Όριο Πίστεως


ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2019

Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ

Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ

Στό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὑ­πάρ­χουν δι­ά­φο­ρα χα­ρί­σμα­τα καί δι­α­κο­νί­ες, πού ἔ­χουν ὡς ἀ­πο­στο­λή τήν οἰ­κο­δο­μή τοῦ σώ­μα­τος. Ὑ­πάρ­χουν βέ­βαι­α οἱ ποι­μέ­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μέ εἰ­δι­κή εὐ­θύ­νη μέ­σα σ’ αὐ­τήν. Ποι­ά εἶ­ναι ὅ­μως ἡ θέ­ση τῶν λα­ϊ­κῶν; Με­τέ­χουν κι αὐ­τοί κα­τά ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε ὑ­πεύ­θυ­νο τρό­πο στή ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἤ εἶ­ναι πα­θη­τι­κά μέ­λη της; Αὐ­τό ἐρ­χό­μα­στε νά ἐ­ξε­τά­σου­με σ’ αὐ­τό τό κε­φά­λαι­ο.

α) Βα­σί­λει­ον ἱ­ε­ρά­τευ­μα
Κα­τά τήν πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας κά­θε χρι­στια­νός ἀ­νή­κει σέ ἕ­να νέ­ο ἔ­θνος, πού εἶ­ναι ἱ­ε­ρα­τι­κό καί βα­σι­λι­κό ἔ­θνος· αὐ­τό τό «νέ­ο ἔ­θνος» συ­νι­στᾶ τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ.
Ἤ­δη ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης προ­ει­κο­νί­ζε­ται αὐ­τό τό ἱ­ε­ρα­τι­κό καί βα­σι­λι­κό ἔ­θνος. Ὁ Θε­ός προ­βαί­νει στήν ἐ­κλο­γή τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ γιά νά εἶ­ναι «λα­ός ἐ­κλε­κτός.­.. βα­σί­λει­ον ἱ­ε­ρά­τευ­μα καί ἔ­θνος ἅ­γιον» (Ἔ­ξοδ. ιθ΄ 5-6). «Θά ὀ­νο­μα­σθεῖ­τε», λέ­γει ὁ Θε­ός στόν λα­ό Του μέ τό στό­μα τοῦ προ­φή­τη Ἠ­σα­ΐ­α, «ἱ­ε­ρεῖς τοῦ Κυ­ρί­ου, λει­τουρ­γοί τοῦ Θε­οῦ» (Ἠσ. ξα' 6).
Οἱ λό­γοι τῶν προ­φη­τῶν βρί­σκουν τήν τε­λι­κή τους ἐκ­πλή­ρω­ση στόν νέ­ο λα­ό τοῦ Θε­οῦ, στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ὁ ἴ­διος προ­φή­της σέ μεσ­σι­α­νι­κή προ­α­ναγ­γε­λί­α ὑ­πο­γραμ­μί­ζει:
«Εἴ­πα­τε στή θυ­γα­τέ­ρα μου Σι­ών:
Ἰ­δού ὁ Σω­τή­ρας σου ἔ­φθα­σε, ἔ­χον­τας τόν μι­σθό καί τό ἔρ­γο του.
Καί θά ὀ­νο­μά­σει τόν λα­ό αὐ­τό ἅ­γιο, λυ­τρω­μέ­νο ἀ­πό τόν Κύ­ριο.
Σύ δέ θά ὀ­νο­μα­σθεῖς πά­λι πε­ρι­ζή­τη­τη, καί ὄ­χι ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νη»
(Ἠσ. ξβ' 11-13. Πρβλ. Γαλ. δ' 21-31. Ρωμ. θ' 6-8).
Ἡ ἔν­νοι­α τοῦ «βα­σι­λεί­ου ἱ­ε­ρα­τεύ­μα­τος» ὑ­πάρ­χει στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη καί προ­ει­κο­νί­ζει τήν γε­νι­κή ἱ­ε­ρω­σύ­νη τοῦ νέ­ου λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ. «Καί σεῖς», ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ὁ ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος, «σάν ζων­τα­νοί λί­θοι, οἰ­κο­δο­μεῖ­σθε σέ οἶ­κο πνευ­μα­τι­κό, ἱ­ε­ρα­τεῖ­ο ἅ­γιο, γιά νά προ­σφέ­ρε­τε θυ­σί­ες πνευ­μα­τι­κές, εὐ­πρόσ­δε­κτες στόν Θε­ό διά τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ» (Α' Πε­τρ. β' 5).
Ἐ­δῶ ὁ ἀ­πό­στο­λος δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ κά­ποι­α εἰ­δι­κή τά­ξη μέ­σα στόν λα­ό τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά σέ ὅ­λους τούς πι­στούς, πού συγ­κρο­τοῦν τήν Ἐκ­κλη­σί­α, μέ ἀ­κρο­γω­νια­ῖο λί­θο καί κε­φα­λή τόν Ἴ­διο τόν Χρι­στό, τόν πρω­το­τό­κο ἀ­δελ­φό μας (Ἐ­φεσ. α' 22, ε' 23. Κολ. α' 18). Ὁ Χρι­στός εἶ­ναι ὁ «ἄρ­χων τῶν βα­σι­λέ­ων τῆς γῆς», πού μᾶς ἔ­κα­με «ἕ­να βα­σί­λει­ο, ἱ­ε­ρεῖς γιά τόν Θε­ό καί Πα­τέ­ρα Του» (Ἀ­ποκ. α' 5-6), γιά νά βα­σι­λεύ­σου­με ἐ­πί τῆς γῆς (Ἀ­ποκ. ε' 10).
Κά­θε μέ­λος λοι­πόν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι πο­λύ­τι­μο καί ἔ­χει με­γά­λη εὐ­θύ­νη μέ­σα στό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας· ἀ­νή­κει σέ γέ­νος βα­σι­λι­κό καί ἱ­ε­ρα­τι­κό.

β) Ἱ­ε­ρέ­ας τοῦ σώ­μα­τός του
Ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας προ­σφέ­ρει πάν­το­τε θυ­σί­α στόν Θε­ό× αὐ­τό εἶ­ναι τό βα­σι­κό του λει­τούρ­γη­μα. Καί ὁ κά­θε χρι­στια­νός, πού ἀ­νή­κει στό νέ­ο ἱ­ε­ρα­τι­κό γέ­νος, προ­σφέ­ρει θυ­σί­α τό σῶ­μα του καί ὁ­λό­κλη­ρο τόν ἑ­αυ­τό του στόν Θε­ό. Σ’ αὐ­τόν προ­σφέ­ρει ὅ­λα τά ἔρ­γα του καί μα­ζί μ’ αὐ­τά καί ὁ­λό­κλη­ρη τή δη­μι­ουρ­γί­α, στήν ὁ­ποί­α το­πο­θε­τή­θη­κε ἄρ­χον­τας (Γεν. α' 28-30). Ὅ­λα τά με­τα­τρέ­πει σέ δο­ξο­λο­γί­α στόν Δη­μι­ουρ­γό του. Ὁ Θε­ός ἀ­πο­δέ­χε­ται τήν πρό­σφο­ρα, ὅ­μως δέν τήν κρα­τά­ει γιά τόν ἑ­αυ­τό Του× εὐ­λο­γεῖ τόν μό­χθο τοῦ ἀν­θρώ­που καί ἐ­πι­στρέ­φει τά δῶ­ρα καί πά­λι στόν ἄν­θρω­πο.
Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ἀ­να­φε­ρό­με­νος στήν πρό­σφο­ρα αὐ­τῆς τῆς θυ­σί­ας ἀ­πό μέ­ρους κά­θε πι­στοῦ ὑ­πο­γραμ­μί­ζει:
«Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ λοι­πόν ἀ­δελ­φοί, χά­ριν τῶν οἰ­κτιρ­μῶν τοῦ Θε­οῦ, νά προ­σφέ­ρε­τε τούς ἑ­αυ­τούς σας θυ­σί­α ζων­τα­νή καί ἅ­για, εὐ­ά­ρε­στη στόν Θε­ό× αὐ­τή εἶ­ναι ἡ λο­γι­κή σας λα­τρεί­α» (Ρωμ. ι­β' 1).
Ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ παύ­ει νά σκέ­πτε­ται καί νά ἐ­νερ­γεῖ ἐ­γω­ι­στι­κά, μέ κέν­τρο τούς δι­κούς του ὑ­πο­λο­γι­σμούς καί τό προ­σω­πι­κό συμ­φέ­ρον. Δέν ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τό προ­πα­το­ρι­κό ἁ­μάρ­τη­μα, δέν πέ­φτει στόν πει­ρα­σμό τοῦ Δι­α­βό­λου. Σάν κέν­τρο στή ζω­ή του θέ­τει καί πά­λι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ καί σάν σκο­πό του τή δό­ξα τοῦ Κυ­ρί­ου (Α' Κόρ. στ' 20).
Ἡ προ­σω­πι­κή ζω­ή τοῦ κά­θε χρι­στια­νοῦ γί­νε­ται δια­ρκής μαρ­τύ­ρια τῆς πα­ρου­σί­ας καί τῆς δρά­σης τοῦ Θε­οῦ μέ­σα στόν ἄν­θρω­πο. Ἔ­τσι ὁ κα­θέ­νας πού βλέ­πει τόν τρό­πο τῆς ζω­ῆς ἑ­νός πι­στοῦ, βγά­ζει ἀ­βί­α­στα τό συμ­πέ­ρα­σμα πώς μέ­σα του ζεῖ ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός καί πώς δέν εἶ­ναι συ­νη­θί­σμε­νος ἄν­θρω­πος· εἶ­ναι πο­λί­της τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ. Τά ἔρ­γα του καί ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ζω­ή του γί­νον­ται δια­ρκής θεί­α λει­τουρ­γί­α καί ξα­να­βρί­σκουν τό ἀ­λη­θι­νό τους νό­η­μα, πού εἶ­χαν μέ­σα στόν πα­ρά­δει­σο τοῦ Θε­οῦ (Ματθ. ε' 16. Α' Κορ. ι' 31).

γ) Μέ­σῳ τῶν ἀ­δελ­φῶν
Ὁ πι­στός χρι­στια­νός προ­σφέ­ρει τό μό­χθο του στόν Θε­ό μέ­σῳ τῶν ἀ­δελ­φῶν του· «ἔφ ὅ­σον ἐ­ποι­ή­σα­τε ἑ­νί τού­των τῶν ἀ­δελ­φῶν μου τῶν ἐ­λά­χι­στων, ἐ­μοί ἐ­ποι­ή­σα­τε», λέ­γει ὁ Κύ­ριος (Ματθ. κε' 40).
Ὅ­ταν ὁ χρι­στια­νός ἐ­πε­ξερ­γά­ζε­ται τή φύ­ση, ὅ­ταν ἀ­να­κα­λύ­πτει καί ὑ­πο­τάσ­σει τίς δυ­νά­μεις πού κρύ­βον­ται μέ­σα σ’ αὐ­τήν καί με­τα­μορ­φώ­νει τά πάν­τα γύ­ρω του, δέν τό κά­νει πλέ­ον γιά τόν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λά γιά τούς ἀ­δελ­φούς του, καί μέ­σῳ αὐ­τῶν τά προ­σφέ­ρει εὐ­χα­ρι­στί­α στόν ἴ­διο τόν Θε­ό (Πα­ροιμ. ι­θ' 17. Β' Κορ. θ' 12-15). «Καί ὅ,τι κά­νε­τε, νά τό κά­νε­τε μέ τήν ψυ­χή σας σάν ἐρ­γα­σί­α πρός τόν Κύ­ριο καί ὄ­χι πρός τούς ἀν­θρώ­πους, γνω­ρί­ζον­τας πώς θά λά­βε­τε σάν ἀν­τα­μοι­βή ἀ­πό τόν Κύ­ριο τήν κλη­ρο­νο­μί­α, για­τί ὁ Κύ­ριος εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος πού ὑ­πη­ρε­τεῖ­τε» (Κολ. γ' 23- 24).
Ἄν κα­νείς προ­σβά­λει τήν ἀ­γά­πη πρός τούς ἀ­δελ­φούς καί πα­ρα­βλέ­ψει τίς συ­νέ­πει­ες πού ἔ­χει γιά τήν κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή ἡ νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ «εἷς ἐν Χρι­στῷ» (Γαλ. γ' 28), δέν ὠ­φε­λεῖ­ται ἀ­πό τίς λα­τρευ­τι­κές ἐκ­δη­λώ­σεις πρός τόν Θε­ό× ἡ λα­τρεί­α τοῦ Θε­οῦ ἀ­πο­βαί­νει μά­ται­η (Ὠσ. στ' 6. Α' Βα­σιλ. ι­ε' 22. Ματθ. ε’ 23-24, θ' 13. Μάρκ. ι­α' 25. Ἰ­ακ. α' 27, β' 15). Χω­ρίς τίς προ­ε­κτά­σεις στή ζω­ή, τοῦ «εἷς ἐν Χρι­στῷ», δέν ὠ­φε­λοῦν οὔ­τε οἱ νη­στεῖ­ες καί ὁ­ποι­α­δή­πο­τε σω­μα­τι­κή ἄ­σκη­ση. Ὁ προ­φή­της Ἠ­σα­ΐ­ας ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ἰ­δι­αί­τε­ρα τή δο­ξο­λο­γι­κή ση­μα­σί­α τῆς προ­σφο­ρᾶς πρός τούς ἀ­δελ­φούς:
«Κό­ψε τό ψω­μί σου στόν πει­να­σμέ­νο, καί βά­λε στό σπί­τι σου φτω­χούς ἄ­στε­γους.
Ἔν­δυ­σε τό γυ­μνό πού θά δεῖς, καί μή κα­τα­φρο­νή­σεις τούς συ­ναν­θρώ­πους σου.
Τό­τε θά χα­ρά­ξει σάν τήν αὐ­γή τό φῶς σου, καί θά ἀ­να­τεί­λει γρή­γο­ρα ἡ θε­ρα­πεί­α σου× καί ἡ δό­ξα τοῦ Θε­οῦ θά σέ πε­ρι­βά­λει.
Τό­τε θά φω­νά­ξεις κι ὁ Θε­ός θά σέ ἀ­κού­σει, καί ἐ­νῷ θά προ­σέρ­χε­σαι θά σού πεῖ:
“Ἰ­δού, πά­ρει­μι”, εἶ­μαι πα­ρών, βρί­σκο­μαι κον­τά σου!» (Ἡσ. νη' 7-9).

δ) «Τά Σά, ἐκ τῶν Σῶν»!
Κά­θε τί πού ὁ ἄν­θρω­πος προ­σφέ­ρει, δέν εἶ­ναι δι­κό του× εἶ­ναι δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ, ἀ­κό­μη κι ἄν ὁ ἄν­θρω­πος τό προ­σφέ­ρει στόν ἴ­διο τόν Θε­ό. «Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν, σοῖ προ­σφέ­ρο­μεν κα­τά πάν­τα καί διά πάν­τα!­», ἀ­να­φω­νεῖ ὁ ἱ­ε­ρέ­ας κα­τά τήν τέ­λε­ση τῆς θεί­ας εὐ­χα­ρι­στί­ας, καί ὁ λα­ός ψάλ­λει:
«Σέ ὑ­μνοῦ­μεν, σέ εὐ­λο­γοῦ­μεν, σοί εὐ­χα­ρι­στοῦ­μεν, Κύ­ρι­ε, καί δε­ό­με­θά Σου, ὁ Θε­ός ἡ­μῶν!­».
Ὁ Θε­ός δέ­χε­ται τήν πρό­σφο­ρα αὐ­τή, τόν ἄρ­το καί τόν οἶ­νο, τά με­τα­βάλ­λει σέ Σῶ­μα καί Αἵ­μα Χρι­στοῦ καί τά ἀν­τι­προ­σφέ­ρει στόν ἄν­θρω­πο. Τί δι­κά του ἔ­χει ὁ ἄν­θρω­πος γιά νά προ­σφέ­ρει στόν Θε­ό; Δέν εἶ­ναι τό κά­θε τί δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ στόν ἄν­θρω­πο; Γι’ αὐ­τό καί ὁ προ­φή­της Δαυ­ΐδ ὑ­πο­γραμ­μί­ζει:
«Ἰ­δι­κά Σου εἶ­ναι τά πάν­τα καί ἀ­πό τά ἰ­δι­κά Σου προ­σφέ­ρου­με σέ Σέ­να τά δῶ­ρα μας. Ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε πά­ροι­κοι ἐ­νώ­πιόν Σου καί πα­ρε­πί­δη­μοι, ὅ­πως ἦ­ταν καί ὅ­λοι οἱ πα­τέ­ρες μας. Οἱ ἡ­μέ­ρες μας στή γῆ εἶ­ναι σάν σκιά, καί δέν ὑ­πάρ­χει μο­νι­μό­τη­τα πά­νω σ’ αὐ­τή. Κύ­ρι­ε Θε­έ μας, ὅ­λες οἱ πλού­σι­ες προ­σφο­ρές πού ἑ­τοί­μα­σα γιά νά οἰ­κο­δο­μη­θεῖ ὁ να­ός πρός τι­μή τοῦ ἁ­γί­ου ὀ­νό­μα­τός Σου προ­έρ­χον­ται ἀ­πό τά χέ­ρια Σου καί ὅ­λα σέ Σε­να ἀ­νή­κουν» (Α' Πα­ραλ. κθ' 14-16).

ε) Ἡ δο­ξο­λο­γι­κή σχέ­ση τῆς ἐ­πι­στή­μης
Ὅ­λα τά δῶ­ρα τοῦ Θε­οῦ κα­λεῖ­ται ὁ ἄν­θρω­πος νά τά προ­σφέ­ρει γιά εὐ­λο­γί­α. Σέ κα­νέ­να δέν πρέ­πει νά κά­νει ἐ­γω­ι­στι­κή χρή­ση. Ἰ­δι­αί­τε­ρα σέ ὅ,τι ἀ­φό­ρα τή δη­μι­ουρ­γί­α καί τίς δυ­νά­μεις πού κρύ­βον­ται μέ­σα στή δη­μι­ουρ­γί­α, τίς ὁ­ποῖ­ες κα­λεῖ­ται νά ἀ­να­κα­λύ­ψει ὁ ἄν­θρω­πος μέ τήν ἐ­πι­στή­μη.
Γιά τό θέ­μα τῆς ἐ­πι­στή­μης μι­λή­σα­με ἤ­δη στό τέ­ταρ­το κε­φά­λαι­ο αὐ­τοῦ του βι­βλί­ου. Ὅ­μως κρί­νου­με ἀ­πα­ραί­τη­το νά ἐ­πα­νέλ­θου­με σ’ αὐ­τό τό ζή­τη­μα.
Ὁ Θε­ός δέν θέ­λει τόν ἄν­θρω­πο προ­σκολ­λη­μέ­νο στή μορ­φή μί­ας ἀ­γρο­τι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Ὀ­φεί­λει νά δι­α­θέ­σει τίς δυ­νά­μεις του γιά νά συν­τε­λέ­σει στήν πρό­ο­δο τῆς ἐ­πι­στή­μης καί τῆς τε­χνι­κῆς. Ταυ­τό­χρο­να ὅ­μως κα­λεῖ­ται νά δι­α­πο­τί­σει ὅ­λα τά ἔρ­γα του μέ τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ καί νά τά κα­τα­στή­σει πη­γή δο­ξο­λο­γί­ας τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Θε­οῦ (Α' Κορ. στ' 20). Ὁ ἄν­θρω­πος το­πο­θε­τή­θη­κε στόν πα­ρά­δει­σο τοῦ Θε­οῦ μέ ἀ­πο­στο­λή νά τόν ἐρ­γά­ζε­ται καί νά τόν φυ­λάσ­σει (Γέν. β' 15) καί ταυ­τό­χρο­να νά εἶ­ναι ὁ βα­σι­λέ­ας τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ Θε­οῦ (Γέν. α' 28). Εἶ­χε δη­λα­δή τήν ἀ­πο­στο­λή τοῦ συν­τη­ρη­τοῦ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας. Ἑ­πο­μέ­νως ἡ πρό­ο­δος τῆς ἐ­πι­στή­μης καί ἡ χρή­ση τῆς τε­χνι­κῆς δέν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά ὑ­πη­ρε­τοῦν δι­α­φο­ρε­τι­κό σκο­πό, μέ ἀρ­νη­τι­κές συ­νέ­πει­ες γιά τήν ἴ­δια τή δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Θε­οῦ.
Ἡ αὐ­το­νο­μί­α τῆς ἐ­πι­στή­μης καί τῆς τε­χνι­κῆς καί ἡ ἐ­γω­ι­στι­κή χρή­ση καί τῶν δύ­ο ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­ζει τόν ἄν­θρω­πο καί συμ­πα­ρα­σύ­ρει τόν κό­σμο σέ κα­τα­στρο­φή. Γι’ αὐ­τό καί ὁ Θε­ός πα­ραγ­γέλ­λει στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη:
«Πρό­σε­χε τόν ἑ­αυ­τό σου, μή­πως λη­σμο­νή­σεις Κύ­ριον τόν Θε­ό σου καί δέν φυ­λά­ξεις τίς ἐν­το­λές Του καί τούς νό­μους Του, ὅ­σα σοῦ πα­ραγ­γέλ­λω σή­με­ρα. Μή­πως χορ­τα­σθεῖς, οἰ­κο­δο­μή­σεις ὠ­ραῖ­α σπί­τια καί κα­τοι­κή­σεις σ’ αὐ­τά, πολ­λα­πλα­σια­σθοῦν τά βό­δια σου καί τά πρό­βα­τά σου, αὐ­ξη­θεῖ τό ἀρ­γύ­ριο καί τό χρυ­σί­ο σου καί ὅ­λα τά ὑ­πάρ­χον­τά σου καί ὑ­πε­ρη­φα­νευ­θεῖ τό­τε ἡ καρ­δί­α σου καί λη­σμο­νή­σεις Κύ­ριο τόν Θε­ό σου, πού σέ ἐ­ξή­γα­γε ἀ­πό τή γῆ τῆς Αἰ­γύ­πτου, ἀ­πό τή χώ­ρα τῆς δου­λεί­ας, καί σέ ὁ­δή­γη­σε διά μέ­σου ἐ­κεί­νης τῆς με­γά­λης καί φο­βε­ρῆς ἐ­ρή­μου.­..
Πρό­σε­ξε μή δι­α­νο­η­θεῖς: Ἡ ἰ­σχύς μου καί ἡ δύ­να­μη τῶν χε­ρι­ῶν μου πρό­σφε­ραν τή με­γά­λη αὐ­τή εὐ­λο­γί­α. Πρέ­πει νά θυ­μᾶ­σαι τόν Κύ­ριο, για­τί αὐ­τός σοῦ ἔ­δω­σε τήν ἰ­σχύ, γιά ν’ ἀ­πο­κτή­σεις δύ­να­μη, γιά νά τη­ρή­σει τήν ὑ­πό­σχέ­ση Του, πού ὁ Κύ­ριος ἔ­δω­σε μέ ὅρ­κο στούς προ­πά­το­ρές σου, μέ­χρι σή­με­ρα» (Δευ­τερ. η' 11-18, πρβλ. καί ι­α' 16).
Ἡ πρό­ο­δος τοῦ ἀν­θρώ­που σέ ὅ­λους τους το­μεῖς τῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τας του εἶ­ναι δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ· δέν δι­και­ο­λο­γεῖ τήν αὐ­το­νο­μί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. Γι’ αὐ­τό καί ὁ Θε­ός προ­ει­δο­ποι­εῖ μέ­σῳ τοῦ προ­φή­τη:
«Καί σύ υἱ­έ ἀν­θρώ­που, λέ­γε στόν ἄρ­χον­τα τῆς Τύ­ρου, Τά­δε λέ­γει Κύ­ριος:
Ἐ­πει­δή ὑ­πε­ρη­φα­νεύ­θη ἡ καρ­δί­α σου καί εἶ­πες,
Θε­ός εἶ­μαι ἔ­γω, κά­θου­μαι σέ θρό­νο Θε­οῦ,­.­.. ἐ­νῷ εἶ­σαι ἄν­θρω­πος καί ὄ­χι Θε­ός, καί σκέ­φθη­κες σάν νά ἤ­σουν Θε­ός.­..
Μέ τήν πολ­λή ἐ­πι­στή­μη σου καί τό ἐμ­πο­ρι­κό σου πνεῦ­μα πλή­θυ­νες τά ὑ­πάρ­χον­τά σου καί πε­ρη­φα­νεύ­θη­κε ἡ καρ­δί­α σου, γιά τή δύ­να­μή σου, γιά τοῦ­το “τά­δε λέ­γει Κύ­ριος”:
Ἐ­πει­δή θε­ώ­ρη­σες τόν ἑ­αυ­τό σου Θε­ό, γι’ αὐ­τό θά ἀ­πο­στεί­λω ξέ­νους ἐ­ναν­τί­ον σου, κα­κο­ποι­ά ἔ­θνη, καί θά ὑ­ψώ­σουν μά­χαι­ρα ἐ­ναν­τί­ον σου, καί ἐ­ναν­τί­ον τοῦ καυ­χή­μα­τος τῆς ἐ­πι­στή­μης σου, θά κρη­μνί­σουν τή δό­ξα τῆς σο­φί­ας σου καί θά ἀ­πω­λε­σθεῖ”­.­..
Θά μπο­ρέ­σεις τό­τε νά πεῖς, “Θε­ός εἶ­μαι”, μπρο­στά στούς φο­νευ­τές σού;
Ἄν­θρω­πος εἶ­σαι, δέν εἶ­σαι Θε­ός!» (Ἰ­εζ. κη' 2-9).
Αὐ­τή ἡ προ­φη­τεί­α ἐκ­πλη­ρώ­νε­ται κά­θε φό­ρα πού ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­λυ­το­ποι­εῖ τίς δυ­να­τό­τη­τές του καί τίς ἀ­πο­δε­σμεύ­ει ἀ­πό τό βα­θύ­τε­ρο νό­η­μά τους (τήν ἀ­γά­πη)· ἰ­δι­αί­τε­ρα στήν ἐ­πο­χή μας πού κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά κρη­μνί­σθη­καν τά εἴ­δω­λα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης σο­φί­ας καί τῆς ἐ­πι­στή­μης πού ἔ­στη­σε ὁ ἄν­θρω­πος καί ἄρ­χι­σε μέ πολ­λούς τρό­πους νά τά «προ­σκυ­νά­ει» καί νά τά «λα­τρεύ­ει». Οἱ νέ­ες «θε­ό­τη­τες» ὁ­δή­γη­σαν τόν ἄν­θρω­πο στό χεῖ­λος τοῦ κρη­μνοῦ× ποι­ός ἐ­πι­στή­μο­νας μπο­ρεῖ σή­με­ρα νά πεῖ μέ τρό­πο πει­στι­κό: «Θε­ός εἶ­μαι, μπρο­στά στούς φο­νευ­τές του»;
Ἡ πρό­ο­δος τῆς ἐ­πι­στή­μης μπο­ρεῖ νά ση­μά­νει εὐ­λο­γί­α. Ὅ­μως δέν κά­νει τόν ἄν­θρω­πο Θε­ό× δέν τόν ὁ­δή­γει στήν πραγ­μά­τω­ση τοῦ «κα­θ’ ὁ­μοί­ω­σιν», δη­λα­δή τοῦ σκο­ποῦ τῆς ζω­ῆς του. Ἄν πέ­σει καί πά­λι στήν πα­γί­δα τοῦ ἀρ­χαί­ου ὄ­φι, καί πι­στεύ­σει πώς ἀ­νέ­βη­κε στό θρό­νο τοῦ Θε­οῦ, αὐ­τό­μα­τα κα­τα­πον­τί­ζε­ται καί ἀ­πο­κτᾶ τήν ἐμ­πει­ρί­α πώς εἶ­ναι γυ­μνός· πώς εἶ­ναι ἄν­θρω­πος καί ὄ­χι Θε­ός!

στ) Ἱ­ε­ρέ­ας τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ Θε­οῦ
Ἀ­να­φέ­ρα­με ἤ­δη πώς ὁ ἄν­θρω­πος τέ­θη­κε ἀ­πό τήν ἀρ­χή στήν ὑ­πη­ρε­σί­α τῶν ἀ­δελ­φῶν του καί ὁ­λό­κλη­ρης τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας (Γέν. β' 15). Βρι­σκό­ταν σέ ἁρ­μο­νί­α μέ ὅ­λη τήν κτί­ση καί σέ δο­ξο­λο­γι­κή σχέ­ση μέ τόν Δη­μι­ουρ­γό. Ἀ­πό αὐ­τή τή σχέ­ση ὁ ἄν­θρω­πος ξέ­πε­σε μέ τήν πτώ­ση, μέ τρο­μα­κτι­κά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα γιά τόν ἴ­διο τόν ἑ­αυ­τό του καί γιά τήν ὅ­λη δη­μι­ουρ­γί­α (Γέν. γ' 17-19. Ρώμ. η' 19-22). Ὅ­μως «ἐν Χρι­στῷ» γί­νον­ται καί πά­λι «τά πάν­τα και­νά» καί ὁ ἄν­θρω­πος ξα­να­βρί­σκει τήν ἁρ­μο­νί­α του μέ τήν κτί­ση, σέ δο­ξο­λο­γι­κή ἀ­να­φο­ρά στόν Κτί­στη τοῦ κό­σμου. Μέ αὐ­τή τήν ἔν­νοι­α ὁ πι­στός γί­νε­ται ἱ­ε­ρέ­ας τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ Θε­οῦ.
Ὁ πνευ­μα­τι­κός δη­λα­δή ἄν­θρω­πος, ὁ ἄν­θρω­πος τῆς «και­νῆς κτί­σε­ως», ὁ χρι­σμέ­νος βα­σι­λέ­ας καί υἱ­ός τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ, δέν βρί­σκε­ται πλέ­ον σέ δι­ά­στα­ση μέ τή δη­μι­ουρ­γί­α. Ξα­να­βρί­σκει τή σω­στή θέ­ση του σ’ αὐ­τήν, ἐ­κεί­νη πού εἶ­χε ὁ Ἀ­δάμ πρίν ἀ­πό τήν πτώ­ση. Αὐ­τό ἀ­πο­τε­λεῖ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στή ζω­ή τῶν ἁ­γί­ων καί ἰ­δι­αί­τε­ρα τῶν Πα­τέ­ρων τῆς ἐ­ρή­μου. «Ἐ­άν ἀ­πο­κτή­σει κα­νείς τήν κα­θα­ρό­τη­τα», λέ­γει ἕ­νας ἀ­πό αὐ­τούς, «ὅ­λα θά ὑ­πο­τάσ­σον­ται σ’ αὐ­τόν, ὅ­πως καί στόν Ἀ­δάμ, ὅ­ταν ἦ­ταν μέ­σα στόν πα­ρά­δει­σο, πρίν πα­ρα­βεῖ τήν ἐν­το­λή τοῦ Θε­οῦ». Ὁ ἅ­γιος Ἰ­σα­άκ ὁ Σύ­ρος προ­σθέ­τει πώς ἡ πί­στη τοῦ δί­και­ου στόν Θε­ό «με­τα­βάλ­λει τά θη­ρί­α τοῦ δά­σους σέ ἄ­κα­κα ἀρ­νιά».
Ἔ­τσι ἀ­να­φέ­ρε­ται στό ἱ­ε­ρό συ­να­ξά­ριο γιά τόν ὅ­σιο Κό­πριο: «Ἀ­να­βαί­νων πο­τέ εἰς τό βου­νόν ὁ­μοῦ μέ τόν ὄ­νον τοῦ μο­να­στη­ριοῦ διά νά κό­ψη ξύ­λα, ἐ­πει­δή μί­α ἄρ­κτος ἐ­πλή­γω­σε τόν ὄ­νον εἰς τό μη­ρί­ον, ἐ­κρά­τη­σεν ὁ ὅ­σιος τήν ἄρ­κτον καί ἐ­φόρ­τω­σεν εἰς αὐ­τήν τά ξύ­λα λέ­γων: “Δέν θά σέ ἀ­φή­σω πλέ­ον, ἀλ­λά σύ θά κά­μνης τήν ὑ­πη­ρε­σί­αν τοῦ ὄ­νου, τόν ὁ­ποῖ­ον ἐ­πλή­γω­σας, ἕ­ως ὅ­του ὑ­γιά­νη ἐ­κεῖ­νος”. Καί λοι­πόν ὑ­πε­τάσ­σε­το εἰς αὐ­τόν ἡ ἄρ­κτος καί ἔ­φε­ρε τά ξύ­λα».
Ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός τοῦ Θε­οῦ κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε καί πά­λι στά ζῷ­α, ὄ­χι φυ­σι­κά μέ αὐ­θαί­ρε­το τρό­πο, γιά λό­γους προ­σω­πι­κούς καί ἐ­γω­ι­στι­κούς, ἀλ­λά γιά νά ἐ­πι­βά­λει τήν τά­ξη καί τήν ἁρ­μο­νί­α μέ­σα στή δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Θε­οῦ. Κά­τι πα­ρό­μοι­ο βλέ­που­με καί στό βί­ο τοῦ ἁ­γί­ου Ἀν­τω­νί­ου:
«Ὅ­ταν κα­τ’ ἀρ­χάς ὁ μα­κά­ριος πα­τήρ ἡ­μῶν Ἀν­τώ­νιος ἐ­φύ­τευ­σε τά δέν­δρα ταῦ­τα, ἔ­κα­μνον με­γά­λην ζη­μί­αν εἰς αὐ­τά τά ἄ­γρια ζῷ­α, τά ὁ­ποί­α ἐρ­χό­με­να εἰς τόν πο­τα­μόν διά νά πο­τι­σθώ­σιν εἰ­σήρ­χον­το καί εἰς τόν κῆ­πον. Ἰ­δών δέ πο­τέ ταῦ­τα ὁ ἅ­γιος ἐρ­χό­με­να, ἔ­λα­βεν μί­αν ρά­βδον καί πλη­σιά­σας εἰς ἕ­να ζῷ­ον, ὅ­περ ἐ­φαί­νε­το ὅ­τι ἦ­το προ­στά­της τῶν ἄλ­λων, τό προ­σέ­τα­ξε νά φύ­γη καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! Ἔ­στη τό θη­ρί­ον καί τό ἐ­κτύ­πα τα­πει­νά ὁ ἅ­γιος εἰς τάς πλευ­ρᾶς λέ­γων: “Δια­τι ἀ­δι­κεῖ­τε ἐ­μέ, ὅ­στις οὐ­δό­λως σᾶς ἠ­δί­κη­σα; ἀ­να­χω­ρή­σα­τε καί πλέ­ον μή τολ­μή­σε­τε νά εἰ­σέλ­θε­τε εἰς τόν κῆ­πον”. Οὕ­τως εἶ­πεν καί ἀ­πό τήν ὥ­ραν ἐ­κεί­νην οὔ­τε καν εἰς τόν κῆ­πον εἰ­σῆλ­θον, ἀλ­λά ἔ­πι­νον εἰς τόν πο­τα­μόν καί ἔ­φευ­γον».

ζ) Δι­αγ­γε­λέ­ας τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ
Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ζω­ή τοῦ χρι­στια­νοῦ γί­νε­ται ἀ­φορ­μή νά δο­ξά­ζε­ται τό ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ με­τα­ξύ τῶν ἀν­θρώ­πων (Μάτθ. ε' 16. Α' Κόρ. Γ 31. Α' Πε­τρ. β' 11-12). Κά­θε πι­στός κα­λεῖ­ται νά γί­νει δι­αγ­γε­λέ­ας τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ (Λουκ. θ' 60). Γι’ αὐ­τό καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μᾶς ὅ­ρι­σε σάν εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή γιά τήν ἱ­ε­ρή ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ χρί­σμα­τος ἐ­κεί­νη πού πε­ρι­λαμ­βά­νει τήν προ­τρο­πή: «πο­ρευ­θέν­τες μα­θη­τεύ­σα­τε πάν­τα τά ἔ­θνη!» (Μάτθ. κη' 19). Τοῦ­το φα­νε­ρώ­νει πώς αὐ­τό τό κά­λε­σμα ἀ­πευ­θύ­νε­ται σέ κά­θε βα­πτι­ζό­με­νο χρι­στια­νό.
Τό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ δέν ἔ­χει ἀ­κό­μη ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ. Συ­ναρ­μο­λο­γεῖ­ται καί συγ­κρο­τεῖ­ται μέ τήν ὑ­πη­ρε­σί­α κά­θε «ἀρ­θρώ­σε­ως», μέ τήν ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἐ­φο­δι­α­σμέ­νο καί αὐ­ξά­νε­ται μέ τήν κα­τάλ­λη­λη ἐ­νέρ­γεια τοῦ κά­θε μέ­λους του, δη­λα­δή κά­θε συ­νει­δη­τοῦ χρι­στια­νοῦ (Ἐ­φεσ. δ' 15-16). Ὁ κα­θέ­νας πού βα­πτί­ζε­ται προ­στί­θε­ται σ’ αὐ­τό τό Σῶ­μα (Πράξ. β' 47. Γάλ. γ' 26).
Ὁ Χρι­στός δέν ἦλ­θε νά σώ­σει ὁ­ρι­σμέ­νο ἀ­ριθ­μό «ἐ­κλε­κτῶν»«κε­χρι­σμέ­νων», ἀλ­λά ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους (Α΄ Τιμ. β' 4)· ὅ­λοι εἶ­ναι κα­λε­σμέ­νοι νά «κα­θή­σουν με­τά Ἀ­βρα­άμ καί Ἰ­σα­άκ καί Ἰ­α­κώβ ἐν τῇ βα­σί­λεια τῶν οὐ­ρα­νῶν» (Ματθ. η' 11). Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ξε­κί­νη­σε μέ μι­κρό κύ­κλο μα­θη­τῶν πού ἦ­σαν Ἰ­ου­δαῖ­οι. Ὅ­μως ὁ Χρι­στός ὑ­πο­γράμ­μι­σε πώς ἔ­χει καί «ἄλ­λα πρό­βα­τα», πού δέν προ­έρ­χον­ται ἀ­πό τήν ἰ­ου­δα­ϊ­κή «μάν­δρα»· πρέ­πει καί ἐκεῖνα νά ἀ­κού­σουν τή φω­νή Του καί νά ἐν­τα­χθοῦν στήν Ἐκ­κλη­σί­α, γιά νά γί­νει «ἕ­να ποί­μνιο καί ἕ­νας ποι­μέ­νας» (Ἰ­ω. Γ 16, πρβλ. Ἡσ. ξη' 19). Ἄν λοι­πόν ἐ­πι­θυ­μοῦ­με νά ἐκ­πλη­ρω­θεῖ τό θέ­λη­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, πρέ­πει νά ἐρ­γα­σθοῦ­με γιά τή σω­τη­ρί­α τῶν ἀ­δελ­φῶν.
Ὁ κά­θε χρι­στια­νός πρέ­πει νά εἶ­ναι «ἕ­τοι­μος πρός ἀ­πο­λο­γί­αν» στόν κα­θέ­να πού θά ζη­τή­σει λό­γο «διά τήν ἐλ­πί­δα, τήν ὁ­ποί­αν ἔ­χο­μεν μέ­σα μας». Ἀλ­λά πα­ραγ­γέλ­λει ὁ ἀ­πό­στο­λος «νά τό κά­νε­τε μέ εὐ­γέ­νειαν καί σε­βα­σμόν με­τά πρα­ΰ­τη­τος καί φό­βου καί νά ἔ­χε­τε συ­νεί­δη­σιν ἀ­γα­θήν, ὥ­στε ἐ­νῷ κα­τη­γο­ρεῖ­σθε ὅ­τι εἶ­σθε κα­κοί, νά κα­ται­σχυ­θοῦν ἐ­κεῖ­νοι πού δυ­σφη­μοῦν τήν κα­λήν σας χρι­στι­α­νι­κή δι­α­γω­γή» (Α' Πε­τρ. γ' 15-16).
Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος συ­νι­στᾶ δι­ά­κρι­ση στίς σχέ­σεις τῶν πι­στῶν πρός τούς «ἔ­ξω»· «συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σθε πρός τούς ἔ­ξω μέ σο­φί­αν, ἐ­πω­φε­λού­με­νοι τοῦ χρό­νου πού ἔ­χε­τε. Ὁ λό­γος σας νά εἶ­ναι πάν­το­τε μέ χά­ριν, ἀρ­τυ­μέ­νος μέ ἁ­λά­τι, καί νά ξέ­ρε­τε πώς πρέ­πει νά ἀ­παν­τᾶ­τε εἰς τόν κα­θέ­να». (Κολ. δ' 5-6).
Ὁ χρι­στια­νός πρέ­πει νά εἶ­ναι ἄν­θρω­πος ἀ­γά­πης πρός ὅ­λους· πῶς λοι­πόν μπο­ρεῖ νά ἀ­δι­α­φο­ρή­σει γιά τή σω­τη­ρί­α τῶν ἄλ­λων; Γνω­ρί­ζει πώς μό­νο ἕ­νας ἀ­πο­τε­λεῖ βέ­βαι­α ἐλ­πί­δα, ὁ Χρι­στός καί ὅ­τι ἐ­κτός τοῦ Χρι­στοῦ δέν ὑ­πάρ­χει γιά τόν ἄν­θρω­πο ἐλ­πί­δα. Πῶς μπο­ρεῖ λοι­πόν νά ἀ­δι­α­φο­ρή­σει καί νά μή προ­σπα­θή­σει νά με­τα­δό­σει τήν μο­να­δι­κή ἐλ­πί­δα στούς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους; (Β' Κορ. α' 6. Ἐ­φεσ. β' Α' Θεσ. δ' 13. Τίτ. α' 2-3. Α' Ἰ­ω. γ' 3).
Τό ἔρ­γο αὐ­τό ἀ­πο­τε­λεῖ θέ­λη­μα Θε­οῦ καί τήν καλ­λί­τε­ρη ἀ­πό­δει­ξη ἀ­γά­πης πρός τόν Θε­ό (Α' Ἰ­ω. γ' 17. δ' 7, 8, 20. Ἰ­εζ. γ' 16-21, λγ' 1-20). Ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­κό­μη μαρ­τυ­ρί­α τῆς γνη­σι­ό­τη­τας τῆς πί­στης καί τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ζω­ῆς. Ὅ­ποι­ος μέ­νει στα­θε­ρός σ’ αὐ­τή τή μο­να­δι­κή ἐλ­πί­δα (Ἐ­φεσ. δ' 4), φλέ­γε­ται ἀ­πό τόν πό­θο γιά τή σω­τη­ρί­α τῶν ἀ­δελ­φῶν, καί δέν μπο­ρεῖ νά ἡ­συ­χά­σει, ἀ­φοῦ οἱ ἀ­δελ­φοί του βρί­σκον­ται στήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α καί στήν πλά­νη καί μέ­νουν ἔ­ξω ἀ­πό αὐ­τή τήν ἐλ­πί­δα. Γι’ αὐ­τό τό ἔρ­γο γρά­φει ὁ ἀ­πό­στο­λος Ἰ­ά­κω­βος:
«Ἀ­δελ­φοί, ἐ­άν κα­νείς ἀ­πό σᾶς πλα­νη­θεῖ ἀ­πό τήν ἀ­λή­θεια καί κά­ποι­ος τόν ἐ­πα­να­φέ­ρει, ἄς γνω­ρί­ζει, ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος πού θά ἐ­πα­να­φέ­ρει ἁ­μαρ­τω­λόν ἀ­πό τόν δρό­μον τῆς πλά­νης του, θά σώ­σει ψυ­χήν ἀ­πό τόν θά­να­τον καί θά κα­λύ­ψει πλῆ­θος ἁ­μαρ­τι­ῶν» (Ἰ­ακ. ε' 19-20, πρθλ. α' 5. Λούκ. ι­ε' 24, 32).
Ὁ χρι­στια­νός δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­μο­νω­θεῖ ἐ­πι­δι­ῶ­κον­τας τήν ἀ­το­μι­κή του σω­τη­ρί­α ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τή σω­τη­ρί­α τῶν ἀ­δελ­φῶν. «Ἐκ τοῦ πλη­σί­ον ἐ­στιν ἡ ζω­ή καί ὁ θά­να­τος», λέ­γει ὁ Ἀβ­βάς Ἀν­τώ­νιος, «ἐ­άν γάρ κερ­δί­σω­μεν τόν ἀ­δελ­φόν, τόν Θε­όν κερ­δαί­νω­μεν» (πρβλ. Ἰ­εζ. γ' 16-21, λγ' 1-20).
Στήν πε­ρί­πτω­ση ἀ­δι­α­φο­ρί­ας γιά τόν ἀ­δελ­φό ὑ­πάρ­χει ἴ­σως ἔλ­λει­ψη θάρ­ρους γιά ὁ­μο­λο­γί­α, ἤ ἡ ἐλ­πί­δα δέν εἶ­ναι στα­θε­ρά θε­με­λι­ω­μέ­νη μέ­σα μας.
Στήν πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση πρέ­πει νά θυ­μη­θοῦ­με τούς λό­γους τοῦ Κυ­ρί­ου, ὅ­τι θά ὁ­μο­λο­γή­σει ἐμ­πρός στόν Πα­τέ­ρα Του τόν κα­θέ­να πού θά τόν ὁ­μο­λο­γή­σει ἐ­νώ­πιον τῶν ἀν­θρώ­πων, ἐ­νῷ θά ἀρ­νη­θεῖ ἐ­κεῖ­νον πού δέν θά ἔ­χει τό θάρ­ρος νά τόν ὁ­μο­λο­γή­σει καί αὐ­τόν πού θά τόν ἀρ­νη­θεῖ ἐ­νώ­πιον τῶν ἀν­θρώ­πων (Ματθ. ι' 32-33. Μάρκ. η' 38. Λούκ. θ' 26, ι­β' 8-9. β' Τίμ. β' 12).
Στή δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση πρέ­πει νά ἔ­χου­με πάν­το­τε στό νοῦ μας τούς λό­γους τῆς Ἀ­πο­κά­λυ­ψης: «Θά ἤ­θε­λα νά εἶ­σαι εἴ­τε ψυ­χρός εἴ­τε θερ­μός. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή εἶ­σαι χλια­ρός, καί οὔ­τε θερ­μός, οὔ­τε ψυ­χρός, θά σέ ξε­ρά­σω ἀ­πό τό στό­μα μου» (Ἀ­ποκ. γ' 16).
Κά­θε πι­στός λοι­πόν κα­λεῖ­ται νά δι­δά­σκε­ται καί νά δι­δά­σκει× νά γί­νει δι­αγ­γε­λέ­ας τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ. «Ἐ­άν ἀρ­νεῖ­σαι νά δι­δά­σκε­σαι καί νά δι­δά­σκεις, δέν εἶ­σαι μα­θη­τής τοῦ Κυ­ρί­ου», λέ­γει ὁ μη­τρο­πο­λί­της Μό­σχας Φι­λά­ρε­τος· τί εἶ­σαι; Δέν ξέ­ρω, ὅ­πως δέν ξέ­ρω καί τί θά ἀ­πο­γί­νεις στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή καί στήν μέλ­λου­σα» (πρβλ. Ἰ­ε­ρεμ. κ' 9. Ἰ­εζ. γ' 16-21, λγ' 1-20. Α' Κόρ. θ' 16).
Κλεί­νον­τες τό κε­φά­λαι­ο αὐ­τό πα­ρα­τη­ροῦ­με πώς ὁ νέ­ος λα­ός τοῦ Θε­οῦ ἀ­πο­τε­λεῖ βα­σι­λι­κό καί ἱ­ε­ρα­τι­κό ἔ­θνος. Ὁ κά­θε πι­στός προ­σφέ­ρει τό σῶ­μα του καί ὁ­λό­κλη­ρο τόν ἑ­αυ­τό του θυ­σί­α ζῶ­σα στόν Θε­ό. Τά πάν­τα ἐ­πι­τε­λεῖ πρός δό­ξα Θε­οῦ, στόν ὁ­ποῖ­ο προ­σφέ­ρει τό μό­χθο του μέ­σῳ τῶν ἀ­δελ­φῶν. Ἔ­τσι δη­μι­ουρ­γεῖ­ται δια­ρκῆς δο­ξο­λο­γι­κή σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στόν ἄν­θρω­πο καί στόν Θε­ό· ὁ ἄν­θρω­πος προ­σφέ­ρει τά δῶ­ρα τοῦ Θε­οῦ δο­ξο­λο­γί­α στόν Κύ­ριο, καί Ἐ­κεῖ­νος τά ἐ­πι­στρέ­φει στόν ἄν­θρω­πο εὐ­λο­γη­μέ­να καί ἁ­γι­α­σμέ­να.
Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό ξα­να­βρί­σκει ὁ ἄν­θρω­πος τήν πρώ­τη του θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τι στό Θε­ό καί στή δη­μι­ουρ­γί­α. Μέ τήν ἐ­πι­στή­μη «κα­τα­κυ­ρι­εύ­ει» τήν κτί­ση· ὅ­μως τά κί­νη­τρά του δέν εἶ­ναι ἐ­γω­ι­στι­κά, ἀλ­λά ἐκ­πλη­ρώ­νει μέ ἀ­φο­σι­ώ­ση τήν ἀ­πο­στο­λή πού τοῦ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός νά εἶ­ναι ἐρ­γα­της καί φύ­λα­κας τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας Του. Τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ δι­α­περ­νᾶ ὅ­λα τά ἔρ­γα τοῦ ἀν­θρώ­που καί τά με­τα­φέ­ρει σέ δο­ξο­λο­γι­κή σχέ­ση μέ τόν Θε­ό.
Ἀλ­λά ὁ πι­στός ὑ­πη­ρε­τεῖ τό ἔρ­γο τοῦ Κυ­ρί­ου καί μέ ἄλ­λο τρό­πο× μέ τή ζω­ή του καί μέ τό λό­γο του κά­νει τούς πλη­σί­ον του κοι­νω­νούς τῆς μο­να­δι­κῆς ἐλ­πί­δος καί ἀ­πο­δει­κνύ­ει μέ τόν τρό­πο αὐ­τό τήν ἀ­γά­πη του πρός τούς ἀ­δελ­φούς. Δέν ἐ­πι­δι­ώ­κει τήν ἀ­το­μι­κή του σω­τη­ρί­α ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τή σω­τη­ρί­α τῶν ἀ­δελ­φῶν, ἀλ­λά αἰ­σθά­νε­ται τήν ἑ­νό­τη­τά του στό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ καί τήν εὐ­θύ­νη του γιά τήν αὔ­ξη­ση τοῦ ὅλου σώματος.

Αὐτή εἶναι ἡ ὀρθή θέση τοῦ κάθε πιστοῦ μέσα στήν Ἐκκλησία. 
Share:

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Η φωτογραφία μου
Για την προστασία του ελληνορθόδοξου πολιτισμού της οικογενείας της νεολαίας και του πολίτη.

Translate

Από το Blogger.

Follow by Email

Ετικέτες

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΑΙΔ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΏΤΟΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΟΜΙΛΙΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΣΟΦΙΑ ΑΠOKPYΦIΣMOΣ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΑ ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ ΑΡΧΙΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΜΥΡΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΑΪΔΩΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΑNTIAIPETIKO ΣEMINAPIO ΒΙΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΓΙΟΓΚΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ ΕΤΕΡΟΘΡΗΣΚΟΙ ΘΕΟΣΟΦΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΡΙΔΟΛΟΓΙΑ ΙΣΛΑΜ ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΙΩΝΗ Κ. ΒΑΪΟΣ ΠΡΑΝΤΖΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗ ΚΩΝΣΤ. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΟΓΟΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΣΜΟΣ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΝΕΟΓNΩΣTIKIΣMOΣ ΝΕΟEIΔΩΛOΛATPEIA ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ Π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΙΔΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΠΑΤΕΡ ΙΩΣΗΦ ΒΙΓΛΙΩΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΚΟΠΙΑ ΠΙΣΤΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΟΜΙΛΙΩΝ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣΥΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΡΩΤ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ ΡΕΦΛΕΞΟΛΟΓΙΑ ΣΑΤΑΝΙΣΜΟΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΣΚΟΠΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΧΙΣΜΑ ΤΡΙΤΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΦΥΛΟ ΧΙΛΙΑΣΤΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΨΕΥΔΟ-ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ ΨΗΦΙΣΜΑ ΨEYΔOΠPOΦHTEΣ ΨEYTOMEΣΣIEΣ

Ετικέτες

Προτεινόμενη ανάρτηση

ΟΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ ΣΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Οι απαντήσεις της Αγίας Γραφής στη διδασκαλία των Προτεσταντών για το πρόσωπο της Θεοτόκου Προτεστάντες: Ο Θεός ονομάζεται Άγιος...

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *