἱ προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων εἶ­ναι οἱ χρυ­σές φυά­λες, γε­μά­τες θυ­μι­ά­μα­τα, πού εἶ­χαν οἱ εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρες πρε­σβύ­τε­ροι, τούς ὁ­ποί­ους ὁ Ἰ­ω­άν­νης εἶ­δε νά πέ­φτουν «ἐ­νώ­πιον τοῦ Ἀρ­νί­ου» (Ἀ­ποκ. ε’ 8). Ὁ Ἰ­ω­άν­νης εἶ­δε ἀ­κό­μη τίς ψυ­χές τῶν μαρ­τύ­ρων «κά­τω ἀ­πό τό θυ­σι­α­στή­ριο» καί τίς ἄ­κου­σε νά κρά­ζουν «μέ φω­νήν με­γά­λην» καί νά λέ­γουν:
«- Ἔ­ως πό­τε, Δέ­σπο­τα ἅ­γι­ε καί ἀ­λη­θι­νέ, δέν θά κρί­νεις καί δέν θά ἐκ­δι­κη­θεῖς διά τό αἷ­μα μας τούς κα­τοί­κους τῆς γῆς;». Καί ὁ ἀ­πό­στο­λος συ­νε­χί­ζει τήν πε­ρι­γρα­φή:
«Κα­τό­πιν ἐ­δό­θη εἰς τόν κα­θέ­να ἀ­πό αὐ­τούς μί­α ἐν­δυ­μα­σί­α λευ­κή καί τούς ἐ­λέ­χθη νά ἀ­να­παυ­θοῦν ὀ­λί­γον χρό­νον, ἕ­ως ὅ­του συμ­πλη­ρω­θῆ ὁ ἀ­ριθ­μός τῶν συν­δού­λων των καί τῶν ἀ­δελ­φῶν των, οἱ ὁ­ποῖ­οι μέλ­λουν νά σκο­τω­θοῦν ὅ­πως καί αὐ­τοί» (Ἀ­ποκ. στ’ 9-11, πρβλ. Δαν. η’ 13). Αὐ­τή ἡ εἰ­κό­να δεί­χνει πό­σο ἑ­νω­μέ­νοι μα­ζί μας εἶ­ναι οἱ ἅ­γιοι καί πό­σο συμ­με­τέ­χουν στή χα­ρά καί στή λύ­πη μας, πρε­σβεύ­ον­τας γιά μᾶς μπρο­στά στό θρό­νο τοῦ Θε­οῦ (πρβλ. Λουκ. ι­ε’ 7).
Ἡ ἴ­δια ἀ­λή­θεια ἀ­να­φέ­ρε­ται καί στήν πρός Ἑ­βραί­ους ἐ­πι­στο­λή. Ὁ ἀ­πό­στο­λος λέ­γει ἐ­κεῖ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γιά τούς ἁ­γί­ους τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, πώς «ἄν καί εἶ­χον κα­λήν μαρ­τυ­ρί­αν διά τήν πί­στιν των, δέν ἔ­λα­βον ὅ,τι τούς εἶ­χεν ὑ­πο­σχε­θῆ ὁ Θε­ός, δι­ό­τι εἶ­χεν ὁ Θε­ός προ­βλέ­ψει κά­τι καλ­λί­τε­ρον ἀ­να­φο­ρι­κῶς μ’ ἐ­μᾶς, διά νά μή φθά­σουν ἐ­κεῖ­νοι εἰς τήν τε­λει­ό­τη­τα χω­ρίς ἐ­μᾶς» (Ἑ­βρ. ι­α’ 39-40).
Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Ἰ­ω­άν­νου ἐ­πα­νέρ­χε­ται πολ­λές φο­ρές στούς ἁ­γί­ους «ἐ­νώ­πιον τοῦ Θρό­νου τοῦ Θε­οῦ» (Ἀ­ποκ. ζ’ 15). Οἱ προ­σευ­χές τους προ­σφέ­ρον­ται στόν Θε­ό σάν θυ­μι­ά­μα­τα ἀ­πό ἀγ­γέ­λους «ἐ­πί τό θυ­σι­α­στή­ριον τό χρυ­σοῦν τό ἐ­νώ­πιον τοῦ θρό­νου». Καί «ὁ κα­πνός τῶν θυ­μι­α­μά­των μέ τάς προ­σευ­χάς πάν­των τῶν ἀ­γί­ων ἐκ τῆς χει­ρός τοῦ ἀγ­γέ­λου» ἀ­νέ­βη ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ, μᾶς βε­βαι­ώ­νει ὁ Ἰ­ω­άν­νης (Ἀ­ποκ. η’ 3-4. Πρβλ. Ἀ­ποκ. ι­α’ 16-18).
Κά­θε ὀρ­θό­δο­ξος χρι­στια­νός μπο­ρεῖ στήν ἰ­δι­ω­τι­κή του προ­σευ­χή ν’ ἀ­πευ­θυν­θεῖ σέ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μέ­λος τῆς ἐν οὐ­ρα­νοῖς Ἐκ­κλη­σί­ας, εἴ­τε εἶ­ναι ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος ἅ­γιος εἴ­τε ὄ­χι. Ὅ­πως πα­ρα­τη­ρεῖ σύγ­χρο­νος ὀρ­θό­δο­ξος θε­ο­λό­γος, θά ἦ­ταν πο­λύ φυ­σι­κό πράγ­μα γιά ἕ­να ὀρ­φα­νό παι­δί νά ἐ­πι­κα­λεῖ­ται ὄ­χι μό­νο τή με­σο­λά­βη­ση τῆς Μη­τέ­ρας τοῦ Κυ­ρί­ου καί τῶν ἁ­γί­ων, ἀλ­λά καί τίς πρε­σβεῖ­ες τῶν δι­κῶν του γο­νέ­ων. Ὅ­μως στήν κοι­νή λα­τρεί­α ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­πευ­θύ­νει συ­νή­θως δε­ή­σεις μό­νο πρός ἐ­κεί­νους πού εἶ­ναι ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νοι ἅ­γιοι.
Ὅ­ταν λοι­πόν τι­μοῦ­με τούς ἁ­γί­ους, ὅ­ταν τούς πα­ρα­κα­λοῦ­με νά με­σο­λα­βή­σουν γιά μᾶς στόν Θε­ό, ὅ­πως θά κά­να­με καί γιά ἕ­να ζῶν­τα ἀ­δελ­φό μας, σύμ­φω­να μέ τό πα­ρά­δειγ­μα τῶν ἀ­πο­στό­λων (Κολ. δ’ 3. Α’ Θεσ. ε’ 25. Β’ Θεσ. γ’ 1. Ἑ­βρ. ι­γ’ 18), αὐ­τό δέν ση­μαί­νει πώς ἐ­ξαρ­τᾶ­με τή σω­τη­ρί­α μας ἀ­πό αὐ­τούς. Ἐ­κεῖ­νος πού ἐ­λε­εῖ καί σώ­ζει τόν ἄν­θρω­πο εἶ­ναι ὁ Χρι­στός, «ὁ ἀ­να­στάς ἐκ νε­κρῶν, ὁ ἀ­λη­θι­νός Θε­ός, ὁ ἀ­γα­θός καί φι­λάν­θρω­πος καί ἐ­λε­ή­μων».
Ἡ Πα­να­γί­α, οἱ ἄγ­γε­λοι καί ὅ­λοι οἱ ἅ­γιοι δέν σώ­ζουν τόν ἄν­θρω­πο, ἀλ­λά «πρε­σβεύ­ουν» γι’ αὐ­τόν, τόν «ἐν­δυ­να­μώ­νουν», τόν «προ­στα­τεύ­ουν» καί ἀ­να­πέμ­πουν στό Θε­ό προ­σευ­χές καί ἱ­κε­σί­ες ὑ­πέρ τῶν ἀ­δελ­φῶν καί ὁ­μο­δού­λων τους.
Αὐ­τή εἶ­ναν ἡ πί­στη τῶν ὀρ­θο­δό­ξων χρι­στια­νών: Ἡ πί­στη στόν ἕ­να καί μο­να­δι­κό Σω­τή­ρα Χρι­στόν καί ἡ πί­στη στήν ἀ­γά­πη τῶν ἀν­θρώ­πων τοῦ Χρι­στοῦ, τῶν ἁ­γί­ων, πού εἶ­ναι ζων­τα­νές εἰ­κό­νες τοῦ Χρι­στοῦ καί τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος. Τοῦ­το ἐκ­φρά­ζει ἄ­ρι­στα ἡ εὐ­χή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας:
«Δό­ξα σοι, Χρι­στέ ὁ Θε­ός, ἡ ἐλ­πίς ἡ­μῶν, δό­ξα σοι· ὁ ἀ­να­στάς ἐκ νε­κρῶν, Χρι­στός ὁ ἀ­λη­θι­νός Θε­ός ἡ­μῶν, ταῖς πρε­σβεί­αις τῆς Πα­να­χράν­του καί πα­να­μώ­μου ἁ­γί­ας αὐ­τοῦ Μη­τρός, δυ­νά­μει τοῦ τι­μί­ου καί ζω­ο­ποι­οῦ σταυ­ροῦ, προ­στα­σί­αις τῶν τι­μί­ων ἐ­που­ρα­νί­ων δυ­νά­με­ων ἀ­σω­μά­των, ἱ­κε­σί­αις τοῦ τι­μί­ου ἐν­δο­ξου προ­φή­του προ­δρό­μου καί βα­πτι­στοῦ Ἰ­ω­άν­νου.. καί πάν­των τῶν ἁ­γί­ων, ἐ­λε­ή­σαι καί σώ­σαι ἡ­μᾶς, ὡς ἀ­γα­θός καί φι­λάν­θρω­πος καί ἐ­λε­ή­μων Θε­ός».

ζ) Ὁ Θε­ός εἰ­σα­κού­ει τίς προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων
Ἀ­πό ὅ­σα ἀ­να­φέ­ρα­με προ­κύ­πτει πώς ὁ Θε­ός δέ­χε­ται τίς προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων ἀν­θρώ­πων καί ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται θε­τι­κά σ’ αὐ­τές.
Ἡ οἰ­κει­ό­τη­τα τοῦ Θε­οῦ μέ τούς ἁ­γί­ους ἀν­θρώ­πους καί ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α, θά ἔ­λε­γε κα­νείς, τοῦ Θε­οῦ γιά τή γνώ­μη τῶν ἀ­φω­σι­ω­μέ­νων παι­δι­ῶν Του προ­ξε­νεί με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση.
Ὁ Ἀ­βρα­άμ δι­α­πραγ­μα­τεύ­ε­ται μέ τόν Θε­ό τή σω­τη­ρί­α τῶν Σο­δό­μων καί Γο­μό­ρων σέ τέ­τοι­ο ση­μεῖ­ο, ὥ­στε νά κά­νει συ­νε­χῶς νέ­ες προ­τά­σεις στόν Θε­ό καί Ἐ­κεῖ­νος νά τίς ἀ­πο­δέ­χε­ται (Γέν. ι­η’ 23-33).
«Καί τώ­ρα ἄ­φη­σέ με νά κα­τα­στρέ­ψω αὐ­τούς ἐ­πά­νω στή δι­καί­α μου ὀρ­γή καί νά κά­νω τούς ἀ­πο­γό­νους σου ἔ­θνος μέ­γα», λέ­γει ὁ Θε­ός στόν Μω­ϋ­σῆ. Καί ὁ ἅ­γιος αὐ­τός ἄν­θρω­πος τοῦ ἀ­παν­τᾶ μέ τούς χα­ρι­τω­μέ­νους ἐ­κεί­νους λό­γους, πού φα­νε­ρώ­νουν ὅ­λη τήν οἰ­κει­ό­τη­τα καί τήν ἁ­πλό­τη­τα στίς σχέ­σεις του μέ τό Θε­ό:
«Δια­τί, Κύ­ρι­ε, θυ­μώ­νεις καί ὀρ­γί­ζε­σαι μέ τό λα­ό Σου, τόν ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξή­γα­γες ἀ­πό τήν Αἴ­γυ­πτο μέ με­γά­λη ἰ­σχύ καί μέ τήν παν­το­δύ­να­μο δε­ξιά Σου;» (Ἔ­ξοδ. λβ’ 9-11). Ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ πώς ὁ Θε­ός ἄ­κου­σε τή δέ­η­ση αὐ­τή τοῦ Μω­ϋ­σῆ καί δέν ἐ­τι­μώ­ρη­σε τό λα­ό (Ἔ­ξοδ. λβ΄ 14, πρβλ. Ψαλμ. ρε’ 23. Γέν. κ’ 7. Ἀ­ριθ. ι­α’ 2, κα’ 7. Δευ­τερ. λδ’ 10).
Στόν Ἱ­ε­ρε­μί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται πώς ὁ Θε­ός ἦ­ταν πρό­θυ­μος νά συγ­χω­ρή­σει ὁ­λό­κλη­ρη τήν πό­λη Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ ἄν ὑ­πῆρ­χε σ’ αὐ­τήν ἔ­στω καί ἕ­νας δί­και­ος· «πε­ρι­έλ­θε­τε εἰς τούς δρό­μους τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ καί ἴ­δε­τε, βε­βαι­ω­θῆ­τε, ζη­τή­σα­τε εἰς τάς πλα­τεί­ας αὐ­τῆς. Ἐ­άν θά εὕ­ρε­τε ἄν­θρω­πον, ὁ ὁ­ποῖ­ος νά πράτ­τη δι­και­ο­σύ­νη, νά εἶ­ναι ἀ­ξι­ό­πι­στος, τό­τε ἐ­γώ θά τούς ἐ­λε­ή­σω, λέ­γει Κύ­ριος» (Ἱ­ε­ρεμ. ε’ 1, πρβλ. Ἱ­εζ. κβ’ 30).
Ἀ­πό ὅ­λα αὐ­τά βγαί­νει τό συμ­πέ­ρα­σμα πού δι­α­τυ­πώ­νε­ται στήν ἴ­δια τήν ἁ­γί­α Γρα­φή: Τό θέ­λη­μα «τῶν φο­βου­μέ­νων αὐ­τόν» θά τό ἐκ­πλη­ρώ­σει «καί τῆς δε­ή­σε­ως αὐ­τών εἰ­σα­κού­σε­ται» (Ψαλμ. ρμδ’ 19, πρβλ. Ἰ­ώβ μβ’ 7-8. Γέν. κ’ 17).
Μή­πως ὅ­μως ὁ Θε­ός εἰ­σα­κού­ει μό­νο τίς προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων ἀν­θρώ­πων ἐ­φ’ ὅ­σον ζοῦν σ’ αὐ­τή τή ζω­ή;
Ἀ­πό ὅ­σα ἀ­να­φέ­ρα­με γί­νε­ται φα­νε­ρό πώς καί οἱ ἅ­γιοι πού βρί­σκον­ται στούς οὐ­ρα­νούς προ­σεύ­χον­ται στόν Θε­ό γιά τούς ἀ­δελ­φούς τους, δη­λα­δή γιά ὅ­λους ἑ­μᾶς καί μέ τή με­σι­τεί­α τους ἐ­πε­νερ­γοῦν­ται θαύ­μα­τα ἀ­πό τόν Θε­ό.
Ὁ Ἐ­λι­σαῖ­ος, πα­ρ’ ὅ­λον ὅ­τι ἔ­λα­βε δι­πλή χά­ρη (Δ’ Βα­σιλ. β’ 9), δέν κα­τόρ­θω­σε νά δι­αι­ρέ­σει τά νε­ρά τοῦ Ἰ­ορ­δά­νου, χτυ­πών­τας τα μέ τή μη­λω­τή τοῦ Ἠ­λί­α. Ὅ­μως τά νε­ρά δι­αι­ρέ­θη­καν ὅ­ταν ξα­να­κτύ­πη­σε καί ἐ­πι­κα­λέ­σθη­κε τό ὄ­νο­μα τοῦ Ἠ­λί­α (Δ’ Βα­σιλ. β’ 14).
Ὁ Ἰ­ού­δας ὁ Μακ­κα­βαῖ­ος βλέ­πει σέ ὀ­πτα­σί­α τόν ἀρ­χι­ε­ρέ­α Ὀ­νί­α νά ἔ­χει ὑ­ψω­μέ­να τά χέ­ρια πρός τόν οὐ­ρα­νό καί νά προ­σεύ­χε­ται θερ­μά γιά ὁ­λό­κλη­ρο τό γέ­νος τῶν Ἰ­ου­δαί­ων. Ὕ­στε­ρα μέ τόν ἴ­διο τρό­πο τοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε καί ἕ­νας ἄλ­λος, πο­λύ ἀ­ξι­ο­σέ­βα­στος γέ­ρον­τας, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Ὀ­νί­ας βε­βαι­ώ­νει: «Ὁ φι­λά­δελ­φος οὗ­τός ἐ­στιν ὁ πολ­λά προ­σευ­χό­με­νος πε­ρί τοῦ λα­οῦ καί τῆς ἁ­γί­ας πό­λε­ως, Ἱ­ε­ρε­μί­ας ὁ τοῦ Θε­οῦ προ­φή­της» (Β’ Μακκ. ι­ε’ 12-14).
Ὁ ἀ­πό­στο­λος Ἰ­ω­άν­νης βλέ­πει, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρα­με, τίς προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων σάν χρυ­σές φιά­λες γε­μά­τες θυ­μι­ά­μα­τα, σάν κά­τι δη­λα­δή πού εἶ­ναι πο­λύ­τι­μο στά μά­τια τοῦ Θε­οῦ (Ἀ­ποκ. ε’ 8). Βλέ­πει ἀ­κό­μη τό Θε­ό νά τη­ρεῖ τήν ὑ­πό­σχε­σή Του πρός τούς ἁ­γί­ους καί νά ἐκ­πλη­ρώ­νει τό αἴ­τη­μα γιά τήν ἐκ­δί­κη­ση τῶν ἀ­δελ­φῶν τους. Ὅ­μως προ­η­γου­μέ­νως ἐ­ξα­σφα­λί­ζε­ται μέ εἰ­δι­κή σφρά­γι­ση ἡ προ­στα­σί­α τῶν δι­καί­ων δη­λα­δή τῶν ἀ­δελ­φῶν τους πού ἀ­γω­νί­ζον­ται πά­νω στή γῆ, γιά νά λά­βουν καί αὐ­τοί τό στε­φά­νι τῆς νί­κης:
«Τό­τε ἦλ­θε ἄλ­λος ἄγ­γε­λος καί ἐ­στά­θη εἰς τό θυ­σι­α­στή­ριο μέ ἕ­να χρυ­σό θυ­μι­α­τή­ριο- καί τοῦ ἔ­δω­καν πο­λύ θυ­μί­α­μα, διά νά τό προ­σφέ­ρη μέ τάς προ­σευ­χάς ὅ­λων τῶν ἁ­γί­ων ἐ­πά­νω εἰς τό χρυ­σοῦν θυ­σι­α­στή­ριον, τό ὁ­ποῖ­ον ἦ­το ἐμ­πρός εἰς τόν θρό­νον. Καί ἀ­νέ­βη ὁ κα­πνός τοῦ θυ­μι­ά­μα­τος μέ τάς προ­σευ­χάς τῶν ἁ­γί­ων ἀ­πό τό χέ­ρι τοῦ ἀγ­γέ­λου ἐμ­πρός εἰς τόν Θε­όν. Τό­τε ἔ­λα­βε ὁ ἄγ­γε­λος τό θυ­σι­α­στή­ριο καί τό ἔρ­ρι­ψε εἰς τήν γῆ. Καί ἔ­γι­ναν βρον­ταί, φω­ναί, ἀ­στρα­παί καί σει­σμός» (Ἀ­ποκ. η’ 3-5).
Μέ τίς προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων ἡ ἀ­πάν­τη­ση ἔρ­χε­ται ἀ­π’ εὐ­θεί­ας ἀ­πό τό θυ­σι­α­στή­ριο καί ἀ­πό τόν θρό­νο τοῦ Θε­οῦ. Τό κα­κό καί τά ὄρ­γα­να τοῦ κα­κοῦ τι­μω­ροῦν­ται καί ἡ τά­ξη ἀ­πο­κα­θί­στα­ται στόν κό­σμο. Θά μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά πεῖ πώς ἡ τύ­χη ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κό­σμου βρί­σκε­ται στά χέ­ρια τῶν ἁ­γί­ων, ὅ­πως καί  ἡ σω­τη­ρί­α τῆς ἀ­γω­νι­ζο­μέ­νης Ἐκ­κλη­σί­ας πά­νω στή γῆ (πρβλ. Ματθ. ι­θ’ 28. Α’ Κορ. στ’ 2). Τίς προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων τίς με­τα­φέ­ρουν ἄγ­γε­λοι μέ­χρι τό θρό­νο τοῦ Θε­οῦ καί τίς προ­σφέ­ρουν θυ­σί­α πνευ­μα­τι­κή στό ἐ­που­ρά­νιο θυ­σι­α­στή­ριο (πρβλ. Τω­βίτ ι­β’ 12-15. Ζαχ. α’ 12).

η) Παν­τα­χοῦ πα­ρου­σί­α τῶν ἁ­γί­ων;
Οἱ ἅ­γιοι δέν εἶ­ναι παν­τα­χοῦ πα­ρόν­τες· ἡ παν­τα­χοῦ πα­ρου­σί­α εἶ­ναι γνώ­ρι­σμα μό­νο τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­μως οἱ ἅ­γιοι, ὅ­πως καί οἱ ἄγ­γε­λοι, εἶ­ναι συν­δε­δε­μέ­νοι μα­ζί μας μέ τήν ἀ­γά­πη (Λουκ. ι­ε’ 7, 10. Α’ Κορ. ι­γ’ 8) στό ἕ­να Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ.
Μέ τή χά­ρη τοῦ Ἁ­γιου Πνεύ­μα­τος οἱ ὅ­ροι τῆς φύ­σης κα­ταρ­γοῦν­ται στή ζω­ή τῶν ἁ­γί­ων. Ἔ­τσι πλη­ρο­φο­ροῦν­ται γιά μᾶς, χω­ρίς νά εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη ἡ παν­τα­χοῦ πα­ρου­σί­α. Αὐ­τό τό βλέ­που­με στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Ἐ­λι­σαί­ου (Α’ Βα­σιλ. 25-27), τοῦ Ἀ­βρα­άμ (Ματθ. η’ 56), τοῦ ἀ­ποστό­λου Πέ­τρου (Πράξ. ε’ 3) καί σέ ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις (Α’ Κορ. β’ 10-11, ι­β’ 7-11. Β’ Κορ. ι­θ’ 2-4. Ἀ­ποκ. στ’ 9-11). Βλέ­που­με πώς μέ τή χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος κα­ταρ­γοῦν­ται οἱ ὅ­ροι τῆς φύ­σης!
Γνω­ρί­ζου­με λοι­πόν μέ βε­βαι­ό­τη­τα πώς οἱ ἅ­γιοι βρί­σκον­ται σέ κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης μα­ζί μας, πλη­ρο­φο­ροῦν­ται τά γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς μας, προ­σεύ­χον­ται γιά μᾶς καί ὁ Θε­ός εἰ­σα­κού­ει τίς προ­σευ­χές τους, ὄ­χι ἀ­ναγ­κα­στι­κά, ἀλ­λά μέ βά­σει τή Θεί­α Του βού­λη­ση. Θά μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά πεῖ, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀν­θρώ­πι­νη ἔκ­φρα­ση, πώς ὁ Θε­ός αἰ­σθά­νε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­αι­σθη­σί­α στίς προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων.
Ἀ­κό­μη γνω­ρί­ζου­με πώς ὅ­λοι οἱ πι­στοί, πού συγ­κρο­τοῦ­με τό ἕ­να Σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, εἴ­μα­στε ἑ­νω­μέ­νοι «με­τά πάν­των τῶν ἀ­γί­ων»·  ὁ κα­θέ­νας ἀ­πο­τε­λεῖ ζων­τα­νό κύτ­τα­ρο τοῦ σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ κα­θέ­νας ἀ­νή­κει στόν ἄλ­λο· μπο­ρεῖ καί ὀ­φεί­λει νά ἐκ­φρά­σει ποι­κι­λό­τρο­πα αὐ­τό τό γε­γο­νός τοῦ ἀ­δελ­φι­κοῦ συν­δέ­σμου.
Στή θεί­α εὐ­χα­ρι­στί­α συ­ναν­τᾶ­ται καί συγ­κρο­τεῖ­ται ὁ­λό­κλη­ρη ἡ Ἐκ­κλη­σί­α- τε­λεῖ­ται γιά ὁ­λό­κλη­ρη τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὄ­χι μό­νο γιά ὅ­σους εἶ­ναι πα­ρόν­τες, οὔ­τε μό­νο γιά ὅ­σους ἀ­γω­νί­ζον­ται ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τή τή γῆ. Τε­λεῖ­ται καί ὑ­πέρ τῶν ἁ­γί­ων καί ταυ­τό­χρο­να, ἡ θεί­α εὐ­χα­ρι­στί­α πραγ­μα­τώ­νει καί ἐκ­φρά­ζει τήν κα­θο­λι­κό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τήν ἑ­νό­τη­τα «με­τά πάν­των τῶν ἁ­γί­ων». Εἶ­ναι γνω­στή ἡ εὐ­χή κα­τά τόν κα­θα­για­σμό τῶν τί­μι­ων δώ­ρων:
«Ἔ­τι προ­σφέ­ρο­μέν σοι τήν λο­γι­κήν ταύ­την λα­τρεί­αν ὑ­πέρ τῆς οἰ­κου­μέ­νης, ὑ­πέρ τῆς ἁ­γί­ας κα­θο­λι­κῆς καί ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας...». Καί σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο προ­σθέ­τει: «... πάν­των τῶν ἁ­γί­ων μνη­μο­νεύ­σαν­τες, ἑ­αυ­τούς καί ἀλ­λή­λους καί πᾶ­σαν τήν ζω­ήν ἡ­μῶν Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ πα­ρα­θώ­με­θα». Αὐ­τό ση­μαί­νει: Ἀ­φοῦ μνη­μο­νεύ­σα­με ὅ­λους τούς ἁ­γιους, ἄς ἐμ­πι­στευ­θοῦ­με τούς ἑ­αυ­τούς μας, ἄς ἐμ­πι­στευ­θοῦ­με ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο καί ὁ­λό­κλη­ρη τή ζω­ή μας, στό Χρι­στό, πού εἶ­ναι ὁ ἀ­λη­θι­νός Θε­ός.

θ) Οἱ ἅ­γιοι ἄγ­γε­λοι
Ὅ­πως ἔ­χου­με ἀ­να­φέ­ρει, καί οἱ ἄγ­γε­λοι ἀ­νή­κουν στό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, στήν Ἐκ­κλη­σί­α- καί οἱ ἅ­γιοι ἄγ­γε­λοι εἶ­ναι ἑ­νω­μέ­νοι μα­ζί μας στήν Μί­α, Ἁ­γί­α, Κα­θο­λι­κή καί Ἀ­πο­στο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α, πού ἐ­κτεί­νε­ται στούς οὐ­ρα­νούς καί στή γῆ. Αὐ­τό γί­νε­ται φα­νε­ρό ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πό τούς ὕ­μνους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας:
«Διά τοῦ Σταυ­ροῦ σου Χρι­στέ,
μί­α ποί­μνη γέ­γο­νεν, ἀγ­γέ­λων καί ἀν­θρώ­πων
καί μί­α Ἐκ­κλη­σί­α-
οὐ­ρα­νός καί γῆ ἀ­γάλ­λε­ται,
Κύ­ρι­ε δό­ξα σοι»!
(ὕ­μνος τῶν αἴ­νων τῆς Τε­τάρ­της τοῦ πρώ­του ἤ­χου).
Καί οἱ ἄγ­γε­λοι ἀ­νή­κουν στή δι­κή μας οἰ­κο­γέ­νεια «ἐν Χρι­στῷ». Μέ τή σταυ­ρι­κή θυ­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­καν στήν ἀ­ρε­τή καί μέ­νουν πι­στοί στήν πρω­ταρ­χι­κή τους ἀ­πο­στο­λή, πού εἶ­ναι δο­ξο­λο­γι­κή καί λει­τουρ­γι­κή (Ἡσ. στ’ 3. Λουκ. β’ 14). Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος λέ­γει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πώς εἶ­ναι πνεύ­μα­τα λει­τουρ­γι­κά, πού ἀ­πο­στέλ­λον­ται σέ ὑ­πη­ρε­σί­α γιά χά­ρη ἐ­κεί­νων πού μέλ­λουν νά κλη­ρο­νο­μή­σουν σω­τη­ρί­α (Ἑ­βρ. α’ 14).
Ἡ με­το­χή τῶν ἁ­γί­ων ἀγ­γέ­λων στό ἕ­να Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, δη­λα­δή τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρη δι­α­κο­νί­α τους νά ὑ­πη­ρε­τοῦν τό μυ­στή­ριο τῆς σω­τη­ρί­ας μας ἀ­πο­δει­κνύ­ει πώς βρί­σκον­ται σέ στε­νή σχέ­ση μα­ζί μας. Χαί­ρον­ται ὅ­ταν κά­ποι­ος ἐ­πι­στρέ­ψει στόν Χρι­στό καί ζή­σει τή ζω­ή τῆς εὐ­σε­βεί­ας (Λουκ. ι­ε’ 10). Ἕ­νας ὕ­μνος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας χα­ρα­κτη­ρί­ζει τούς ἁ­γί­ους ἀγ­γέ­λους «φύ­λα­κες τῆς σω­τη­ρί­ας μας»:
«Ἐν κό­σμῳ πρός τούς μέλ­λον­τας
πι­στεύ­ειν σοι ἐκ­πέμ­πον­ται,
ὥ­σπερ φύ­λα­κες τῆς σω­τη­ρί­ας
τῶν εὐ­σε­βῶν οἱ ἄγ­γε­λοι,
πε­ρι­έ­πον­τες, Σω­τήρ, τούς δού­λους σου»
(ὕ­μνος τῆς Δευ­τέ­ρας τοῦ τρί­του ἤ­χου)
Ὅ­πως ἤ­δη ἀ­να­φέ­ρα­με, οἱ ἅ­γιοι ἄγ­γε­λοι με­σι­τεύ­ουν γιά μᾶς καί με­τα­φέ­ρουν τίς προ­σευ­χές καί τίς προ­σφέ­ρουν εὐ­ά­ρε­στη θυ­σί­α στόν Θε­ό (Ζαχ. α’ 12-13. Τω­βίτ β’ 12-15. Ἀ­ποκ. η’ 3-5). Ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ πώς ὁ κά­θε πι­στός ἔ­χει τό δι­κό του ἄγ­γε­λο, τόν ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νά πα­ρα­κα­λέ­σει στήν προ­σευ­χή του:
«Ἅ­γι­ε ἄγ­γε­λε,
ὁ ἐ­φε­στώς τῆς ἀ­θλί­ας μου ψυ­χῆς
καί τα­λαι­πώ­ρου μου ζω­ῆς,
μή ἐγ­κα­τα­λεί­πῃς με τόν ἁ­μαρ­τω­λόν,
μη­δέ ἀ­πο­στῇς ἀ­π’ ἐ­μοῦ διά τήν ἀ­κρα­σί­αν μου...» (πρβλ.
   Γέν. μη’ 16. Ἔ­ξοδ. κγ’ 20. Ἰ­ώβ ε’ 4. Ψαλμ. λγ’ 8. Δαν. ι’
13, 20. Ματθ. ι­η’ 10. Πράξ. ι­β’ 15).

ι) Ἡ τι­μή τῶν ἁ­γί­ων
Ὁ Πα­νά­γιος Θε­ός ἐ­τί­μη­σε τούς ἁ­γί­ους σέ βαθ­μό πού δέν μπο­ροῦν νά τό κά­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι, ὁ­σο­δή­πο­τε καί ἐ­άν τι­μή­σουν τούς ἁ­γί­ους.
Στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἑκ­κλη­σί­α ἡ τι­μή καί ὁ σε­βα­σμός στούς ἁ­γί­ους ἐκ­δη­λώ­νε­ται καί μέ τήν προ­σκύ­νη­ση. Δέν πρό­κει­ται γιά λα­τρευ­τι­κή προ­σκύ­νη­ση, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἀ­πό τήν ἁ­γί­α Γρα­φή (Ἔ­ξοδ. κ’ 4-5. Δευ­τερ. στ’ 12-14. Ματθ. δ’ 10), για­τί πο­τέ κα­νείς ὀρ­θό­δο­ξος χρι­στια­νός δέν ἔ­χει τή συ­ναί­σθη­ση πώς προ­σκυ­νεῖ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ὄν (ἄγ­γε­λο ἤ ἄν­θρω­πο) σάν Θε­ό. Μό­νο σ’ αὐ­τή τήν πε­ρί­πτω­ση θά μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά μι­λή­σει γιά λα­τρεί­α. Μό­νο τό­τε ἡ προ­σκύ­νη­ση θά ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τη, δη­λα­δή λα­τρεί­α. Σέ ὅ­λες τίς ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις ἡ προ­σκύ­νη­ση εἶ­ναι τι­μη­τι­κή, δη­λα­δή σχε­τι­κή καί ὄ­χι ἀ­πό­λυ­τη.
Τούς ἁ­γί­ους λοι­πόν προ­σκυ­νοῦ­με χω­ρίς νά πα­ρα­γνω­ρί­ζου­με τή φύ­ση τους, χω­ρίς δη­λα­δή νά τούς ἐ­κλαμ­βά­νου­με γιά Θε­ούς, για­τί πα­ρα­δε­χό­μα­στε πώς ἡ προ­σκύ­νη­ση δέν εἶ­ναι πάν­το­τε ἐκ­δή­λω­ση λα­τρεί­ας. Ἄν αὐ­τόν πού προ­σκυ­νοῦ­με δέν τόν δε­χό­μα­στε γιά Θε­ό, τό­τε μέ τήν προ­σκύ­νη­ση δέν τοῦ ἀ­πο­δί­δου­με λα­τρεί­α, ἀλ­λά τι­μή καί ἐκ­φρά­ζου­με τήν ἀ­γά­πη μας. Μ’ αὐ­τή τήν τι­μη­τι­κή ἔν­νοι­α ὁ Δαυ­ΐδ προ­σκυ­νεῖ τόν Ἰ­ω­νά­θαν (Α’ Βα­σιλ. κ’ 41) καί τόν Σα­ούλ (Γ’ Βα­σιλ. λα’ 23), οἱ υἱ­οί τῶν προ­φη­τῶν προ­σκυ­νοῦν τόν Ἐ­λι­σαῖ­ο (Δ’ Βα­σιλ. λθ’ 15), ὁ Να­βου­χο-δο­νό­σορ προ­σκυ­νεῖ τόν Δα­νι­ήλ (Δαν. β’ 46). Ἀ­κό­μη καί στήν Και­νή Δι­α­θή­κη ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας προ­σκυ­νεῖ τόν Παῦ­λο καί τόν Σί­λα (Πράξ. ι­στ’ 29), ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος ὑ­πό­σχε­ται πώς θά ἀ­ναγ­κά­σει τούς Ἰ­ου­δαί­ους νά προ­σκυ­νή­σουν τόν ἐ­πί­σκο­πο Φι­λα­δελ­φεί­ας (Ἀ­ποκ. γ’ 9, πρβλ. Α’ Βα­σιλ. ε’ 4).
Ὅ­ταν ὅ­μως οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­ξέ­λα­βαν τόν Παῦ­λο καί τό Βαρ­νά­βα γιά Θε­ούς, τό­τε οἱ ἀ­πό­στο­λοι δέν ἐ­δέ­χθη­σαν αὐ­τή τήν προ­σκύ­νη­ση, για­τί ἦ­ταν λα­τρευ­τι­κή (Πράξ. ι­δ’ 11-15). Τό ἴ­διο πα­ρα­τη­ροῦ­με καί στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Ἰ­ω­άν­νη πού ἦ­ταν κα­τά­πλη­κτος ἀ­πό ἐ­κεῖ­να πού ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά δεῖ καί βρι­σκό­ταν κά­τω ἀ­πό τήν ἐ­πί­δρα­ση τῆς ὀ­πτα­σί­ας τοῦ ἴ­διου τοῦ Κυ­ρί­ου (Ἀ­ποκ. α’ 17-18). Νό­μι­σε πώς δέν ἔ­βλε­πε ἄγ­γε­λο, ἀλ­λά τόν ἴ­διο τόν Κύ­ριο. Γι’ αὐ­τό καί ἐ­πε­χεί­ρη­σε νά τόν προ­σκυ­νή­σει (Ἀ­ποκ. ι­θ’ 10, κβ’ 8-9). Ὁ ἄγ­γε­λος ὅ­μως τόν ἐ­πα­να­φέ­ρει στήν ἀ­λή­θεια τῶν γε­γο­νό­των: «σύν­δου­λός σού εἰ­μι»- δέν μοῦ ἀ­νή­κει τέ­τοι­α προ­σκύ­νη­ση, ἀ­νή­κει μό­νο στόν Θε­ό!
Ἄν πα­ρα­δε­χθοῦ­με πώς ὁ Ἰ­ω­άν­νης θέ­λη­σε νά προ­σκυ­νή­σει τόν ἄγ­γε­λο τι­μη­τι­κά, εἶ­χε αὐ­τό τό δι­καί­ω­μα (Ἀ­ριθμ. κβ’ 31. Ἰ­ησ. Ναυ­ῆ ε’ 14)· καί ἀ­σφα­λῶς στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή ἡ προ­σκύ­νη­ση δέν θά ἦ­ταν λα­τρευ­τι­κή. Τό­τε ἡ ἄρ­νη­ση τοῦ ἀγ­γέ­λου θά ἦ­ταν ἔν­δει­ξη τα­πει­νο­φρο­σύ­νης. Δι­α­φο­ρε­τι­κά πῶς ὁ Ἰ­ω­άν­νης ἀ­πο­τολ­μά νά προ­σκυ­νή­σει τόν ἄγ­γε­λο γιά δεύ­τε­ρη φο­ρά; (Ἀ­ποκ. κβ’ 8-9).
Αὐ­τή ἡ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στή λα­τρευ­τι­κή καί στήν τι­μη­τι­κή προ­σκύ­νη­ση ὑ­πάρ­χει ἤ­δη στήν πρω­το­χρι­στι­α­νι­κή ἐ­πο­χή. Στό μαρ­τύ­ριο τοῦ ἁ­γί­ου Πο­λυ­κάρ­που († 156), τό ὁ­ποῖ­ο συ­νέ­τα­ξαν αὐ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες, οἱ πρῶ­τοι χρι­στια­νοί ὁ­μο­λο­γοῦν:
«Δέν θά δυ­νη­θῶ­μεν οὔ­τε τόν Χρι­στόν νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψω­μεν πο­τέ, τόν πα­θόν­τα ὑ­πέρ τῆς σω­τη­ρί­ας τῶν σω­ζο­μέ­νων εἰς ὁ­λό­κλη­ρον τόν κό­σμον, τόν ἄ­μω­μον ὑ­πέρ τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν, οὔ­τε κά­ποι­ον ἄλ­λον νά λα­τρεύ­σω­μεν. Δι­ό­τι τοῦ­τον μέν προ­σκυ­νοῦ­μεν ὡς Υἱ­όν τοῦ Θε­οῦ, τούς δέ μάρ­τυ­ρας ἀ­γα­πῶ­μεν ὡς μα­θη­τάς τοῦ Κυ­ρί­ου, ἐ­πα­ξί­ως λό­γω τῆς ἀ­νυ­περ­βλή­του ἀ­φο­σι­ώ­σε­ως εἰς τόν βα­σι­λέ­α καί δι­δά­σκα­λόν των».
Τήν πί­στη αὐ­τή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας δι­α­τύ­πω­σε ἐ­πί­ση­μα ἡ Ζ’ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος: «Τόν μέν (Χρι­στόν) ὡς Θε­όν καί Δε­σπό­την, τούς δέ (ἁ­γί­ους) διά τόν κοι­νόν Δε­σπό­την, ὡς αὐ­τοῦ γνη­σί­ους θε­ρά­πον­τας τι­μῶν­τες καί σέ­βον­τες καί τήν κα­τά σχέ­σιν (δη­λα­δή σχε­τι­κή, ὄ­χι ἀ­πό­λυ­τη) προ­σκύ­νη­σιν ἀ­πο­νέ­μον­τες» (Συ­νο­δι­κό τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας τῆς Ζ’ Οἰκ. Συ­νό­δου).

ι­α) Οἱ ἑ­ορ­τές τῶν ἁ­γί­ων
Οἱ ὀρ­θό­δο­ξοι χρι­στια­νοί γι­ορ­τά­ζουν τίς μνῆ­μες τῶν ἁ­γί­ων. Τό γε­γο­νός τοῦ θα­νά­του ἑ­νός ἁ­γί­ου εἶ­ναι με­γά­λο. Δέν τό ἑ­ορ­τά­ζουν μό­νο οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λά καί οἱ ἄγ­γε­λοι καί «πᾶ­σα ἡ κτί­σις». Αὐ­τό ὑ­πο­γραμ-μί­ζε­ται στόν ὕ­μνο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας:
«Κύ­ρι­ε, ἐν τῇ μνή­μῆ τῶν ἁ­γί­ων σου
 πᾶ­σα ἡ κτί­σις ἑ­ορ­τά­ζει.
Οἱ οὐ­ρα­νοί ἀ­γάλ­λον­ται σύν τοῖς ἀγ­γέ­λοις
καί ἡ γῆ εὐ­φραί­νε­ται σύν τοῖς ἀν­θρώ­ποις».
Οἱ ἑ­ορ­τές τῶν ἁ­γί­ων δέν εἶ­ναι με­τα­γε­νέ­στε­ρη πα­ρά­δο­ση, ἀλ­λά πρω­το­χρι­στι­α­νι­κή. Ἡ ἡ­μέ­ρα τοῦ θα­νά­του ἑ­νός ἁ­γί­ου χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἤ­δη ἀ­πό τούς πρώ­τους αἰ­ῶ­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας «γε­νέ­θλιος ἡ­μέ­ρα». Οἱ πρῶ­τοι χρι­στια­νοί ση­μει­ώ­νουν στό μαρ­τύ­ριο τοῦ Πο­λυ­κάρ­που πώς συ­νέ­λε­ξαν τά ὀ­στά τοῦ μάρ­τυ­ρα, «τά τι­μι­ώ­τε­ρα ἀ­πό πο­λυ­τε­λεῖς λί­θους, καί εὐ­γε­νέ­στε­ρα ἀ­πό χρυ­σόν» καί τά ἐν­τα­φί­α­σαν σέ κα­τάλ­λη­λο τό­πο, ὥ­στε νά συ­να­θροί­ζον­ται ἐ­κεῖ καί νά ἑ­ορ­τά­ζουν «τήν γε­νέ­θλιον ἡ­μέ­ραν τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου του».
Τό νό­η­μα αὐ­τῆς τῆς ἑ­ορ­τῆς προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται στό μαρ­τύ­ριο τοῦ ἁ­γί­ου Πο­λυ­κάρ­που: «Διά τήν ἀ­νά­μνη­σιν ἐ­κεί­νων οἱ ὁ­ποῖ­οι ἠ­γω­νί­σθη­σαν πρίν ἀ­πό ἡ­μᾶς καί τήν ἄ­σκη­σιν καί προ­πα­ρα­σκευ­ήν ἐ­κεί­νων οἱ ὁ­ποῖ­οι εἰς τό μέλ­λον πρό­κει­ται νά ἀ­γω­νι­σθοῦν».
Οἱ πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­πως ὁ Μ. Βα­σί­λει­ος, ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος, ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος καί οἱ ἄλ­λοι, κά­νουν λό­γο γιά ἑ­ορ­τές, «λι­τα­νεῖ­ες καί πα­ρα­κλή­σεις» σέ να­ούς πρός τι­μήν τῶν ἁ­γί­ων. Μά­λι­στα ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος ὑ­πο­γραμ­μί­ζει τέ­τοι­ες λι­τα­νεῖ­ες καί πα­ρα­κλή­σεις στό να­ό «ὅ­που καί τά λεί­ψα­να τῶν ἀ­πο­στό­λων», προ­κει­μέ­νου νά ἀ­πο­φευ­χθοῦν τά δει­νά τῆς πό­λης. Σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ὑ­πο­γραμ­μί­ζει πώς ἡ δύ­να­μη τῶν ἁ­γί­ων μαρ­τύ­ρων «κα­θη­με­ρι­νῶς ζεῖ καί ἐ­νερ­γεῖ, έκ­δι­ώ­κει δαι­μό­νια, ἀ­πο­μα­κρύ­νει τάς ἀ­σθε­νεί­ας, ἐμ­ψυ­χώ­νει πό­λεις ὁ­λο­κλή­ρους καί συ­να­θροί­ζει ἐ­δῶ πλῆ­θος».
Αὐ­τή τήν πρω­το­χρι­στι­α­νι­κή πα­ρά­δο­ση συ­νε­χί­ζει μέ­χρι σή­με­ρα καί ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α καί ἑ­ορ­τά­ζει τήν «γε­νέ­θλιο ἡ­μέ­ρα» τῶν ἁ­γί­ων, ὅ­πως καί ἄλ­λα γε­γο­νό­τα πού συν­δέ­ον­ται μέ τούς ἁ­γί­ους καί μέ τή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, πού ἐ­νερ­γεῖ μέ­σω τῶν ἁ­γί­ων (με­τα­κο­μι­δή τῶν ἱ­ε­ρῶν λει­ψά­νων, ἐ­πέ­τει­ος θαύ­μα­τος κ.ο.κ.).
Κλεί­νον­τες τό κε­φά­λαι­ο αὐ­τό πα­ρα­τη­ροῦ­με πώς οἱ ἅ­γιοι δέν ἔ­χουν δι­κή τους ἁ­γι­ό­τη­τα, ἀλ­λά με­τέ­χουν στήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ. Εἶ­ναι «να­οί τοῦ Θε­οῦ» καί «κα­τοι­κη­τή­ρια τοῦ Θε­οῦ ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι». Γι’ αὐ­τό καί ἡ δό­ξα τῶν ἁ­γί­ων δέν εἶ­ναι κτι­στή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἀλ­λά εἶ­ναι τό ἄ­κτι­στο θεῖ­ο φῶς, ἡ με­γά­λη δω­ρε­ά καί χά­ρη τοῦ ἁ­γί­ου Θε­οῦ στή ζω­ή τῶν ἁ­γί­ων.
Γι’ αὐ­τό καί αὐ­τή ἡ χά­ρη καρ­πο­φο­ρεῖ καί ὁ­δη­γεῖ τόν ἄν­θρω­πο στήν ἀ­γά­πη, τή χα­ρά, τήν εἰ­ρή­νη (Γαλ. ε’ 22), ὄ­χι μό­νο μέ τόν ἑ­αυ­τό του καί τούς συ­ναν­θρώ­πους, ἀλ­λά καί μέ ὁ­λό­κλη­ρη τή δη­μι­ουρ­γί­α. Ὁ «χα­ρι­τω­μέ­νος» ἄν­θρω­πος ἐκ­πέμ­πει ἐ­κεί­νη τήν εὐ­ω­δί­α τοῦ Ἀ­δάμ, πού ἡ­μερεύ­ει ἀ­κό­μη καί τά ἄ­γρια θη­ρί­α.

Ἡ ἀ­γά­πη τῶν ἁ­γί­ων δέν μέ­νει ἀ­νε­νερ­γός ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ. Οἱ ἅ­γιοι πρε­σβεύ­ουν γιά μᾶς καί γιά ὁ­λό­κλη­ρη τή δη­μι­ουρ­γί­α ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­ού, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται μέ τήν ἀ­γά­πη Του στίς ἱ­κε­σί­ες καί στήν ἀ­γά­πη τῶν ἁ­γί­ων κα­ταρ­γεῖ τούς ὅ­ρους τῆς φύ­σης καί ἐ­πεμ­βαί­νει μέ ἀ­γά­πη εὐ­ερ­γε­τι­κά στή ζω­ή μας.

Share:

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Η φωτογραφία μου
Για την προστασία του ελληνορθόδοξου πολιτισμού της οικογενείας της νεολαίας και του πολίτη.

Translate

Από το Blogger.

Follow by Email

Ετικέτες

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΑΙΔ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΏΤΟΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΟΜΙΛΙΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΣΟΦΙΑ ΑΠOKPYΦIΣMOΣ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΑ ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ ΑΡΧΙΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΜΥΡΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΑΪΔΩΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΑNTIAIPETIKO ΣEMINAPIO ΒΙΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΓΙΟΓΚΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ ΕΤΕΡΟΘΡΗΣΚΟΙ ΘΕΟΣΟΦΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΡΙΔΟΛΟΓΙΑ ΙΣΛΑΜ ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΙΩΝΗ Κ. ΒΑΪΟΣ ΠΡΑΝΤΖΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗ ΚΩΝΣΤ. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΟΓΟΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΣΜΟΣ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΝΕΟΓNΩΣTIKIΣMOΣ ΝΕΟEIΔΩΛOΛATPEIA ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ Π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΙΔΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΠΑΤΕΡ ΙΩΣΗΦ ΒΙΓΛΙΩΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΚΟΠΙΑ ΠΙΣΤΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΟΜΙΛΙΩΝ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣΥΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΡΩΤ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ ΡΕΦΛΕΞΟΛΟΓΙΑ ΣΑΤΑΝΙΣΜΟΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΣΚΟΠΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΧΙΣΜΑ ΤΡΙΤΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΦΥΛΟ ΧΙΛΙΑΣΤΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΨΕΥΔΟ-ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ ΨΗΦΙΣΜΑ ΨEYΔOΠPOΦHTEΣ ΨEYTOMEΣΣIEΣ

Ετικέτες

Προτεινόμενη ανάρτηση

Ο ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ

Ὁ τί­μιος σταυ­ρός ἔ­χει με­γά­λη θέ­ση στήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή τῶν ὀρ­θο­δό­ξων χρι­στια­νῶν. Ὑ­πάρ­χει στά λει­τουρ­γι­κά κεί­με­να, στό...

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *