Όριο Πίστεως


ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2019

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

Κα­τά τήν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ κό­σμου τού­του ὁ γά­μος ἀ­πο­τε­λεῖ σύμ­βα­ση ἀ­νά­με­σα σέ δύ­ο ἀν­θρώ­πους δι­α­φο­ρε­τι­κοῦ φύ­λου, γιά τήν ἱ­κα­νο­ποι­ή­ση ἐ­πι­θυ­μι­ῶν καί τήν ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση συμ­φε­ρόν­των καί σκο­πῶν τῆς ζω­ῆς αὐ­τῆς.
Μ’ αὐ­τή τήν ἔν­νοι­α ὁ γά­μος ἀ­πο­τε­λεῖ φυ­σι­κό θε­σμό· δέν ἔ­χει ση­μα­σί­α ἄν τε­λεῖ­ται μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἤ στό Δη­μαρ­χεῖ­ο, ἄν εὐ­λο­γεῖ­ται ἀ­πό τόν ἱ­ε­ρέ­α ἤ πι­στο­ποι­εῖ­ται ἀ­πό τή Δη­μο­τι­κή Ἀρ­χή.
Ποί­α ὅ­μως εἶ­ναι ἡ πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας; Εἶ­ναι ὁ γά­μος ἁ­πλός φυ­σι­κός θε­σμός ἤ μή­πως ὑ­πη­ρε­τεῖ τό σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ, πού εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­στρο­φή τοῦ ἀν­θρώ­που στήν κοι­νω­νί­α τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε μέ τήν πτώ­ση του;

Γιά νά ἀ­ξι­ο­λο­γή­σου­με ὀρ­θά τό γά­μο μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α πρέ­πει νά ἀ­να­φερ­θοῦ­με στήν ὑ­παρ­ξια­κή ταυ­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που.
Ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ πῶς ὁ ἄν­θρω­πος πλά­σθη­κε «κα­τ’ εἰ­κό­να» τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ, δη­λα­δή ὄ­χι ὡς ἄ­το­μο, ἀλ­λά ὡς κοι­νω­νί­α προ­σώ­πων: «Καί ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σεν ὁ Θε­ός τόν ἄν­θρω­πο, κα­τ’ εἰ­κό­να Θε­οῦ ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε αὐ­τόν, τούς ἔ­κα­νε ἄν­δρα καί γυ­ναί­κα» (Γεν. α’ 27).
Ἡ εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ, δη­λα­δή ὁ ἄν­θρω­πος, δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­πό τήν ἀρ­χή ὡς ζεῦ­γος, ὡς ἄν­δρας καί γυ­ναί­κα. Ὅ­πως ὁ Τρι­α­δι­κός Θε­ός δέν εἶ­ναι μο­νά­δα, ἀλ­λά Τριά­δα, δη­λα­δή κοι­νω­νί­α προ­σώ­πων, ἔ­τσι καί ὁ ἄν­θρω­πος δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ὄ­χι ὡς μο­νά­δα, ἀλ­λά ὡς ζευ­γά­ρι- «ὁ ποι­ή­σας ἀ­π’ ἀρ­χῆς ἄρ­σεν καί θή­λυ ἐ­ποί­η­σεν αὐ­τούς», ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στής (Ματθ. ι­θ’ 4, πρβλ. Γέν. α’ 27).
Τό δόγ­μα τῆς Ἁ­γιας Τριά­δος, πού ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς οὐ­σί­ας καί τήν τρι­α­δι­κό­τη­τα τῶν ὑ­πο­στά­σε­ων ἀ­πο­τε­λεῖ βα­σι­κή ἀ­λή­θεια καί ἀν­τι­στοι­χεῖ στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που. Αὐ­τή ἡ μο­να­δι­κή Θεί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πο­τε­λεῖ τή βά­ση τῆς ζω­ῆς μας καί τό θε­μέ­λιο τῆς σω­τη­ρί­ας μας. Ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­πλά­σθη κα­τ’ εἰ­κό­να τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ καί ὡς πρός τή φύ­ση του καί ὡς πρός τό γε­γο­νός τῆς ἑ­νό­τη­τας μέ τούς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ λό­γος γιά τόν ὁ­ποῖ­ο δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­πό τήν ἀρ­χή σάν ζευ­γά­ρι, ὡς ἄν­δρας καί ὡς γυ­ναί­κα.

β) Σκο­πός τοῦ γά­μου
Ὑ­πάρ­χει ἡ ἀν­τί­λη­ψη πώς ὁ βα­σι­κός σκο­πός τοῦ γά­μου εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­κτη­ση τέ­κνων. Δέν ὑ­πάρ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α πώς ἠ τε­κνο­ποι­ΐ­α εἶ­ναι μέ­σα στούς σκο­πούς αὐ­τοῦ τοῦ ἱ­ε­ροῦ μυ­στη­ρί­ου- ὅ­μως δέν εἶ­ναι ὁ ἔ­σχα­τος σκο­πός.
Ὁ προ­φή­της Μα­λα­χί­ας ὑ­πο­γραμ­μί­ζει πώς ἐγ­γυ­η­τής καί μάρ­τυ­ρας τοῦ συ­ζυ­γι­κοῦ δε­σμοῦ εἶ­ναι ὁ Θε­ός, ὁ κοι­νός Δη­μι­ουρ­γός τοῦ ἄν­δρα καί τῆς γυ­ναί­κας. Κα­τα­πο­λε­μεῖ τήν ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἐ­πο­χῆς, σύμ­φω­να μέ τήν ὁ­ποί­α μο­να­δι­κός σκο­πός τοῦ γά­μου εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­κτη­ση τέ­κνων καί ὅ­τι γι’ αὐ­τό τό λό­γο ἐ­πι­τρέ­πε­ται τό δι­α­ζύ­γιο ὕ­στε­ρα ἀ­πό τήν ἐκ­πλή­ρω­ση αὐ­τοῦ τοῦ σκο­ποῦ. Γιά τόν Μα­λα­χί­α ἠ οὐ­σί­α τοῦ μυ­στη­ρί­ου βρί­σκε­ται στήν πραγ­μά­τω­ση τῆς κοι­νῆς ζω­ῆς, στή δι­α­τή­ρη­ση καί στήν αὔ­ξη­ση τοῦ ἀ­δι­άρ­ρη­κτου δε­σμοῦ τῶν συ­ζύ­γων, πού γί­νον­ται ἕ­να πνεῦ­μα καί μί­α σάρ­κα (Μα­λαχ. β’ 14-15. Γέν β’ 24. Ματθ. ι­θ’ 5. Μάρκ. ι’ 8, πρβλ. Σοφ. Σολ. δ’ 1-6. Σοφ. Σειρ. ι­στ’ 1-4).
Στό ἑ­βρα­ϊ­κό κεί­με­νο ἀ­να­φέ­ρε­ται πώς ὁ Θε­ός «μι­σεῖ τήν ἀ­πό­λυ­ση», δη­λα­δή τό δι­α­ζύ­γιο, τό ὁ­ποῖ­ο κα­τα­λύ­ει τόν πρω­ταρ­χι­κό σκο­πό τοῦ γά­μου (Μα­λαχ. β’ 16). Ἡ δι­ά­σπα­ση τοῦ δε­σμοῦ αὐ­τοῦ, πού ἐκ­φρά­ζει τήν κα­θο­λι­κή ἑ­νό­τη­τα ἀ­νά­με­σα σέ δύ­ο ἀν­θρώ­πους, δέν ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται πρός τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ καί εἶ­ναι ἀν­τί­θε­τος μέ τήν ἴ­δια τή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που.
Ὁ ἄν­θρω­πος πλά­σθη­κε ἀ­πό τόν Θε­ό ὄ­χι σάν κά­ποι­ο ὄν ἀ­πο­κομ­μέ­νο ἀ­πό τούς ὁ­μοί­ους του, ἀλ­λά σάν κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης. Καί εἶ­ναι φα­νε­ρό πώς ἡ κοι­νω­νί­α αὐ­τή δέν πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ἔ­ξω ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, πού εἶ­ναι ἡ πη­γή τῆς ἑ­νό­τη­τας καί τῆς ἁ­γά­πης μέ­σα στόν κό­σμο. Αὐ­τό τό βλέ­που­με κα­θα­ρά στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Ἀ­δάμ.
Ἐ­φό­σον ὁ Ἀ­δάμ ἔ­με­νε στήν κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ, ἔ­βλε­πε τή γυ­ναί­κα του, τήν Εὔ­α, σάν ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν ἑ­αυ­τό του (Γέν. β’ 23-24). Ὅ­ταν ὅ­μως μέ τήν πρά­ξη τῆς πα­ρα­κο­ῆς ἔ­παυ­σε νά ταυ­τί­ζει τό θέ­λη­μά του μέ τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, ὅ­ταν δη­λα­δή ἔ­παυ­σε νά ἀ­γα­πᾶ τόν Θε­ό, τό­τε εἶ­δε τή γυ­ναί­κα του σάν κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό, σάν ἕ­να ἄ­το­μο ξέ­νο. Γι’ αὐ­τό καί δέν ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νά ἀ­να­λά­βει ὁ ἴ­διος τήν εὐ­θύ­νη τῆς πα­ρα­κο­ῆς (Γέν. γ’ 12).
Μέ τό ἱ­ε­ρό μυ­στή­ριο τοῦ γά­μου ὁ πι­στός ξα­να­το­πο­θε­τεῖ­ται στό δρό­μο, γιά νά ξα­να­βρεῖ τήν ἑ­νό­τη­τα στή μί­α καί ἑ­νια­ία ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, νά ξα­να­γί­νει κοι­νω­νί­α προ­σώ­πων. Αὐ­τήν ἀ­κρι­βῶς τήν ἑ­νό­τη­τα κα­λοῦν­ται νά ζή­σουν οἱ χρι­στια­νοί σύ­ζυ­γοι μέ­σα στό γά­μο, ὅ­που γί­νον­ται πραγ­μα­τι­κά ἕ­να σῶ­μα. Γι’ αὐ­τή τήν ἑ­νό­τη­τα λέ­γει ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος:
«Ὡ­σάν ά­πό μί­α κε­φα­λή, συ­νέ­δε­σε τό σῶ­μα ὁ­λο­κλή­ρου τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους. Καί ἐ­πει­δή ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό τήν ἀρ­χή ἐ­νό­μι­ζαν ὅ­τι εἶ­ναι δύ­ο, κύτ­τα­ξε πῶς συ­νε­νώ­νει πά­λι καί συ­σφίγ­γει αὐ­τούς εἰς ἕ­να διά τοῦ γά­μου. Ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τῆς τῆς σχέ­σης, λέ­γει, θά ἐγ­κα­τα­λεί­ψει ὁ ἄν­δρας τόν πα­τέ­ρα καί τήν μη­τέ­ρα του καί θά προ­ση­λω­θεῖ στή γυ­ναί­κα του, ὥ­στε οἱ δύ­ο νά γί­νουν μί­α σάρ­κα”» (Γέν. β’ 24).
«Εἶ­δες πό­σους δε­σμούς ἀ­γά­πης ἐ­πε­νό­η­σε ὁ Θε­ός; Ἀλ­λ’ αὐ­τά μέν τά ἐ­νέ­χυ­ρα κα­τέ­θε­σε στήν ὁ­μό­νοι­α ἀ­πό τή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Δι­ό­τι τό νά εἶ­ναι ἀ­πό τήν ἴ­δια οὐ­σί­α, σ’ αὐ­τό ὁ­δη­γεῖ- ἐ­πει­δή κά­θε ζῶ­ο ἀ­γα­πᾶ τά ζῶ­α τοῦ εἴ­δους του- καί τό νά ἔ­χει γί­νει ἡ γυ­ναί­κα ἀ­πό τόν ἄν­δρα καί τό νά γί­νων­ται πά­λι τά τέ­κνα καί ἀ­πό τούς δύ­ο. Δι’ αὐ­τό καί δη­μι­ουρ­γοῦν­ται πολ­λοί τρό­ποι διά σχέ­σεις με­τα­ξύ μας. Δη­λα­δή τόν μέν νά ἀ­γα­πᾶ­με ὡς πα­τέ­ρα, τόν δέ ὡς παπ­ποῦ· καί τήν μέν ὡς μη­τέ­ρα, τήν δέ ὡς τρο­φό- καί τόν μέν ὡς υἱ­ό καί ἔγ­γο­νο καί δι­σέγ­γο­νο, τήν δέ ὡς κό­ρη καί ἐγ­γο­νή- καί τόν μέν ὡς ἀ­δελ­φό, τόν δέ ὡς ἀ­νε­ψιό...».
Ἡ ἐν­το­λή τῆς ἀ­γά­πης εἶ­ναι «με­γά­λη καί βα­ρεῖ­α», λέ­γει σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ὁ Χρυ­σό­στο­μος καί ὑ­πο­γραμ­μί­ζει: «Διά τοῦ­το ἐ­πρό­λα­βεν ὁ Θε­ός καί ἔ­βα­λε μέ­σα σ’ ὅ­λη τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μί­α ἀ­γα­πη­τι­κή δύ­να­μη, καί φυ­σι­κά οἱ γο­νεῖς ἀ­γα­ποῦν τά παι­διά τους καί οἱ συγ­γε­νεῖς ἀ­γα­ποῦν ἀ­να­με­τα­ξύ τους ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο καί οἱ φί­λοι ἀ­γα­ποῦν τούς φί­λους τους, διά νά βο­η­θεῖ­ται ἡ λο­γι­κή φύ­ση τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πό τή φυ­σι­κή δύ­να­μη τῆς ἀ­γά­πης πού τῆς ἔ­δω­κε ὁ Θε­ός καί νά με­τα­χει­ρί­ζε­ται μέ δύ­να­μη τήν προ­αι­ρε­τι­κή ἀ­γά­πη. Δι­ό­τι τήν με­γά­λη καί τε­λει­ω­τι­κή ἐν­το­λή τῆς ἀ­γά­πης πού ἔ­δω­κε ὁ Θε­ός, δέν τήν ἀ­νέ­φε­ρε στή φυ­σι­κή ἀ­γά­πη, άλ­λά στήν προ­αι­ρε­τι­κή».
Ὁ γά­μος λοι­πόν βά­ζει τόν ἄν­θρω­πο στήν πο­ρεί­α πρός τήν πλη­ρό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης πού εἶ­ναι δια­ρκής. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ πλέ­ον βα­σι­κός σκο­πός τοῦ γά­μου- ἡ πλη­ρό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης, πού μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­ξει ἀ­κό­μη καί στά ἄ­τε­κνα ζευ­γά­ρια (πρβλ. Σοφ. Σολ. δ’ 1-6. Σοφ. Σειρ. ι­στ’ 1-5).
Ὅ­μως ἡ ὕ­παρ­ξη τέ­κνων προ­σθέ­τει στό χρι­στι­α­νι­κό γά­μο ἕ­να νέ­ο στοι­χεῖ­ο, τήν πα­τρό­τη­τα καί τήν μη­τρό­τη­τα, πού ἀ­πο­τε­λεῖ ξε­χεί­λι­σμα τῆς ἀ­γά­πης τῶν δύ­ο προ­σώ­πων, γιά νά ἀγ­κα­λιά­σει καί νέ­ες ὑ­πάρ­ξεις, γιά τίς ὁ­ποῖ­ες οἱ δύ­ο σύ­ζυ­γοι εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νά προ­σφέ­ρουν τά πάν­τα. Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό οἱ σύ­ζυ­γοι κα­τορ­θώ­νουν νά ὑ­περ­βοῦν τόν ἑ­αυ­τό τους καί νά δο­θοῦν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά στήν ἀ­γά­πη πρός τόν ἄλ­λο, νά προ­ε­τοι­μα­σθοῦν γιά τήν πλη­ρό­τη­τα ἐ­κεί­νης τῆς ἀ­γά­πης, πού κα­λοῦν­ται νά ζή­σουν αἰ­ώ­νια (Α’ Κορ. ι­γ’ 8-12. Ἐ­φεσ. ε’ 25-23).
Δέν ὑ­πάρ­χει λοι­πόν ἀμ­φι­βο­λί­α πώς ἡ δι­α­φο­ρο­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που (ἄν­δρας καί γυ­ναί­κα) καί ὁ γά­μος ἀ­πο­τε­λοῦν εὐ­ερ­γε­σί­α τοῦ Θε­οῦ πρός τόν ἄν­θρω­πο καί ἀ­πό­δει­ξη τῆς στορ­γι­κῆς Του φρον­τί­δας, ἡ ὁ­ποί­α με­τά τήν πτώ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που συ­νι­στᾶ προ­ϋ­πό­θε­ση γιά τήν ἐλ­πί­δα τῆς σω­τη­ρί­ας πού ὑ­πο­σχέ­θη­κε ὁ Θε­ός. Για­τί ὁ Θε­ός ἀ­πό τήν πρώ­τη στιγ­μή τῆς πτώ­σης ὑ­πο­σχέ­θη­κε στόν ἄν­θρω­πο τήν ἀ­νόρ­θω­ση· δέν τόν ἄ­φη­σε νά πε­ρι­πλα­νᾶ­ται χω­ρίς ἐλ­πί­δα (Γέν. γ’ 15).
Πρό­κει­ται γιά τήν ἐν­σάρ­κω­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος «ἐ­κέ­νω­σε» τόν ἑ­αυ­τό του, γιά νά γί­νει ἄν­θρω­πος καί δέν ἐ­δί­στα­σε νά προ­χω­ρή­σει μέ­χρι τήν ἔ­σχα­τη θυ­σί­α ἐ­πά­νω στόν σταυ­ρό γιά χά­ρη τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου λα­οῦ Του (Φι­λιπ. β’ 7).
Πῶς θά ἦ­ταν δυ­να­τό νά ἐν­νο­ή­σει ὁ ἄν­θρω­πος τῆς πτώ­σης μιά τέ­τοι­α ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ; Εἶ­χε ἀ­νάγ­κη ἕ­να προ­μή­νυ­μα τῆς τέ­λειας αὐ­τῆς ἕ­νω­σης τῆς Θεί­ας φύ­σης μέ τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση. Αὐ­τή ἡ προ­τύ­πω­ση καί προ­ει­κό­νι­ση, τό μή­νυ­μα τῆς λύ­τρω­σης τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τήν ἐν­σάρ­κω­ση τοῦ Χρι­στοῦ, εἶ­ναι τό γε­γο­νός τοῦ γά­μου με­τα­ξύ ἀν­δρός καί γυ­ναι­κός (Ἐ­φεσ. ε’ 25-33).
Ἔ­τσι ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ ἀ­πο­τε­λεῖ τήν ἀ­φε­τη­ρί­α τοῦ γά­μου καί ταυ­τό­χρο­να τό τέ­λος καί τόν σκο­πό τοῦ γά­μου, πού εἶ­ναι ἡ βί­ω­ση τῆς κοι­νω­νί­ας τῆς ἀ­γά­πης.

γ) Ὁ χρι­στι­α­νι­κός γά­μος
Μέ ὅ­σα ἀ­να­φέ­ρα­με γί­νε­ται φα­νε­ρό πώς ὁ χρι­στι­α­νι­κός γά­μος ξε­περ­νά­ει τούς ἐν­δο­κο­σμι­κούς σκο­πούς καί βρί­σκει τή δι­καί­ω­σή του στό ὅ­λο σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ γιά τή σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που.
Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὅ­τι ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή, μι­λών­τας γιά τό γά­μο, ἀ­να­φέ­ρε­ται στό γά­μο τοῦ Χρι­στοῦ μέ τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί ταυ­τό­χρο­να στό γά­μο ἀ­νά­με­σα στόν ἄν­δρα καί στή γυ­ναί­κα. Ἔ­τσι ὁ χρι­στι­α­νι­κός γά­μος εἶ­ναι μυ­στή­ριο «εἰς Χρι­στόν καί εἰς τήν Ἐκ­κλη­σί­αν», συ­σχε­τί­ζε­ται πάν­το­τε μέ τόν δε­σμό τοῦ Χρι­στοῦ μέ τήν Ἐκ­κλη­σί­α.
«Ὁ ἄν­δρας», λέ­γει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος «εἶ­ναι κε­φα­λή τῆς γυ­ναι­κός, ὅ­πως καί ὁ Χρι­στός εἶ­ναι κε­φα­λή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, καί αὐ­τός εἶ­ναι ὁ σω­τήρ τοῦ σώ­μα­τος... Οἱ ἄν­δρες ἀ­γα­πᾶ­τε τίς γυ­ναῖ­κες σας, ὅ­πως καί ὁ Χρι­στός ἀ­γά­πη­σε τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί πα­ρέ­δω­κε τόν ἑ­αυ­τό Του δι’ αὐ­τήν, διά νά τήν ἁ­γιά­σει, ἀ­φοῦ τήν κα­θά­ρι­σε μέ τό λου­τρό τοῦ ὕ­δα­τος διά τοῦ λό­γου, διά νά πα­ρου­σιά­σει στόν ἑ­αυ­τό Του ἔν­δο­ξη τήν Ἐκ­κλη­σί­α, χω­ρίς νά ἔ­χει κη­λί­δα ἤ ρυ­τί­δα ἤ τί­πο­τε ἀ­πό αὐ­τά, ἀλ­λά νά εἶ­ναι ἁ­γί­α καί ἄ­μω­μος. Οἱ ἄν­δρες ὀ­φεί­λουν νά ἀ­γα­ποῦν τίς γυ­ναῖ­κες τους σάν τά δι­κά τους σώ­μα­τα... Τό μυ­στή­ριο τοῦ­το εἶ­ναι με­γά­λο- ἐ­γώ δέ τό ἐ­ξη­γῶ ὅ­τι ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν Χρι­στό καί στήν Ἐκ­κλη­σί­α» (Ἐ­φεσ. ε’ 22-32).
Ὁ δε­σμός τοῦ Χρι­στοῦ μέ τήν Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι τό πρό­τυ­πο τοῦ συ­ζυ­γι­κοῦ δε­σμοῦ. Ἔ­τσι ὁ χρι­στι­α­νι­κός γά­μος, «εἰς Χρι­στόν καί εἰς τήν Ἐκ­κλη­σί­αν», γί­νε­ται «μέ­γα μυ­στή­ριον». Σ’ αὐ­τό τό γά­μο ὁ ἄν­θρω­πος ξε­περ­νᾶ τόν ἑ­αυ­τό του, παύ­ει νά ζεῖ ἐ­γω­ῖ­στι­κά, μέ κέν­τρο τό ἐ­γώ του. Ὑ­περ­βαί­νει τή δι­αί­ρε­ση καί ξα­να­βρί­σκει τόν πραγ­μα­τι­κό του ἑ­αυ­τό στήν ἑ­νό­τη­τα καί στήν ἀ­γά­πη τοῦ γά­μου. Ὁ ἄν­δρας καί ἡ γυ­ναί­κα, πού στήν ἀρ­χή ἐ­νό­μι­ζαν πώς εἶ­ναι δύ­ο, γί­νον­ται καί πά­λι ἕ­νας.
 Αὐ­τή ἡ ἑ­νό­τη­τα θά ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ στή Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, ὅ­που δέν θά ὑ­πάρ­χει πλέ­ον «ἄρ­σεν καί θή­λυ», ἀλ­λά ὅ­λοι θά εἴ­μα­στε «εἷς ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ», ὅ­πως οἱ ἄγ­γε­λοι στόν οὐ­ρα­νό· αὐ­τήν τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα προ­γεύ­ε­ται ὁ πι­στός μέ­σα στό μυ­στή­ριο τῆς θεί­ας εὐ­χα­ρι­στί­ας, ὅ­που ὅ­λοι ἑ­νώ­νον­ται στό ἕ­να σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, στήν Ἐκ­κλη­σί­α (Γαλ. γ’ 28. Ματθ. κβ‘ 30. Μάρκ. ι­β’ 25. Λουκ. κ’ 35. Α’ Κορ. ι’ 16-17).

δ) Ἡ εὐ­λο­γί­α τοῦ γά­μου
Ὁ χρι­στι­α­νι­κός γά­μος εὐ­λο­γεῖ­ται ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Θε­ό. Αὐ­τό βε­βαι­ώ­νει ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός. Ἀ­να­φέ­ρε­ται στό γά­μο πού θέ­σπι­σε ὁ Θε­ός στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη (Γέν. β’ 24) καί ὑ­πο­γραμ­μί­ζει: «οὕς ὁ Θε­ός συ­νέ­ζευ­ξεν ἄν­θρω­πος μή χω­ρι­ζέ­τω» (Ματθ. ι­θ’ 6).
Ἤ­δη ἀ­πό τήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη γνω­ρί­ζου­με πώς ὁ ἄν­δρας ἑ­νώ­νε­ται μέ τήν γυ­ναί­κα στό δε­σμό τοῦ γά­μου ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Κύ­ριο· «πα­ρά δέ Κυ­ρί­ου ἁρ­μό­ζε­ται γυ­νή ἀν­δρί» (Πα­ροιμ. θ’ 14). Αὐ­τός ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος δε­σμός μέλ­λει νά ζή­σει· ἀν­τί­θε­τα αὐ­τό πού δέν εὐ­λο­γεῖ­ται ἀ­πό τόν Θε­ό πε­θαί­νει!
Ἡ ἀ­λή­θεια αὐ­τή ἐκ­φρά­ζε­ται μέ ἀ­νε­πα­νά­λη­πτο τρό­πο στό πα­ρά­δειγ­μα τοῦ Τω­βί­α, πού νυμ­φεύ­θη­κε τή Σάρ­ρα ἀ­πό τά Ἐκ­βά­τα­να τῆς Μη­δί­ας.
Ἡ Σάρ­ρα, κό­ρη τοῦ Ρα­γου­ήλ καί τῆς Ἔδ­νας, συγ­γε­νῶν τοῦ Τω­βίτ, δη­λα­δή τοῦ πα­τέ­ρα τοῦ Τω­βί­α, εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ ἑ­πτά φο­ρές. Ὅ­μως πο­νη­ρός δαί­μο­νας ἐ­θα­νά­τω­σε δι­α­δο­χι­κά καί τούς ἑ­πτά συ­ζύ­γους κα­τά τήν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου, πρίν δη­λα­δή πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ ἡ συ­ζυ­γι­κή κοι­νω­νί­α. Τό βι­βλί­ο τοῦ Τω­βίτ πε­ρι­γρά­φει τό γά­μο τοῦ Τω­βί­α:
«Ὁ Ρα­γου­ήλ ἐ­κά­λε­σε τή θυ­γα­τέ­ρα του Σάρ­ρα, τήν κρά­τη­σε ἀ­πό τό χέ­ρι, τήν πα­ρέ­δω­σε σάν σύ­ζυ­γο στόν Τω­βί­α καί τοῦ εἶ­πε:
-         Ἰ­δού, λά­βε την σάν σύ­ζυ­γο σύμ­φω­να μέ τό νό­μο τοῦ Μω­ϋ­σῆ καί
πή­γαι­νε στόν πα­τέ­ρα σου- καί τό­τε τούς εὐ­λό­γη­σε. Κα­τό­πιν κά­λε­σε τή γυ­ναί­κα του Ἔδ­να, πῆ­ρε χαρ­τί, ἔ­γρα­ψε τό συμ­βό­λαι­ο τοῦ γά­μου καί τό σφρά­γι­σε. Ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε τό φα­γη­τό. Ὁ Ρα­γου­ήλ κά­λε­σε τή γυ­ναί­κα του Ἔδ­να καί τῆς εἶ­πε:
-               Ἀ­δελ­φή, ἑ­τοί­μα­σε τό ἄλ­λο δω­μά­τιο καί ὁ­δή­γη­σέ την ἐ­κεῖ. Ἐ­κεί­νη ἔ­κα­νε ὅ­πως τῆς εἶ­πε καί τήν εἰ­σή­γα­γε ἐ­κεῖ καί αὐ­τή ἄρ­χι­σε νά κλαί­ει. 'Ἡ μη­τέ­ρα συγ­κι­νή­θη­κε μέ τά δά­κρυ­α τῆς κό­ρης της καί τῆς εἶ­πε:
-               Ἔ­χε θάρ­ρος, παι­δί μου, ὁ Κύ­ριος τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καί τῆς γῆς εἴ­θε νά σοῦ δώ­σει χα­ρά ἀν­τί αὐ­τῆς σου τῆς λύ­πης, θάρ­ρος κό­ρη μου!
Ὅ­ταν ἐ­τε­λεί­ω­σε τό φα­γη­τό, ὁ­δή­γη­σαν σ’ αὐ­τήν τόν Τω­βί­α. Ἐ­κεῖ­νος, ὅ­ταν εἰ­σῆλ­θε, θυ­μή­θη­κε τά λό­για τοῦ Ρα­γου­ήλ, πῆ­ρε τό θυ­μι­α­τή­ρι μέ τά κάρ­βου­να, ἔ­βα­λε πά­νω σ’ αὐ­τά τήν καρ­διά τοῦ ψα­ριοῦ καί τό συ­κώ­τι καί βγῆ­κε κα­πνός. Ὅ­ταν τό πο­νη­ρό δαι­μό­νιο ὀ­σφράν­θη­κε τήν ὀ­σμή, ἔ­φυ­γε στά ἀ­νώ­τα­τα μέ­ρη τῆς Αἰ­γύ­πτου καί ὁ ἄγ­γε­λος τό ἔ­δε­σε.
Ὅ­ταν οἱ δύ­ο ἐ­κλεί­σθη­καν στόν νυμ­φι­κό τους κοι­τῶ­να, ὁ Τω­βί­ας ἐ­ση­κώ­θη ἀ­πό τό κρε­βά­τι καί εἶ­πε:
-          Σή­κω ἐ­πά­νω, ἀ­δελ­φή μου, καί ἄς προ­σευ­χη­θοῦ­με νά μᾶς ἐ­λε­ή­σει ὁ Κύ­ριος. Καί ὁ Τω­βί­ας ἄρ­χι­σε νά λέ­ει:
-Δο­ξα­σμέ­νος εἶ­σαι Κύ­ρι­ε, ὁ Θε­ός τῶν πα­τέ­ρων μας
καί εὐ­λο­γη­μέ­νο εἶ­ναι
τό ἅ­γιο καί ἔν­δο­ξο ὄ­νο­μά Σου
εἰς τούς αἰ­ῶ­νας.
Ἄς σέ δο­ξά­ζουν πάν­το­τε οἱ οὐ­ρα­νοί
καί ὅ­λα τά κτί­σμα­τά σου.
Σύ ἔ­πλα­σες τόν Ἀ­δάμ
καί τοῦ ἔ­δω­σες τήν Εὔ­αν γυ­ναί­κα του,
ὡς βο­η­θό καί στή­ριγ­μα.
Ἀ­πό αὐ­τούς ἐ­γεν­νή­θη τό γέ­νος τῶν ἀν­θρώ­πων.
Σύ εἶ­πες· δέν εἶ­ναι κα­λό νά εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος μό­νος·
ἄς κά­νω­με δι’ αὐ­τόν βο­η­θόν ὅ­μοι­ον πρός αὐ­τόν.
Καί τώ­ρα, Κύ­ρι­ε,
λαμ­βά­νω τήν ἀ­δελ­φή μου αὐ­τήν,
ὄ­χι ἐκ πορ­νι­κῶν δι­α­θέ­σε­ων,
ἀλ­λά βά­σει τῆς ἀ­λη­θεί­ας.
Δι­ά­τα­ξε, λοι­πόν, νά εὕ­ρω ἔ­λε­ος
καί νά γη­ρά­σω μα­ζί μέ αὐ­τήν.
Τό­τε ἐ­κεί­νη εἶ­πε μα­ζί μέ αὐ­τόν:
      Ἀ­μήν. Καί ἔ­πε­σαν εἰς τό κρε­βά­τι νά κοι­μη­θοῦν τήν νύ­κτα ἐ­κεί­νην.
Ὁ Ρα­γου­ήλ ση­κώ­θη­κε καί βγῆ­κε ν’ ἀ­νοί­ξει ἕ­να τά­φο, μή­πως καί πε­θά­νει κι αὐ­τός ὁ γαμ­βρός του. Ἐ­πέ­στρε­ψε τό­τε στό σπί­τι του καί εἶ­πε στή γυ­ναί­κα του Ἔδ­να:
-          Στεῖ­λε μιά ἀ­πό τίς δοῦ­λες σου νά δεῖ ἄν ὁ Τω­βί­ας ζεῖ, δι­α­φο­ρε­τι­κά νά τόν θά­ψου­με χω­ρίς νά μά­θει κα­νείς τί­πο­τα. Ἡ δού­λη ἄ­νοι­ξε τήν πόρ­τα καί βρῆ­κε καί τούς δύ­ο νά κοι­μοῦν­ται. Βγῆ­κε καί τούς ἀ­νήγ­γει­λε πώς ζεῖ. Καί ἐ­δό­ξα­σε ὁ Ρα­γου­ήλ τόν Θε­ό λέ­γον­τας:
Δο­ξα­σμέ­νος νά εἶ­σαι Σύ, ὁ Θε­ός
μέ κά­θε δο­ξο­λο­γί­αν κα­θα­ρή καί ἁ­γί­αν.
Ἄς σέ δο­ξο­λο­γοῦν οἱ ἅ­γιοί Σου
καί ὅ­λα τά δη­μι­ουρ­γή­μα­τά Σου
καί ὅ­λοι οἱ ἄγ­γε­λοί Σου
καί οἱ ἐ­κλε­κτοί Σου,
ἄς σέ εὐ­λο­γοῦν εἰς ὅ­λους τούς αἰ­ῶ­νες.
Εὐ­λο­γη­μέ­νος εἶ­σαι, δι­ό­τι ἔ­δω­σες χα­ρά
καί δέν μοῦ συ­νέ­βη αὐ­τό πού ἐ­φο­βό­μουν,
ἀλ­λά ἔ­κα­μες εἰς ἡ­μᾶς
σύμ­φω­να μέ τό μέ­γα Σου ἔ­λε­ος.
Δο­ξα­σμέ­νος νά εἶ­σαι,
δι­ό­τι ἔ­στει­λες τό ἔ­λε­ός Σου εἰς δύ­ο μο­νο­γε­νεῖς.
Κά­με, Δέ­σπο­τα, εἰς αὐ­τούς σύμ­φω­να μέ τό ἔ­λε­ός Σου,
ὁ­λο­κλή­ρω­σε τήν ζω­ήν των
μέ ὑ­γεί­αν καί εὐ­φρο­σύ­νη καί ἔ­λε­ος.
Τό­τε δι­έ­τα­ξε ὁ Ρα­γου­ήλ τούς δού­λους του νά κα­λύ­ψουν πά­λι τόν τά­φο καί ἑ­ώρ­τα­σε τόν γά­μο των δε­κα­τέσ­σε­ρες ἡ­μέ­ρες» (Τω­βίτ 7, 12-8, 19).
Ἡ Σάρ­ρα παν­τρεύ­τη­κε ἑ­πτά φο­ρές. Ὅ­μως οἱ ἑ­πτά πρῶ­τοι σύ­ζυ­γοι δέν εἶ­χαν προ­φα­νῶς το­πο­θε­τή­σει τό συ­ζυ­γι­κό τους δε­σμό μέ­σα στόν πνευ­μα­τι­κό χῶ­ρο τοῦ ἐ­λέ­ους καί τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ, πού με­τα­μορ­φώ­νει καί ζω­ο­ποι­εῖ τά πάν­τα στή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἔ­τσι ὁ συ­ζυ­γι­κός δε­σμός, πού δέν εἶ­χε εὐ­λο­γη­θεῖ ἀ­πό τόν Θε­ό, ὁ­δη­γή­θη­κε στόν θά­να­το καί ἐ­κεῖ­νοι στόν τά­φο. Ἦ­ταν κά­τω ἀ­πό τό κρά­τος τοῦ πο­νη­ροῦ δαί­μο­να, πού ἔ­σπερ­νε τό θά­να­το ἀ­πό τήν πρώ­τη ἀ­κό­μη νύ­χτα τῆς συ­ζυ­γι­κῆς ζω­ῆς, χω­ρίς νά πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ ἡ κοι­νω­νί­α ἀ­νά­με­σα στούς συ­ζύ­γους ἔ­στω καί στό κα­θα­ρό σαρ­κι­κό ἐ­πί­πε­δο.
Ὁ γά­μος ὅ­μως τοῦ Τω­βί­α το­πο­θε­τή­θη­κε ἀ­πό τήν ἀρ­χή σέ δι­α­φο­ρε­τι­κό πνευ­μα­τι­κό χῶ­ρο. Οἱ γο­νεῖς τῆς Σάρ­ρας καί ὁ ἴ­διος ὁ νε­α­ρός σύ­ζυ­γος ἐ­ξάρ­τη­σαν τήν ἐκ­πλή­ρω­ση τοῦ σκο­ποῦ τοῦ γά­μου ἀ­πό τό ἔ­λε­ος καί τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Τω­βί­ας βλέ­πει ὡς βα­σι­κό σκο­πό τοῦ γά­μου του μέ τή Σάρ­ρα τήν κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης («ἐ­πί­τα­ξον ἐ­λε­ῆ­σαι με καί αὐ­τῇ συγ­κα­τα­γη­ρᾶ­σαι») καί τήν δό­ξα τοῦ Θε­οῦ. Καί ἡ νε­α­ρή σύ­ζυ­γος συ­νυ­πο­γρά­φει τή βα­θιά αὐ­τή ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ συ­ζύ­γου της μέ τό δι­κό της «Ἀ­μήν». Γι’ αὐ­τό τό λό­γο τό πο­νη­ρό πνεῦ­μα δέν ἔ­χει πιά θέ­ση μέ­σα στή νε­α­ρή ἐ­κεί­νη κό­ρη.
Γε­μά­­τος εὐ­γνω­μο­σύ­νη ὁ Ρα­γου­ήλ δο­ξο­λο­γεῖ τόν Θε­ό, ἐμ­πι­στεύ­ε­ται τό νε­α­ρό ζευ­γά­ρι στήν ἀ­γά­πη Του καί τόν πα­ρα­κα­λεῖ νά ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τή ζω­ή τους μέ ὑ­γεί­α καί εὐ­φρο­σύ­νη καί ἔ­λε­ος· δί­νει ἐν­το­λή νά κα­λύ­ψουν τόν ἀ­νοι­κτό τά­φο καί γι­ορ­τά­ζει τό γε­γο­νός ἐ­πί δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες.
«Πα­ρά Κυ­ρί­ου ἁρ­μό­ζε­ται γυ­νή ἀν­δρί»· καί αὐ­τός εἶ­ναι πλέ­ον γά­μος «ἐν Κυ­ρί­ῳ» καί ἴ­χι σύμ­φω­να μέ τήν ἐ­πι­θυ­μί­α! (Α’ Κορ. ζ’ 39).

Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος κά­νει λό­γο γιά γά­μον «ἐν Κυ­ρί­ῳ» (Α’ Κορ. ζ’ 39) καί ἐν­νο­εῖ μ’ αὐ­τό τήν πρόσ­λη­ψη τοῦ δε­σμοῦ αὐ­τοῦ «εἰς Χρι­στόν καί εἰς τήν Ἐκ­κλη­σί­αν» ( Ἐ­φεσ. ε’ 33). Ἡ θέ­ση αὐ­τή μᾶς βο­η­θεῖ νά κα­τα­νο­ή­σου­με για­τί στήν ἀρ­χαί­α Ἐκ­κλη­σί­α ἡ ἱ­ε­ρουρ­γί­α τοῦ γά­μου συ­νε­δέ­ε­το μέ τήν τέ­λε­ση τῆς θεί­ας εὐ­χα­ρι­στί­ας. Τό ἴ­διο γε­γο­νός προ­ει­κο­νί­ζε­ται μέ τή συμ­με­το­χή τοῦ Χρι­στοῦ στό γά­μο τῆς Κα­νᾶ.
Ὁ Χρι­στός προ­σῆλ­θε στήν Κα­νᾶ καί συμ­βό­λι­σε αὐ­τή τή σχέ­ση μ’ ἕ­να θαῦ­μα- μέ τή με­τα­βο­λή τοῦ νε­ροῦ σέ κρα­σί. Ἔ­τσι ὁ Χρι­στός δέν πα­ρα­δέ­χθη­κε ἁ­πλῶς ὁ­λό­κλη­ρη τή χα­ρά τοῦ γά­μου, δέν εὐ­λό­γη­σε μό­νο ὁ­λό­κλη­ρη τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ γά­μου, ἀλ­λά ἀ­πό ἐ­κεί­νη τή στιγ­μή ἐ­συμ­βό­λι­σε τή θεί­α εὐ­χα­ρι­στί­α, τή με­τα­βο­λή τοῦ οἴ­νου σέ αἷ­μα Του καί τοῦ ἄρ­του σέ σῶ­μα Του, τήν πρόσ­λη­ψη καί τή με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ συ­ζυ­γι­κοῦ δε­σμοῦ μέ­σα στό ἴ­διο τό Σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού εἶ­ναι δι­κό Του Σῶ­μα.
Ἡ δι­δα­χή αὐ­τή εἶ­ναι πα­τε­ρι­κή. Ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος λέ­γει πώς «ὅ­ταν ὁ σύ­ζυ­γος καί ἡ σύ­ζυ­γος ἑ­νοῦν­ται διά τοῦ γά­μου, δέν φαί­νον­ται πλέ­ον σάν κά­τι γή­ι­νο, ἀλ­λά σάν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ αὐ­τοῦ τοῦ ἴ­διου». Σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο, ὁ ἴ­διος πα­τέ­ρας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, χα­ρα­κτη­ρί­ζει τό χρι­στι­α­νι­κό γά­μο ὡς «μι­κρή Ἐκ­κλη­σί­α».
Ὅ­ταν ὁ γά­μος ἱ­ε­ρουρ­γεῖ­ται, ὁ Χρι­στός εἶ­ναι πα­ρόν καί ἁ­γιά­ζει αὐ­τόν τόν δε­σμό πού πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται στό ὄ­νο­μά Του (Ματθ. ι­η’ 20). Γι’ αὐ­τό καί ἕ­νας σύγ­χρο­νος θε­ο­λό­γος δι­α­κη­ρύτ­τει πώς στό χρι­στι­α­νι­κό γά­μο «παν­τρεύ­ον­ται» τρεῖς, οἱ σύ­ζυ­γοι με­τα­ξύ των καί μέ τόν Χρι­στό.
Ἡ ἱ­ε­ρουρ­γί­α τοῦ γά­μου δέν εἶ­ναι με­τα­γε­νέ­στε­ρη πα­ρά­δο­ση ἀλ­λά ἀ­νά­γε­ται στήν ἀ­πο­στο­λι­κή ἐ­πο­χή. Ἤ­δη ὁ ἅ­γιος Ἰ­γνά­τιος ὁ Ἀν­τι­ό­χειας († 110) προ­τρέ­πει τούς ἄν­δρες καί τίς γυ­ναῖ­κες «με­τά γνώ­μης τοῦ ἐ­πι­σκό­που τήν ἕ­νω­σιν ποι­εῖ­σθαι, ἵ­να ὁ γά­μος ᾖ κα­τά Κύ­ριον, καί μή κα­τ’ ἐ­πι­θυ­μί­αν. Πάν­τα εἰς τι­μήν Θε­οῦ γι­νέ­σθω».
Ἡ ἱ­ε­ρή ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ γά­μου εἶ­ναι γε­μά­τη συμ­βο­λι­σμούς. Ὑ­πο­γραμ­μί­ζε­ται ὁ σκο­πός τοῦ γά­μου, ἡ ὑ­πέρ­βα­ση δη­λα­δη τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας καί ἡ πλη­ρό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης, πού ἀρ­χί­ζει μέ τή συ­ζυ­γι­κή ἀ­γά­πη καί ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται στή Βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν.
Ἡ ἀν­ταλ­λα­γή τῶν δα­κτυ­λί­ων ση­μαί­νει τήν ἀ­μοι­βαι­ό­τη­τα και τήν ἀλ­λη­λε­ξάρ­τη­ση, τό κοι­νό πο­τή­ριο ση­μαί­νει τήν πλή­ρη κοι­νω­νί­α ζω­ῆς, πού ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται μέ τή συμ­με­το­χή στή θεί­α εὐ­χα­ρι­στί­α, μέ τήν κοι­νω­νί­α «τῶν ψυ­χῶν καί τῶν σω­μά­των», κά­τω ἀ­πό τήν προ­στα­τευ­τι­κή ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ.
Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας χρη­σι­μο­ποι­εῖ κα­τά τήν τέ­λε­ση τοῦ γά­μου καί στέ­φα­να. Γνω­ρί­ζου­με πώς τά στέ­φα­να ἀ­νή­κουν στούς μάρ­τυ­ρες καί στούς ἁ­γί­ους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Γι’ αὐ­τό καί στίς εἰ­κό­νες τῶν ἁ­γί­ων ζω­γρα­φί­ζε­ται φω­το­στέ­φα­νο. Ὅ­μως ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας στε­φα­νώ­νει καί τούς νε­ονύμ­φους κα­τά τήν ἱ­ε­ρή ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ γά­μου. Ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος αἰ­τι­ο­λο­γεῖ: «Ἐ­πει­δή ἀ­ήτ­τη­τοι γε­νό­με­νοι, οὕ­τω προ­σέρ­χον­ται τῇ εὐ­χῇ, ὅ­τι μή κα­τη­γω­νί­σθη­σαν ὑ­πό τῆς ἡ­δο­νῆς».
Ὅ­πως δη­λα­δή ἕ­νας μάρ­τυ­ρας τῆς πί­στης, πού ἀ­γω­νί­σθη­κε μέ­χρι τέ­λους τῆς ζω­ῆς του νι­κη­φό­ρα, στε­φα­νώ­νε­ται, ἔ­τσι καί οἱ νε­ό­νυμ­φοι, πού εἰ­σέρ­χον­ται στόν ἱ­ε­ρό δε­σμό τοῦ γά­μου μέ ἁ­γνό­τη­τα καί κα­θα­ρό­τη­τα, λαμ­βά­νουν στε­φά­νους. Μπαί­νουν σέ ἕ­να νέ­ο στά­διο ἀ­γώ­νων, στήν πνευ­μα­τι­κή πα­λαί­στρα τῶν μαρ­τύ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Γι’ αὐ­τό καί ὅ­ταν βα­δί­ζουν σέ σχῆ­μα κύ­κλου γύ­ρω ἀ­πό τό τρα­πε­ζί­διο, πι­α­σμέ­νοι ἀ­πό τό χέ­ρι, συ­νο­δευ­ό­με­νοι ἀ­πό τόν ι­ε­ρέ­α πού κρα­τά­ει τό εὐ­αγ­γέ­λιο, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τούς ἁ­γί­ους μάρ­τυ­ρες:
 «Ἅ­γιοι μάρ­τυ­ρες, οἱ κα­λῶς ἀ­θλή­σαν­τες καί στε­φα­νω­θέν­τες...»· «δό­ξα Σοι Χρι­στέ ὁ Θε­ός... μαρ­τύ­ρων ἀ­γαλ­λί­α­μα...».
Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α στε­φα­νώ­νει τούς νε­ο­νύμ­φους καί προ­χω­ρεῖ σέ πρά­ξη πε­ρισ­σό­τε­ρο συγ­κι­νη­τι­κή: Εὔ­χε­ται νά «ἀ­να­λά­βει» ὁ Θε­ός «τούς στε­φά­νους αὐ­τῶν» στή Βα­σι­λεί­α Του «ἀ­σπί­λους καί ἀ­μώ­μους καί ἀ­νε­πι­βου­λεύ­τους δι­α­τη­ρῶν αὐ­τούς εἰς τούς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων» καί νά στε­φα­νώ­σει αὐ­τούς «μέ δό­ξα καί τι­μή».
Μί­α ἄλ­λη συγ­κι­νη­τι­κή εὐ­χή τοῦ γά­μου εἶ­ναι:
«Ὁ Θε­ός, ὁ Θε­ός ἡ­μῶν, ὁ πα­ρα­γε­νό­με­νος ἐν Κα­νᾷ τῆς Γα­λι­λαί­ας, καί τόν ἐ­κεῖ­σε γά­μον εὐ­λο­γή­σας, εὐ­λό­γη­σον καί τούς δού­λους σου τού­τους, τούς τῇ σῇ προ­νοί­ᾳ πρός γά­μου κοι­νω­νί­αν συ­να­φθέν­τας. Εὐ­λό­γη­σον αὐ­τῶν εἰ­σό­δους καί ἐ­ξό­δους· πλή­θυ­νον ἐν ἀ­γα­θοῖς τήν ζω­ήν αὐ­τα­ῶν· ἀ­νά­λα­βε τούς στε­φά­νους αὐ­τῶν ἐν τῇ Βα­σι­λεί­ᾳ σου, ἀ­σπί­λους καί ἀ­μώ­μους καί ἀ­νε­πι­βου­λεύ­τους δι­α­τη­ρῶν εἰς τούς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων».
Ὁ Χρι­στι­α­νι­κός γά­μος δέν ἀ­πο­τε­λεῖ ἰ­δι­ω­τι­κή ὑ­πό­θε­ση τῶν συ­ζύ­γων, για­τί ὁ χρι­στι­α­νι­κός γά­μος δέν ἀλ­λά­ζει ἁ­πλῶς τή θέ­ση τῶν συ­ζύ­γων μέ­σα στήν κοι­νω­νί­α, ἀλ­λά δη­μι­ουρ­γεῖ νέ­α κα­τά­στα­ση μέ­σα στό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Γιά τήν το­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α στήν ὁ­ποί­α ἀ­νή­κουν οἱ σύ­ζυ­γοι, αὐ­τοί δέν εἶ­ναι πλέ­ον δύ­ο με­μο­νω­μέ­να ἄ­το­μα· κα­λοῦν­ται νά ζή­σουν τήν πλη­ρό­τη­τα τῆς συ­ζυ­γι­κῆς ἀ­γά­πης «ἐν Κυ­ρί­ῳ» καί ὀ­φεί­λουν νά ἐκ­φρά­σουν τόν δε­σμό αὐ­τό καί μέ τήν ζω­ή των μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Γι’ αὐ­τό τό λό­γο ὁ γά­μος ἀ­πο­τε­λεῖ γε­γο­νός τῆς ζω­ῆς τῆς ἐ­νο­ρί­ας καί ὀ­φεί­λει νά τε­λεῖ­ται στήν ἴ­δια τήν ἐ­νο­ρί­α καί ὄ­χι μα­κριά ἀ­πό αὐ­τή.
Ἀ­πό ὅ­σα ἀ­να­φέ­ρα­με ἐ­ξά­γε­ται πώς ὁ γά­μος εἶ­ναι ἱ­ε­ρό μυ­στή­ριο καί δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ- εἶ­ναι ἕ­να χά­ρι­σμα πού ὁ Θε­ός δί­δει στόν ἄν­θρω­πο (πρβλ. Α’ Κορ. ζ’ 7).

στ) Τό δι­α­ζύ­γιο
Ὅ­σα ἐ­λέ­χθη­σαν γιά τό σκο­πό τοῦ γά­μου φα­νε­ρώ­νουν πώς τό δι­α­ζύ­γιο καί κά­θε χω­ρι­σμός, ἔ­ξω ἀ­πό τόν θά­να­το, εἶ­ναι δι­χο­τό­μη­ση καί ἀ­κρω­τη­ρια­σμός τοῦ ἑ­νός σώ­μα­τος, τῆς «μιᾶς σάρ­κας» τῶν δύ­ο συ­ζύ­γων.
Ἄν ὁ ἄν­δρας εἶ­ναι «κε­φα­λή τῆς γυ­ναι­κός» (Ἐ­φεσ. ε’ 23), τό­τε ὀ­φεί­λει νά «θε­ρα­πεύ­ει τό σῶ­μα», λέ­γει ὁ Χρυ­σό­στο­μος, «κα­θ’ ὅ­σον εἰς τό σῶ­μα μας, καί ἄν ἀ­κό­μη ἔ­χει ἀ­να­ρίθ­μη­τα τραύ­μα­τα, δέν ἀ­πο­κό­πτο­με τήν κε­φα­λή. Μή ἀ­πορ­ρί­ψεις λοι­πόν οὔ­τε τή γυ­ναί­κα σου, δι­ό­τι ἐ­πέ­χει θέ­ση σώ­μα­τός μας ἡ γυ­ναί­κα. Δι’ αὐ­τό καί ὁ μα­κά­ριος Παῦ­λος ἔ­λε­γε- “οἱ ἄν­δρες ἔ­τσι πρέ­πει νά ἀ­γα­ποῦν τάς γυ­ναί­κας των, ὅ­πως τά σώ­μα­τά των”» (Ἐ­φεσ. ε’ 28). Σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο, ὁ ἴ­διος πα­τέ­ρας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀ­να­φε­ρό­με­νος στή «μί­α σάρ­κα» τῶν συ­ζύ­γων προ­σθέ­τει:
«Ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς λοι­πόν εἶ­ναι βδε­λυ­ρό πράγ­μα νά κό­πτει κα­νείς τή σάρ­κα, ἔ­τσι εἶ­ναι πα­ρά­νο­μο καί τό νά χω­ρί­σει κα­νείς τή γυ­ναί­κα του». Τό δι­α­ζύ­γιο, λέ­γει, εἶ­ναι ἀν­τί­θε­το καί πρός τή φύ­ση καί πρός τό νό­μο τοῦ Θε­οῦ. «Εἶ­ναι ἀν­τί­θε­το πρός τή φύ­ση δι­ό­τι ἀ­πο­κό­πτε­ται μί­α σάρ­κα, ἀν­τί­θε­το δέ πρός τόν νό­μο, δι­ό­τι ὁ Θε­ός τούς συ­νέ­νω­σε καί πρό­στα­ξε νά μή χω­ρί­ζουν».
Τό δι­α­ζύ­γιο εἶ­ναι δυ­να­τό μό­νο σέ πε­ρί­πτω­ση μοι­χεί­ας· «ὅ­ποι­ος χω­ρί­σει τή σύ­ζυ­γό του χω­ρίς νά ὑ­πάρ­χει πορ­νεί­α, αὐ­τός τήν ἀ­ναγ­κά­ζει νά δι­α­πρά­ξει μοι­χεί­α καί ὅ­ποι­ος νυμ­φευ­θεῖ μί­α χω­ρι­σμέ­νη δι­α­πράτ­τει μοι­χεί­α»· «πόρ­νους καί μοι­χούς θά κρί­νει ὁ Θε­ός» (Ματθ. ε’ 32, ι­θ’ 9. Λουκ. ι­στ’ 18. Ἑ­βρ. ι­γ’ 4).
Οἱ πι­στοί χρι­στια­νοί δέν παίρ­νουν δι­α­ζύ­γιο γιά ἄλ­λο λό­γο. Ἐ­άν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­νέ­χε­ται τό δι­α­ζύ­γιο, ὅ­πως καί τό δεύ­τε­ρο γά­μο, τοῦ­το κά­μνει γιά νά ἀ­πο­φευ­χθοῦν με­γα­λύ­τε­ρα κα­κά. Δέν τό δι­δά­σκει, οὔ­τε τό προ­τρέ­πει!
Κλεί­νον­τας πα­ρα­τη­ροῦ­με πώς ύ­πάρ­χουν δύ­ο εἰ­δῶν γά­μοι· ὁ γά­μος «κα­τά Κύ­ριον» καί ὁ γά­μος «κα­τ’ ἐ­πι­θυ­μί­αν» (Ἅγ. Ἰ­γνά­τιος). Ὁ πρῶ­τος ἀ­πο­τε­λεῖ ἱ­ε­ρό μυ­στή­ριο, ὁ δεύ­τε­ρος συ­νι­στᾶ φυ­σι­κή ἕ­νω­ση δύ­ο ἀν­θρώ­πων δι­α­φο­ρε­τι­κοῦ φύ­λου.
Ὁ Χρι­στι­α­νι­κός γά­μος εὐ­λο­γεῖ­ται ἀ­πό τόν Θε­ό καί  προσ­λαμ­βά­νε­ται στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Τό πρῶ­το του νό­η­μα καί ὁ τε­λι­κός σκο­πός του εἶ­ναι ἡ πλη­ρό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης τῶν συ­ζύ­γων, ἡ ὁ­ποί­α δέν στα­μα­τᾶ μέ τόν θά­να­το ἀλ­λά εἰ­σέρ­χε­ται στήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Ἀν­τί­θε­τα ὁ γά­μος ἐ­κτός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­να­φέ­ρε­ται στό νό­μο τῆς φύ­σης καί μά­λι­στα στήν κα­τά­στα­ση τῆς πτώ­σης καί τῆς φθο­ρᾶς. Ἀ­κό­μη καί ἄν ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ πρα­κτι­κούς ἤ κοι­νω­νι­κούς σκο­πούς, ὅ­πως εἶ­ναι τό δη­μο­γρα­φι­κό πρό­βλη­μα, δέν κα­τορ­θώ­νει νά ξε­πε­ρά­σει τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ θα­νά­του- δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­τε­λέ­σει ἱ­ε­ρό μυ­στή­ριο.
«Ἅ δέ κα­τά σάρ­κα πράσ­σε­τε, ταῦ­τα πνευ­μα­τι­κά εἰ­σιν- ἐν γάρ Χρι­στῷ πάν­τα πράσ­σε­τε», λέ­γει ὁ ἅ­γιος Ἰ­γνά­τιος καί χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὁ­λό­κλη­ρη τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ συ­ζυ­γι­κοῦ δε­σμοῦ, πού ἔ­χει προσ­λη­φθεῖ στήν Ἐκ­κλη­σί­α σάν πνευ­μα­τι­κή, ἀ­κό­μη καί τή σαρ­κι­κή ἕ­νω­ση.
Αὐ­τό τό βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα τοῦ γά­μου, πού ξε­περ­νά­ει τήν ἐν­δο­κο­σμι­κό­τη­τα καί ὑ­πη­ρε­τεῖ τό σχέ­διο τῆς σω­τη­ρί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που, μᾶς βο­η­θεῖ νά κα­τα­νο­ή­σου­με για­τί ἕ­νας συ­νει­δη­τός χρι­στια­νός ἀ­πορ­ρί­πτει ἀ­πό τή ζω­ή του τό δι­α­ζύ­γιο. Εἶ­ναι δι­χο­τό­μη­ση καί ἀ­κρω­τη­ρια­σμός τῆς «μιᾶς σάρ­κας» καί ἀ­κύ­ρω­ση τοῦ νο­ή­μα­τος τοῦ γά­μου.


Share:

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Η φωτογραφία μου
Για την προστασία του ελληνορθόδοξου πολιτισμού της οικογενείας της νεολαίας και του πολίτη.

Translate

Από το Blogger.

Follow by Email

Ετικέτες

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΑΙΔ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΏΤΟΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΟΜΙΛΙΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΣΟΦΙΑ ΑΠOKPYΦIΣMOΣ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΑ ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ ΑΡΧΙΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΜΥΡΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΑΪΔΩΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΑNTIAIPETIKO ΣEMINAPIO ΒΙΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΓΙΟΓΚΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ ΕΤΕΡΟΘΡΗΣΚΟΙ ΘΕΟΣΟΦΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΡΙΔΟΛΟΓΙΑ ΙΣΛΑΜ ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΙΩΝΗ Κ. ΒΑΪΟΣ ΠΡΑΝΤΖΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗ ΚΩΝΣΤ. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΟΓΟΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΣΜΟΣ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΝΕΟΓNΩΣTIKIΣMOΣ ΝΕΟEIΔΩΛOΛATPEIA ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ Π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΙΔΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΠΑΤΕΡ ΙΩΣΗΦ ΒΙΓΛΙΩΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΚΟΠΙΑ ΠΙΣΤΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΟΜΙΛΙΩΝ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣΥΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΡΩΤ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ ΡΕΦΛΕΞΟΛΟΓΙΑ ΣΑΤΑΝΙΣΜΟΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΣΚΟΠΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΧΙΣΜΑ ΤΡΙΤΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΦΥΛΟ ΧΙΛΙΑΣΤΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΨΕΥΔΟ-ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ ΨΗΦΙΣΜΑ ΨEYΔOΠPOΦHTEΣ ΨEYTOMEΣΣIEΣ

Ετικέτες

Προτεινόμενη ανάρτηση

ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ, ΑΡΝΗΤΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ

Οι απαντήσεις της Αγίας Γραφής στη διδασκαλία των Μαρτύρων του Ιεχωβά για την Αγία Τριάδα Μάρτυρες του Ιεχωβά: Η Αγία Τριάδα είναι δοξασία...

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *