Όριο Πίστεως


ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Πέμπτη 4 Απριλίου 2019

ΟΙ ΑΓΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Εἶ­ναι γνω­στό πώς σέ πολ­λά ση­μεῖ­α τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἡ κα­τα­σκευ­ή καί ἡ λα­τρεί­α εἰ­δώ­λων. Ὅ­μως σέ ἄλ­λα ση­μεῖ­α ὁ Θε­ός θε­σπί­ζει ὁ ἴ­διος τήν κα­τα­σκευ­ή καί τήν το­πο­θέ­τη­ση δι­α­φό­ρων ἀν­τι­κει­μέ­νων στό λα­τρευ­τι­κό χῶ­ρο. Ποι­ά εἶ­ναι ἡ στά­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας σ’ αὐ­τό τό ζή­τη­μα; Στη­ρί­ζε­ται στή νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα «ἐν Χρι­στῷ»; Αὐ­τό εἶ­ναι τό βα­σι­κό ζή­τη­μα πού ἐρ­χό­μα­στε νά ἐ­ξε­τά­σου­με σ’ αὐ­τό τό κε­φά­λαι­ο.

Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­πο­δί­δει λα­τρεί­α μό­νο στόν Ἕ­να καί Τρι­α­δι­κό Θε­ό· ἀ­πορ­ρί­πτει τή λα­τρεί­α ψεύ­τι­κων θε­ῶν, εἰ­δώ­λων καί κτι­σμά­των. Δέν ὑ­πάρ­χουν «ἄλ­λοι θε­οί»· ὁ­ποι­α­δή­πο­τε λα­τρεί­α σέ «ἄλ­λους θε­ούς» ἀ­πο­δί­δε­ται στό Δι­ά­βο­λο. Μιά τέ­τοι­α δαι­μο­νι­κή λα­τρεί­α πε­ρι­λαμ­βά­νει καί τήν κα­τα­σκευ­ή ἤ προ­σκύ­νη­ση εἰ­κό­νων ψευ­δῶν θε­ῶν. Οἱ εἰ­κό­νες αὐ­τές εἶ­ναι εἴ­δω­λα.
Μέ αὐ­τή τήν ἔν­νοι­α πρέ­πει νά κα­τα­νο­ή­σου­με τίς σχε­τι­κές ἀ­πα­γο­ρεύ­σεις τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης:
«Δέν θά κα­τα­σκευά­σεις πο­τέ γιά τόν ἑ­αυ­τό σου εἴ­δω­λο, οὔ­τε εἰ­κό­να ἀ­πό ὅ­σα ὑ­πάρ­χουν στόν οὐ­ρα­νό ἐ­πά­νω, ὅ­σα στή γῆ καί ὅ­σα στά ὕ­δα­τα κά­τω ἀ­πό τή γῆ· δέν θά προ­σκυ­νή­σεις αὐ­τά, οὔ­τε θά τά λα­τρεύ­σεις, για­τί ἐ­γώ εἶ­μαι Κύ­ριος ὁ Θε­ός σου, Θε­ός ζη­λό­τυ­πος» (Ἔξοδ. κ’ 4-5).
Τό ἐ­δά­φιο αὐ­τό εἶ­ναι σα­φές· ἡ λα­τρεί­α πού ἀ­νή­κει μό­νο στόν Θε­ό δέν πρέ­πει ν’ ἀ­πο­δί­δε­ται σέ τί­πο­τε ἄλ­λο. Για­τί ὑ­πάρ­χει μό­νο Ἕ­νας Θε­ός καί ἡ λα­τρεί­α Του εί­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κή («ζη­λό­τυ­πος»). Ὁ λα­ός τοῦ Θε­οῦ δέν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά ἀ­κο­λου­θή­σει ἤ νά κα­τα­σκευά­σει «χυ­τούς Θε­ούς», για­τί αὐ­τοί εἶ­ναι ψευ­δεῖς θε­οί (Λευ­ϊτ. ι­θ’ 4). «Δέν θά κα­τα­σκευ­ά­σε­τε διά τόν ἑ­αυ­τό σας χει­ρο­ποί­η­τα εἴ­δω­λα, οὔ­τε γλυ­πτά, οὔ­τε θά στή­σε­τε εἰ­δω­λο­λα­τρι­κή στή­λη, οὔ­τε θά θέ­σε­τε στή χώ­ρα σας πε­ρί­ο­πτο λί­θο γιά νά τόν προ­σκυ­νή­σε­τε· ἐ­γώ εἶ­μαι Κύ­ριος ὁ Θε­ός σας» (Λευϊτ. κστ’ 1).
Ὁ μό­νος ἀ­λη­θι­νός Θε­ός εἶ­ναι «Κύ­ριος ὁ Θε­ός ἡ­μῶν»· «ἐ­γώ εἶ­μαι Κύ­ριος ὁ Θε­ός σας»· «ὅ­λοι οἱ θε­οί τῶν Ἐ­θνῶν εἶ­ναι εἴ­δω­λα, ὁ δέ Θε­ός ἡ­μῶν εἶ­ναι ὁ δη­μι­ουρ­γός τῶν οὐ­ρα­νῶν» (Α’ Πα­ραλ. ι­στ’ 26). «Ὅ­λοι οἱ θε­οί τῶν ἐ­θνῶν εἶ­ναι δαι­μό­νια, ὁ δέ Κύ­ριος ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε τούς οὐ­ρανούς» (Ψαλμ. 95, 5). «Ἐ­γώ πρῶ­τος καί ἐ­γώ με­τά ταῦ­τα- πλήν ἐ­μοῦ οὐκ ἐστι Θεός» (Ἡσ. μδ’ 6).
Ὕ­στε­ρα ἀ­πό αὐ­τή τήν το­πο­θέ­τη­ση, ὁ λα­ός τοῦ Θε­οῦ δέν μπο­ροῦ­σε πλέ­ον νά κα­τα­σκευά­ζει εἴ­δω­λα ἤ νά λα­τρεύ­ει τούς θε­ούς τῶν ἐ­θνῶν. «Δέν θά προ­σκυ­νή­σεις τούς θε­ούς αὐ­τῶν, οὔ­τε θά τούς λα­τρεύ­σεις οὔ­τε θά ἐ­κτε­λέ­σεις τά ἔρ­γα τά ὁ­ποῖ­α ἐ­κτε­λοῦν ἐ­κεῖ­νοι, ἀλ­λά θά κρη­μνί­σεις ἀ­πό τά θε­μέ­λια καί θά συν­τρί­ψεις ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά τίς εἰ­δω­λο­λα­τρι­κές των στῆ­λες. Θά λα­τρεύ­σεις μό­νο Κύ­ριον τόν Θε­όν σου»! (Ἔ­ξοδ. κγ’ 24-25). Ἡ λα­τρεί­α τοῦ Ἑ­νός καί Μό­νου ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ δέν ἀ­φή­νει πε­ρι­θώ­ρια γιά «ἄλ­λους θε­ούς» καί γιά «χω­νευ­τά εἴ­δω­λα» (Γ’ Βα­σιλ. θ’ 6-9, ι­δ’ 9- 10. Ἰ­ησ. Ναυ­ῆ κγ’ 15-16. Α‘ Βα­σιλ. ζ’ 3, η’ 8. Ἱ­ε­ρεμ. α’ 16, β’ 27. Μαλαχ. β’ 11).
Ὁ Θε­ός τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ εἶ­ναι «ζη­λό­τυ­πος», μο­να­δι­κός καί δι­α­κη­ρύσ­σει ἀ­να­φε­ρό­με­νος σέ ὅ­σους δέν μέ­νουν πι­στοί: «Αὐ­τοί πα­ρε­ζή­λω­σάν με ἐ­π’ οὐ θε­ῷ, πα­ρώ­ξυ­νάν με ἐν τοῖς εἰ­δώ­λοις αὐ­τῶν»· αὐ­τοί ἔ­γι­ναν αἰ­τί­α νά ζη­λο­τυ­πή­σω, για­τί ἐ­λά­τρευ­σαν ἀ­νύ­παρ­κτο θε­ό, με ἐ­ξε­ρέ­θι­σαν νά ὀρ­γι­σθῶ, για­τί ἐ­λά­τρευ­σαν τά εἴ­δω­λα (Δευ­τερ. λβ’ 21, πρβλ. Ἕ­ξοδ. κ’ 5, λδ’ 14. Δευ­τερ. δ’ 24, ε’ 9, στ’ 15).
Ἡ πα­ρά­βα­ση τῆς ἐν­το­λῆς τοῦ Θε­οῦ εἶ­χε βα­ρύ­τα­τες συ­νέ­πει­ες γιά ὁ­λό­κλη­ρο τόν ἰσ­ρα­η­λι­τι­κό λα­ό (Γ’ Βα­σιλ. θ’ 6-7). Ἐ­θε­ω­ρεῖ­το ἔγ­κλη­μα καί ἐ­τι­μω­ρεῖ­το μέ θά­να­το (Ἔ­ξοδ. κθ’ 20. Δευ­τερ. ι­ζ’ 2-7), ἀ­κό­μη καί ὅ­ταν κά­ποι­ος πα­ρα­κι­νοῦ­σε ἄλ­λον σ’ αὐ­τή τή λα­τρεί­α (Δευ­τερ. ι­γ’ 6-11).
Ὅ­λα αὐ­τά δι­α­σα­φη­νί­ζουν τή θέ­ση τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης. Ἡ ἀ­πα­γό­ρευ­ση κα­τα­σκευ­ῆς εἰ­δώ­λων ἤ εἰ­κό­νων ψευ­δῶν θε­ῶν, ἡ προ­σκύ­νη­σή των καί ἡ λα­τρεί­α των εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τη. Δέν ὑ­πάρ­χει γι’ αὐ­τό ἀμ­φι­βο­λί­α (πρβλ. καί Ἔ­ξοδ. κγ’ 24-25. Δευ­τερ. λ’ 17-18. Ψαλμ. ρι­γ’ 12-16, ρλδ’ 15-18. Ἡσ. μδ’ 9-20. Ἱ­ε­ρεμ. κε’ 6. Δαν. ε’ 23-25).

β) Ἀποκλειστικότητα τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ
Γιά τό λα­ό τοῦ Θε­οῦ ὑ­πάρ­χει μό­νο ὁ ἕ­νας καί ἀ­λη­θι­νός Θε­ός. Ἡ μο­να­δι­κό­τη­τά Του δη­λώ­νε­ται καί μέ τό ὄ­νο­μα πού ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός ἀ­πο­κά­λυ­ψε στόν Μω­ϋ­σῆ: «Ἐ­γώ εἰ­μι ὁ Ὤν» (Ἔ­ξοδ. γ’ 14) πού στό ἑ­βρα­ϊ­κό κεί­με­νο ἀ­να­φέ­ρε­ται: Ehie Aser Ehje. Τό Εhje σχε­τί­ζε­ται μέ τό ρῆ­μα Haja, δη­λα­δή «εἶ­μαι», «ὑ­πάρ­χω», «γί­γνο­μαι», «συμ­βαί­νω».
Τό ὄ­νο­μα λοι­πόν αὐ­τό δη­λώ­νει τήν ἀ­πό­λυ­τη ὕ­παρ­ξη τοῦ Θε­οῦ· Αὐ­τός εἶ­ναι ἡ ἀ­λη­θι­νή ζω­ή (Ἱ­ε­ρεμ. β’ 13), Ἐ­κεῖ­νος πού ἐ­ξή­γα­γε τό λα­ό Του ἀ­πό τήν Αἴ­γυ­πτο- σ’ Αὐ­τόν ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα καί ἡ λα­τρεί­α. Εἶ­ναι ὁ μο­να­δι­κός Θε­ός· ὅ­λοι οἱ λε­γό­με­νοι θε­οί, ἐ­κτός ἀ­πό Αὐ­τόν, εἶ­ναι στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα «οὐ θε­οί», ἀ­νύ­παρ­κτοι (Δευ­τερ. λβ’ 21. Α’ Βα­σιλ. ι­β’ 21. Δ’ Βα­σιλ. ι­θ’ 18. Β’ Πα­ραλ. ι­γ’ 9. Ἱ­ε­ρεμ. β’ 11, ε’ 7). Δέν πρέ­πει νά δο­ξά­ζον­ται οὔ­τε νά λα­τρεύ­ον­ται.
 «Ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ Κύ­ριος ὁ Θε­ός σου (Jahwe), αὐ­τό εἶ­ναι τό ὄ­νο­μά μου. Τήν δό­ξαν μου δέν θά τήν δώ­σω εἰς ἄλ­λον οὔ­τε τόν ἔ­παι­νόν μου εἰς τά γλυ­πτά εἴ­δω­λα» (Ἡσ. μθ’ 8).
Ἡ συ­νε­χής ὑ­πό­μνη­ση αὐ­τοῦ τοῦ γε­γο­νό­τος ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­τη γιά τούς Ἰσ­ρα­η­λί­τες. Ὁ κίν­δυ­νος τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρεί­ας ἦ­ταν κα­τα­πλη­κτι­κά με­γά­λος γιά ἕ­να λα­ό, τόν ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζαν εἰ­δω­λο­λά­τρες. Δέν πρέ­πει νά λη­σμο­νή­σου­με πώς ὁ Ἰσ­ρα­ήλ ἔ­πε­σε πολ­λές φο­ρές σέ ἀ­πο­στα­σί­α καί κα­τα­σκεύ­α­σε εἴ­δω­λα στή θέ­ση τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ. Τέ­τοι­α πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πο­στα­σί­ας πε­ρι­γρά­φει ἡ Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη (Ἔ­ξοδ. λβ’ 4-5. Γ’ Βα­σιλ. ι­β’ 28. Κρι­ταί β’ 13, γ’ 6, δ’ 1, ι’ 16. Α’ Μακκ. α’ 15 κ.ά.).
Οἱ προ­φῆ­τες ἐ­πι­ση­μαί­νουν σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση τήν ἀ­πο­στα­σί­α ἀ­πό τόν ἀ­λη­θι­νό Θε­ό καί ὑ­πο­γραμ­μί­ζουν τίς τρο­μα­κτι­κές συ­νέ­πει­ές της. Ἦ­ταν λοι­πόν ἀ­νάγ­κη, κά­θε φο­ρά νά ὑ­πεν­θυ­μί­ζε­ται αὐ­τός ὁ κίν­δυ­νος καί νά ὑ­πο­γραμ­μί­ζε­ται τό κα­θῆ­κον τῆς λα­τρεί­ας τοῦ Ἑ­νός καί Μο­να­δικοῦ Θε­οῦ:
«Κύ­ριον τόν Θε­όν σου νά φο­βεῖ­σαι καί αὐ­τόν μό­νο νά λα­τρεύ­εις καί εἰς αὐ­τόν νά προ­σκολ­λη­θεῖς... Μή πο­ρευ­θεῖ­τε πί­σω ἀ­πό ἄλ­λους θε­ούς, δι­ό­τι Κύ­ριος ὁ Θε­ός σου εἶ­ναι Θε­ός ζη­λό­τυ­πος διά σέ. Μή­πως ὀρ­γι­σθεῖ ἐ­ναν­τί­ον σου καί σέ ἐ­ξο­λο­θρεύ­σει ἀ­πό τό πρό­σω­πο τῆς γῆς...» (Δευ­τερ. στ’ 3-15). «Ἐν­τρα­πεῖ­τε πο­λύ σεῖς πού πι­στεύ­ε­τε στά εἴ­δω­λα, σεῖς πού λέ­γε­τε στά χω­νευ­τά: Σεῖς εἶ­σθε οἱ θε­οί μας» (Ἡσ. μβ’ 17, πρβλ. Ὡσ. β’ 7-15. Ἡσ. μ’ 19-20, μστ’ 1-7. Ἱ­ε­ρεμ. β’ 5-13, 27-28, ι’ 1-16, ιστ’ 20 κ.ἄ.).
Ἡ ἀποκλειστικότητα τῆς λατρείας τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ὑπογραμμίζεται καί στό ἀκόλουθο συγκλονιστικό ἀπόσπασμα ἀπό τόν προφήτη Ἱερεμία:
«Ὅπως μία γυναίκα φαίνεται ἄπιστος
εἰς τόν σύζυγόν της,
κατά παρόμοιον τρόπον ὁ οἶκος Ἰσραήλ
ἐδείχθη ἄπιστος πρός ἐμέ,
λέγει ὁ Κύριος.
Ἀλλά ἠκούσθησαν ἀπό τά χείλη τῶν υἱῶν τοῦ Ἰσραήλ
κλαυθμοί καί δεήσεις (μετανοίας),
ὅτι ἐδείχθησαν ἄδικοι εἰς τήν ζωήν των,
ἐλησμόνησαν τόν ἅγιον Θεόν των.
Ἐπιστρέψατε, παιδιά μου,
ἐπιστρέψατε καί θά θεραπεύσω τά συντρίμματά σας.
-         Ἰδού εἴμεθα δοῦλοι σου,
διότι σύ εἶσαι Κύριος ὁ Θεός μας.
Πράγματι ψευδεῖς ἦσαν οἱ εἰδωλολατρικοί
τόποι τῶν βουνῶν,
ἀνύπαρκτος ἡ δύναμις τῶν ὀρέων·
μόνον διά Κυρίου τοῦ Θεοῦ μας
θά ἔλθῃ ἡ σωτηρία εἰς τόν Ἰσραήλ» (Ἱερεμ. γ’ 20-23).

Ἡ ἀ­πα­γό­ρευ­ση τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης ἀ­να­φέ­ρε­ται στίς εἰ­κό­νες ψευ­δῶν θε­ῶν καί γε­νι­κό­τε­ρα στά εἴ­δω­λα. Εἶ­ναι σχε­τι­κή ἀ­πα­γό­ρευ­ση καί ὄ­χι ἀ­πό­λυ­τη.
Οἱ Ἰσ­ρα­η­λί­τες ἀ­πέ­δι­δαν τι­μή στό γρα­πτό λό­γο τοῦ Θε­οῦ (Ἔ­ξοδ. λδ’ 1) καί σέ δι­ά­φο­ρα ὁ­μοι­ώ­μα­τα, χω­ρίς πο­τέ κα­νείς νά τούς κα­τη­γο­ρή­σει γιά εἰ­δω­λο­λά­τρες.
Ἰ­δι­αί­τε­ρη τι­μή ἀ­πε­δί­δε­το στήν κι­βω­τό τῆς δι­α­θή­κης (Ἔ­ξοδ. κε’ 9-21), στήν τρά­πε­ζα τῆς πρό­θε­σης (Ἔ­ξοδ. κε’ 22-29), στό θυ­σι­α­στή­ριο (Ἔ­ξοδ. κζ’ 1-8, λ’ 1-10), στόν χάλ­κι­νο λου­τή­ρα (Ἔ­ξοδ. λ’ 17-21), στή σκη­νή τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου (Ἔ­ξοδ. κστ’ 1-37) καί σέ ἄλ­λα ἀν­τι­κεί­με­να, πού κα­τα­σκευ­ά­σθη­καν μέ ἐν­το­λή τοῦ ἴ­διου τοῦ Θε­οῦ (πρβλ. Ἔ­ξοδ. λε­’­11 ἑξ.).
Ὁ Θε­ός ἔ­δω­σε ἐν­το­λή νά κα­τα­σκευα­σθοῦν καί ἄλ­λα ὁ­μοι­ώ­μα­τα πού ἐ­ξει­κό­νι­ζαν ἀγ­γέ­λους, ζῶ­α, φυ­τά καί μά­λι­στα μέ­σα στό λα­τρευ­τι­κό χῶ­ρο. Μέ ἐν­το­λή τοῦ Θε­οῦ κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται δύ­ο χε­ρου­βείμ μέ ἁ­πλω­μέ­να τά χέ­ρια πά­νω ἀ­πό τό Ἱ­λα­στή­ριο (Ἔ­ξοδ. κε’ 17-19, πρβλ. Ἑ­βρ. θ’ 5). Δύ­ο ἄλ­λα τε­ρά­στια χε­ρου­βείμ κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται καί το­πο­θε­τοῦν­ται μέ ἐν­το­λή τοῦ Θε­οῦ στά Ἅ­για τῶν Ἁ­γί­ων τοῦ να­οῦ τοῦ Σο­λο­μῶν­τος (Γ’ Βα­σιλ. στ’ 23-28, πρβλ. Β’ Πα­ραλ. γ’ 10-12, ε’ 8. Ἱ­εζ. θ’ 3). Ἀ­κό­μη κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται δι­ά­φο­ρες πα­ρα­στά­σεις, ὅ­πως δέ­κα ὁ­μοι­ώ­μα­τα χάλ­κι­νων βο­δι­ῶν (Γ’ Βα­σιλ. ζ’ 13), σκα­λι­στές πα­ρα­στά­σεις λι­ον­τα­ρι­ῶν καί ἄλ­λες ἀ­νά­γλυ­φες πα­ρα­στά­σεις (Γ’ Βα­σιλ. ζ’ 16, 22, 28, 30. Β’ Πα­ρακ. δ’ 3 ἑξ.).
Αὐ­τά ἀ­πο­δει­κνύ­ουν πώς ἡ ἀ­πα­γό­ρευ­ση τοῦ Θε­οῦ ἀ­φο­ροῦ­σε μό­νο τίς εἰ­κό­νες καί τά ὁ­μοι­ώ­μα­τα ψευ­δῶν θε­ῶν, δη­λα­δή τά εἴ­δω­λα. Ἦ­ταν σχε­τι­κή ἀ­πα­γό­ρευ­ση καί ὄ­χι ἀ­πό­λυ­τη. Δέν ἀ­νε­φέ­ρε­το στά σύμ­βο­λα καί στά ἄλ­λα ἀν­τι­κεί­με­να μέ­σα στό λα­τρευ­τι­κό χῶ­ρο. Σέ ὅ­λα αὐ­τά ἀ­πε­δί­δε­το τι­μή, ὄ­χι ὅ­μως «κα­θ’ ἑ­αυ­τά», δη­λα­δή ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τή σχέ­ση τους μέ τόν ζῶν­τα Θε­ό- μέ τή λα­τρεί­α τοῦ Ἑ­νός καί Μό­νου ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ.
Ἄν κα­νείς ἐ­πι­χει­ροῦ­σε νά ἀ­πο­δώ­σει σ’ αὐ­τά τά ἀν­τι­κεί­με­να λα­τρευ­τι­κή προ­σκύ­νη­ση, θά με­τα­βάλ­λον­ταν αὐ­τό­μα­τα σέ εἴ­δω­λα καί ἡ λα­τρεί­α τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ σέ εἰ­δω­λο­λα­τρεί­α. Αὐ­τό φαί­νε­ται κα­θα­ρά στό «χω­νευ­τό μό­σχο» πού κα­τα­σκεύ­α­σε ὁ Ἀ­α­ρών σέ στιγ­μή ἀ­πο­στα­σί­ας τοῦ λα­οῦ, ἡ ὁ­ποί­α ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε μέ τή φρά­ση: «Οὗ­τοι οἱ θε­οί σου, Ἰσ­ρα­ήλ» (Ἔ­ξοδ. λβ’ 4). Αὐ­τό εἶ­ναι τό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρεί­ας· τό νά λα­τρεύ­ει κα­νείς γιά θε­ό κά­ποι­ο κτί­σμα ἤ ἀν­θρώ­πι­νο κα­τα­σκεύ­α­σμα. «Ἀ­σχύν­θη­τε αἰ­σχύ­νην, οἱ πε­ποι­θό­τες ἐ­πί τοῖς γλυ­πτοῖς, οἱ λέ­γον­τες τοῖς χω­νευ­τοῖς· ὑ­μεῖς ἐ­στε θε­οί ἡ­μῶν» (Ἡσ. μβ’ 17).
Κα­νείς πο­τέ ὀρ­θό­δο­ξος χρι­στια­νός δέν στά­θη­κε μπρο­στά σέ εἰ­κό­να μέ τή σκέ­ψη: «Οὗ­τοι οἱ θε­οί μου»! Κα­νείς πο­τέ ὀρ­θό­δο­ξος πι­στός δέν ἀ­πέ­δω­κε τι­μή σέ εἰ­κό­να, μέ τή σκέ­ψη πώς ἡ εἰ­κό­να εἶ­ναι Θε­ός! Ἡ εὐ­λά­βεια καί ἡ τι­μή πού ἀ­πο­δί­δου­με στά ἱ­ε­ρά ἀν­τι­κεί­με­να, τά ὁ­ποῖ­α ὑ­πάρ­χουν στόν λα­τρευ­τι­κό χῶ­ρο, στη­ρί­ζε­ται στήν ἁ­γί­α Γρα­φή. Ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός τι­μᾶ τά ἀν­τι­κεί­με­να αὐ­τά· θυ­μι­ά­ζον­ται καί ραν­τί­ζον­ται μέ αἷ­μα (Ἔ­ξοδ. λ’ 6-7, μ’ 5. Λευ­ΐτ. ι­στ’ 12-13. Α’ Πα­ραλ. στ’ 34. Β’ Πα­ραλ. ι­γ’ 11. Ἑ­βρ. θ’ 21) καί ὁ Θε­ός ἐ­πι­δο­κι­μά­ζει τά γε­νό­με­να (πρβλ. Γ’ Βα­σιλ. θ’ 3).

δ) Τά θαύματα
Ὁ Θε­ός ἐ­νερ­γεῖ μέ ποι­κί­λους τρό­πους καί πα­ρέ­χει τή χά­ρη Του ἀ­κό­μη καί σέ ὑ­λι­κά ἀν­τι­κεί­με­να. Ὁ Θε­ός τι­μᾶ τά ἱ­ε­ρά ἀν­τι­κεί­με­να καί τούς χα­ρί­ζει τή θαυ­μα­τουρ­γι­κή Του ἐ­νέρ­γεια. Τοῦ­το βλέ­που­με στή ρά­βδο τοῦ Μω­ϋ­σῆ (Ἔ­ξοδ. δ’ 2-3, ζ’ 19-21, θ’ 23-26, ι­δ’ 16, 21, ι­ε’ 25, ι­ζ’ 3-5), στό χάλ­κι­νο φί­δι, πού προ­ει­κό­νι­ζε τόν Τί­μιο Σταυ­ρό (Ἀ­ριθ. κα’ 8-9. Ἰ­ω. γ’ 14), στήν κι­βω­τό (Ἰ­ησ. Ναυ­ῆ γ’ 15- 17), στή μη­λω­τή τοῦ Ἠ­λί­α (Δ’ Βα­σιλ. β’ 8-14), ἤ ἀ­κό­μη καί στά ροῦ­χα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ (Ματθ. θ’ 20-22), στά μαν­δή­λια καί πε­ρι­ζώ­μα­τα τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου (Πράξ. ι­θ’ 11-12).
Ἡ σκιά τοῦ ἀ­πο­στό­λου Πέ­τρου, δη­λα­δή ἕ­να εἶ­δος εἰ­κό­νας του, γί­νε­ται μέ τή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ θαυ­μα­τουρ­γι­κή εἰ­κό­να (Πράξ. ε’ 12-16). Κά­θε βε­βή­λω­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων τι­μω­ρεῖ­ται αὐ­στη­ρά ἀ­πό τόν Θε­ό (Ἀ­ριθ. δ’ 15-20. Α’ Βα­σιλ. ε’ 2-4, στ’ 2-5. Β’ Βα­σιλ. στ’ 6-7. Α’ Πα­ραλ. ι­γ’ 9-10).

ε) Χριστολογική βάση τῶν ἁγίων εἰκόνων
Ὁ Θε­ός εἶ­ναι κα­τά τήν οὐ­σί­α Του ἀ­ό­ρα­τος, ἀ­πρό­σι­τος, ἄ­γνω­στος. Ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπο­ρεῖ νά ξε­πε­ρά­σει τήν κτι­στή του πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί νά γνω­ρί­σει τί εἶ­ναι στήν οὐ­σί­α Του ὁ Θε­ός. Αὐ­τό πού μέ­νει ἄ­γνω­στο, εἶ­ναι καί ἀ­νέκ­φρα­στο, οὔ­τε καί μπο­ρεῖ κα­νείς νά τό ἐ­ξει­κο­νί­σει (πρβλ. Ἕ­ξοδ. λβ’ 20. Δευ­τερ. δ’ 12. Ματθ. ι­α’ 27. Λουκ ι’ 22. Ἰ­ω. α’ 18. Α’ Τιμ. α’ 17, στ’ 16. Α’ Ἰ­ω. δ’ 12).
Αὐ­τό πού ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νά γνω­ρί­σει δέν εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά ἡ συγ­κα­τά­βα­σή Του στά δι­κά μας μέ­τρα, στίς δι­κές μας δυ­να­τό­τη­τες ἀν­τί­λη­ψης. Ἔ­τσι στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη ὁ Θε­ός ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται μέ τίς ἄ­κτι­στες θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ές Του καί ἰ­δι­αί­τε­ρα «διά στό­μα­τος τῶν προ­φη­τῶν» (Πράξ. γ’ 21. Β’ Τιμ. γ’ 16. Α’ Πέ­τρ. α’ 9-12. Β’ Πέ­τρ. α’ 21). Ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἀ­κό­μη μέ εἰ­κο­νι­κή μορ­φή, ὥ­στε νά λέ­γει ὁ προ­φή­της: «εἶ­δον τόν Κύ­ριον κα­θή­με­νον ἐ­πί θρό­νου ὑ­ψη­λοῦ καί ἐ­πηρ­μέ­νου καί πλή­ρης ὁ οἶ­κος τῆς δό­ξης αὐ­τοῦ» (Ἡσ. στ’ 1).
Ὅ­μως στήν Και­νή Δι­α­θή­κη ὁ Υἱ­ός καί Λό­γος τοῦ Θε­οῦ ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος, σαρ­κώ­θη­κε «καί ἔ­μει­νε με­τα­ξύ μας καί εἴ­δο­μεν τήν δό­ξαν του» (Ἰ­ω. α‘ 14). Στό πρό­σω­πο τοῦ Υἱ­οῦ ἐ­φα­νε­ρώ­θη σέ μᾶς ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός Πα­τέ­ρας (Ἰ­ω. ιδ‘ 9) καί ἦλ­θε σέ προ­σω­πι­κή σχέ­ση μα­ζί μας. Ἔ­τσι μπο­ροῦ­με νά ἐ­ξει­κο­νί­σου­με τόν Θε­ό. Ὅ­μως καί πά­λι δέν εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ, δη­λα­δή αὐ­τό πού στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι ὁ Θε­ός, ἀλ­λά ἡ συγ­κα­τά­βα­σή Του!
Με­τά ἀ­πό τή σάρ­κω­ση τοῦ Λό­γου τοῦ Θε­οῦ μπο­ροῦ­με νά ἐ­ξει­κο­νί­σου­με, ὄ­χι τή Θε­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λά τήν ὑ­πό­στα­σή Του, τό γε­γο­νός τοῦ προ­σώ­που τοῦ Χρι­στοῦ, πού εἶ­ναι «εἰ­κών τοῦ Θε­οῦ τοῦ ἀ­ο­ρά­του» (Κολ. α’ 15. Β’ Κορ. δ’ 4. Σοφ. Σολ. ζ’ 26).
Ἡ εἰ­κό­να ἀ­πο­τε­λεῖ ὁ­ρα­τό ση­μεῖ­ο τῆς ἀ­ό­ρα­της πα­ρου­σί­ας τοῦ Θε­οῦ καί βε­βαι­ώ­νει τήν πα­ρου­σί­α αὐ­τή με­τα­ξύ τῶν ἀν­θρώ­πων (πρβλ. Ἰ­ω. ι­δ’ 9). Ἡ ὕ­παρ­ξη καί ἡ τι­μή τῶν εἰ­κό­νων στη­ρί­ζε­ται στό πλέ­ον βα­σι­κό καί σω­τή­ριο δόγ­μα τῆς πί­στης μας· στήν ἐ­ναν­θρώ­πι­ση τοῦ Χρι­στοῦ καί στήν ἀ­λη­θι­νή πα­ρου­σί­α Του ἀ­νά­με­σά μας. Πι­στεύ­ου­με στήν ἀ­λη­θι­νή καί ὄ­χι σέ φαι­νο­με­νι­κή ἐν­σάρ­κω­σή Του καί δι­α­κη­ρύτ­του­με τήν πί­στη μας αὐ­τή καί μέ τήν κα­τα­σκευ­ή καί τήν τι­μή τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων. Γι’ αὐ­τό τό δόγ­μα τῆς πί­στης μας ἀ­να­φέ­ρει ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Δα­μα­σκη­νός:
 «Εἰς τήν Πα­λαι­άν Δι­α­θή­κην ὁ Θε­ός δέν ἠμ­πο­ροῦ­σε κα­θό­λου νά εἰ­κο­νι­σθῇ, δι­ό­τι δέν εἶ­χε λά­βει οὔ­τε σῶ­μα οὔ­τε μορ­φήν. Τώ­ρα, ὅ­μως, ὅ­τε ὁ Θε­ός ἐ­φα­νε­ρώ­θη μέ σάρ­κα καί συ­να­νε­στρά­φη μέ τούς ἀν­θρώ­πους, εἰ­κο­νί­ζω ἀ­πό τόν Θε­όν αὐ­τό τό ὁ­ποῖ­ον ἠμ­πο­ρῶ νά ἴ­δω. Αὐ­τόν ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε ὕ­λη δι’ ἐ­μέ καί κα­τε­δέ­χθη νά κα­τοι­κή­σῃ εἰς τήν ὕ­λην. Καί δέν θά παύ­σω νά σέ­βω­μαι τήν ὕ­λην, μέ τήν ὁ­ποί­αν συ­νε­τε­λέ­σθη ἡ σω­τη­ρί­α μου».
Ἡ εἰ­κό­να ἀ­πο­τε­λεῖ ὁ­μο­λο­γί­α πί­στης στήν θε­αν­θρω­πό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ καί μᾶς ὁ­δη­γεῖ στό «πρω­τό­τυ­πο», δη­λα­δή στόν ἴ­διο τόν Χρι­στό. Ταυ­τό­χρο­να ἡ εἰ­κό­να ἐκ­φρά­ζει καί τόν βα­θύ­τε­ρο ἐ­σω­τε­ρι­κό πό­θο τοῦ ἀν­θρώ­που νά φθά­σει στό ὕ­ψος τοῦ θε­αν­θρώ­που Χρι­στοῦ. Ἀ­πο­τε­λεῖ λοι­πόν ἄ­ρι­στο κί­νη­τρο γιά τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή στρο­φή τοῦ ἀν­θρώ­που πρός τόν Θε­άν­θρω­πο Ἰ­η­σοῦ.
Ὅ­ταν κα­νείς ἀρ­νη­θεῖ τίς ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες, κιν­δυ­νεύ­ει νά ἀρ­νη­θεῖ τή σάρ­κω­ση τοῦ Χρι­στοῦ καί ὁ­λό­κλη­ρο τό γε­γο­νός τῆς θεί­ας οἰ­κο­νο­μί­ας. Ἄν ἀρ­νη­θοῦ­με τή δυ­να­τό­τη­τα νά ἐ­ξει­κο­νί­σου­με τόν Χρι­στό, βρι­σκό­μα­στε ἀν­τι­μέ­τω­ποι μέ τό λό­γο τῆς ἁ­γί­ας Γρα­φῆς, πού λέ­γει πώς «ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡ­μῖν καί εἴ­δο­μεν τήν δό­ξαν αὐ­τοῦ» (Ἰ­ω. α’ 14). Σ’ αὐ­τή τήν πε­ρί­πτω­ση ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, τό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, παύ­ει νά ἔ­χει θε­αν­θρώ­πι­νο χα­ρα­κτῆ­ρα καί ἀ­δυ­να­τεῖ νά προ­σφέ­ρει τή σω­τη­ρί­α στόν ἄν­θρω­πο.
Οἱ ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες ἔ­χουν λοι­πόν χρι­στο­λο­γι­κή βά­ση. Ἀ­πο­τε­λοῦν ὁ­ρα­τή καί χει­ρο­πια­στή μαρ­τυ­ρί­α τῆς σάρ­κω­σης τοῦ Χρι­στοῦ καί τοῦ γε­γο­νό­τος τῆς σω­τη­ρί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που μέ­σα στό θε­αν­θρώ­πι­νο Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ταυ­τί­ζει τήν ὀρ­θό­δο­ξο πί­στη μέ τήν τι­μή τῶν εἰ­κό­νων καί ὀ­νο­μά­ζει Κυ­ρια­κή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας τήν πρώ­τη Κυ­ρια­κή τῶν νη­στει­ῶν. Αὐ­τή τήν Κυ­ρια­κή ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἑ­ορ­τά­ζει τήν ἀ­να­στή­λω­ση τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων πού τήν χα­ρα­κτη­ρί­ζει «θρί­αμ­βο τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας». Δέν μπο­ρεῖ κα­νείς νά ὀ­νο­μά­ζε­ται καί νά εἶ­ναι ὀρ­θό­δο­ξος χρι­στια­νός ἄν δέν τι­μᾶ τίς ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες.


στ) Οἱ εἰκόνες τῶν ἁγίων
Στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α δέν τι­μοῦ­με μό­νο τίς εἰ­κό­νες τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λά καί τίς εἰ­κό­νες τῶν ἁ­γί­ων.
Ὁ Υἱ­ός καί Λό­γος τοῦ Θε­οῦ προ­σέ­λα­βε τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση καί μ’ αὐ­τόν τόν τρό­πο ἐ­φα­νέ­ρω­σε τήν ἀ­λη­θι­νή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀ­παλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α. Ἑ­πο­μέ­νως στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πό­κτη­σε καί πά­λι ὅ­λη τήν κα­θα­ρό­τη­τά του. Ἐ­γεν­νή­θη «ἐκ Πνεύ­μα­τος Ἁ­γί­ου καί Μα­ρί­ας τῆς παρ­θέ­νου»· δέν ἐ­κλη­ρο­νό­μη­σε τήν ἄρ­ρω­στη φύ­ση τοῦ Ἀ­δάμ ἤ κά­θε τι πού ἦ­ταν ἔ­ξω ἀ­πό τήν ἀ­λη­θι­νή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ὅ­πως εἶ­ναι ἡ ἁ­μαρ­τί­α. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση τοῦ Χρι­στοῦ, τό «κα­τ’ εἰ­κό­να Θε­οῦ» δέν βρι­σκό­ταν σέ κα­τά­στα­ση ἀ­χρει­ω­μέ­νη καί ἀλ­λαγ­μέ­νη.
Αὐ­τή τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μᾶς ἐ­φα­νέ­ρω­σε ὁ Χρι­στός. Μό­νο μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο μπο­ρέ­σα­με νά γνω­ρί­σου­με τόν πραγ­μα­τι­κό ἄν­θρω­πο, τήν κα­θα­ρή εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ. Ἡ σάρ­κω­ση τοῦ Λό­γου, ἡ «κέ­νω­σή» Του ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­να­καί­νι­ση τῆς εἰ­κό­νας τοῦ Θε­οῦ στόν ἄν­θρω­πο. Μέ τό νά λά­βει ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ «μορ­φήν δού­λου» καί νά γί­νει ὅ­μοι­ος μέ τούς ἀν­θρώ­πους (Φιλ. β’ 7), «πρω­τό­το­κος ἀ­δελ­φός» (Ρωμ. η’ 29. Κολ. α’ 18. Ψαλμ. πη’ 28), μᾶς κα­τέ­στη­σε «συμ­μόρ­φους τῆς εἰ­κό­νος» Αὐ­τοῦ (Ρωμ. η’ 29, πρβλ. Φιλ. γ’ 21).
Οἱ ἅ­γιοι, μέ τήν ἀν­τα­πό­κρι­σή τους στήν κλή­ση τοῦ Θε­οῦ, ἐ­δέ­χθη­σαν τή θεί­α Του χά­ρη καί ἔ­γι­ναν «σύμ­μορ­φοι τῆς εἰ­κό­νος τοῦ Υἱ­οῦ»· ἐ­φό­ρε­σαν «τήν εἰ­κό­να τοῦ ἐ­που­ρα­νί­ου» (Α’ Κορ. ι­ε’ 29).
Οἱ εἰ­κό­νες τῶν ἁ­γί­ων δέν ἀ­να­φέ­ρον­ται στήν «πε­πτω­κυῖ­α» φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά στόν «και­νόν ἄν­θρω­πον» (πρβλ. Ἡσ. ξε’ 14-17, ξστ’ 22. Β’ Πέ­τρ. γ’ 13. Ἀ­ποκ. κα’ 5). Ἐ­ξει­κο­νί­ζουν τόν κό­σμο τῆς νέ­ας δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ Θε­οῦ (Β’ Κορ. ε’ 17. Γαλ. στ’ 15). Εἶ­ναι ὁ κό­σμος στήν κα­τά­στα­ση τῆς με­τα­μόρ­φω­σης, τόν ὁ­ποῖ­ο κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά ἀν­τι­λη­φθεῖ μέ τίς σω­μα­τι­κές αἰ­σθή­σεις. Εἶ­ναι ὁ ἁ­γι­α­σμέ­νος «διά τῆς χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ» κό­σμος (ἅ­γιος Ἰ­γνά­τιος), εἶ­ναι ἡ μαρ­τυ­ρί­α καί ἡ ἀ­λη­θι­νή πα­ρου­σί­α τοῦ με­τα­μορ­φω­μέ­νου κό­σμου- ἡ ἐγ­γύ­η­ση τῆς ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κῆς ἀλ­λα­γής του, κα­τά τήν ὑ­πό­σχε­ση τοῦ Κυ­ρί­ου (Β’ Πέ­τρ. γ’ 13. Ἀ­ποκ. κα’ 5).
Ὁ χρι­στο­ποι­η­μέ­νος ἄν­θρω­πος ἀν­τα­να­κλᾶ «τήν δό­ξαν τοῦ Κυ­ρί­ου» καί με­τα­μορ­φώ­νε­ται «εἰς τήν ἰ­δί­αν εἰ­κό­να μέ αὐ­τόν ἀ­πό δό­ξης εἰς δό­ξαν», πρᾶγ­μα πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τήν ἁ­γι­α­στι­κή δύ­να­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος (Β’ Κορ. γ’ 18). Οἱ ἅ­γιοι ἀ­κτι­νο­βο­λοῦ­σαν καί σ’ αὐ­τή τή ζω­ή- μό­νο πού δέν μπο­ροῦ­σαν νά ἀν­τι­λη­φθοῦν αὐ­τή τή δό­ξα ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι. Γι’ αὐ­τόν τό με­τα­μορ­φω­μέ­νο κό­σμο μαρ­τυ­ροῦν οἱ εἰ­κό­νες στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α.
Ὅ­ποι­ος δέν ζεῖ τή ζω­ή τοῦ Πνεύ­μα­τος, σέ μιά δια­ρκή πεν­τη­κο­στή, δέν μπο­ρεῖ ν’ ἀν­τι­λη­φθεῖ τό νό­η­μα τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων καί νά δι­α­κρί­νει σ’ αὐ­τές τήν ἐλ­πί­δα τοῦ ἀν­θρώ­που καί ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κό­σμου, πού εἶ­ναι ἡ με­τα­μόρ­φω­ση. Ὅ­μως τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αὐ­τή τή ζοῦν οἱ πι­στοί στήν Ἐκ­κλη­σί­α μας. Κα­νέ­νας δέν ἔ­χει τό δι­καί­ω­μα νά στε­ρή­σει τίς αἰ­σθή­σεις μας ἀ­πό τή συμ­με­το­χή στήν πνευ­μα­τι­κή αὐ­τή χα­ρά.
«Οἱ ἀ­πό­στο­λοι εἶ­δον τόν Κύ­ριον μέ τά σω­μα­τι­κά των μά­τια καί τούς ἀ­πο­στό­λους τούς εἶ­δον ἄλ­λοι καί ἄλ­λοι εἶ­δον τούς μάρ­τυ­ρας. Καί ἐ­γώ ἐ­πι­θυ­μῶ νά τούς ἴ­δω μέ τά μά­τια τῆς ψυ­χῆς καί τοῦ σώ­μα­τος... ἐ­πει­δή εἶ­μαι ἄν­θρω­πος καί πε­ρι­βάλ­λο­μαι μέ σῶ­μα, ἐ­πι­θυ­μῶ νά ἐ­πι­κοι­νω­νήσω μέ τά ἅ­για καί νά τά ἴ­δω» (Ἰ­ω. Δα­μα­σκη­νός).
Ἡ συ­νε­χής πα­ρου­σί­α τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων ἀ­πο­τε­λεῖ ἄ­ρι­στο τρό­πο ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας μέ τούς ἁ­γί­ους, οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν θε­ω­ροῦν­ται πλέ­ον σάν ἄν­θρω­ποι τοῦ μα­κρι­νοῦ πα­ρελ­θόν­τος, ἀλ­λά σάν σύγ­χρο­νοί μας καί προ­σω­πι­κοί φί­λοι τῶν πι­στῶν.

ζ) Τό δόγμα τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου
Μέ τό ζή­τη­μα τῶν εἰ­κό­νων ἀ­σχο­λή­θη­κε ἡ Ζ’ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, ἡ ὁ­ποί­α στόν «Ὅ­ρο Πί­στε­ως» ὑ­πο­γράμ­μι­σε με­τα­ξύ ἄλ­λων:
«Καί συ­νε­λόν­τες φα­μέν· ἁ­πά­σας τάς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κάς ἐγ­γρά­φως ἤ ἀ­γρά­φως τε­θε­σπι­σμέ­νας ἡ­μῖν πα­ρα­δό­σεις ἀ­και­νο­το­μή­τως φυ­λάτ­το­μεν. Ὧν μί­α ἐ­στί καί ἡ τῆς εἰ­κο­νι­κῆς ἀ­να­ζω­γρα­φή­σε­ως ἐ­κτύ­πω­σις, ὡς τῇ ἱ­στο­ρί­ᾳ τοῦ εὐ­αγ­γε­λι­κοῦ κη­ρύγ­μα­τος συ­νά­δου­σα, πρός πί­στω­σιν τῆς ἀ­λη­θι­νῆς καί οὐ κα­τά φαν­τα­σί­αν τοῦ Θε­οῦ Λό­γου ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως καί εἰς ὁ­μοί­αν λυ­σι­τέ­λειαν ἡ­μῖν χρη­σι­μεύ­ου­σα· τά γάρ ἀλ­λή­λων δη­λω­τι­κά ἀ­ναμ­φι­βό­λως καί τάς ἀλ­λή­λων ἔ­χου­σιν ἐμ­φά­σεις...
Τού­των οὕ­τως ἐ­χόν­των, τήν βα­σι­λι­κήν ὥ­σπερ ἐρ­χό­με­νοι τρί­βον, ἐ­πα­κο­λου­θοῦν­τες τῇ θε­η­γό­ρῳ δι­δα­σκα­λί­ᾳ τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν καί τῇ πα­ρα­δό­σει τῆς Κα­θο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας (τοῦ γάρ ἐν αὐ­τῇ οἰ­κή­σαν­τος Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος εἶ­ναι ταύ­την γι­νώ­σκο­μεν), ὁ­ρί­ζο­μεν σύν ἀ­κρι­βεί­ᾳ πά­σῃ καί ἐμ­με­λεί­ᾳ, πα­ρα­πλη­σί­ως τῷ τύ­πῳ τοῦ τι­μί­ου καί ζω­ο­ποι­οῦ σταυ­ροῦ ἀ­να­τί­θε­σθαι τάς σε­πτάς καί ἁ­γί­ας εἰ­κό­νας, τάς ἐκ χρω­μά­των ψη­φί­δος καί ἑ­τέ­ρας ὕ­λης ἐ­πι­τή­δει­ως ἐ­χού­σης, ἐν ταῖς ἁ­γί­αις τοῦ Θε­οῦ ἐκ­κλη­σί­αις, ἐν ἱ­ε­ροῖς σκεύ­ε­σι καί ἐ­σθῆ­σι, τοί­χοις τε καί σα­νί­σιν, οἴ­κοις τε καί ὁ­δοῖς· τοῖς τε τοῦ Κυ­ρί­ου καί Θε­οῦ καί Σω­τή­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ εἰ­κό­νος, καί τῆς ἀ­χράν­του δε­σποί­νης ἡ­μῶν τῆς ἁ­γί­ας Θε­ο­τό­κου, τι­μί­ων τε ἀγ­γέ­λων καί πάν­των ἁ­γί­ων καί ὁ­σί­ων ἀν­δρῶν.
Ὅ­σον γάρ συ­νε­χῶς δι’ εἰ­κο­νι­κῆς ἀ­να­τυ­πώ­σε­ως ὁ­ρῶν­ται, το­σοῦ­τον καί οἱ ταύ­τας θε­ώ­με­νοι δι­α­νί­σταν­ται πρός τήν τῶν πρω­το­τύ­πων μνή­μην τε καί ἐ­πι­πό­θη­σιν, καί ταύ­ταις ἀ­σπα­σμόν καί τι­μη­τι­κήν προ­σκύ­νη­σιν ἀ­πο­νέ­μειν, οὐ μήν τήν κα­τά πί­στιν ἡ­μῶν ἀ­λη­θι­νήν λα­τρεί­αν, ἥ πρέ­πει μό­νῃ τῇ θεί­α φύ­σει- ἀλ­λ’ ὅν τρό­πον τῷ τύ­πῳ τοῦ τι­μί­ου καί ζω­ο­ποι­οῦ σταυ­ροῦ καί τοῖς ἁ­γί­οις εὐ­αγ­γε­λί­οις καί τοῖς λοι­ποῖς ἱ­ε­ροῖς ἀ­να­θή­μα­σι, καί θυ­μι­α­μά­των καί φώ­των προ­σα­γω­γήν πρός τήν τού­των τι­μήν ποι­εῖ­σθαι, κα­θώς καί τοῖς ἀρ­χαί­οις εὐ­σε­βῶς εἴ­θι­σται. “Ἡ γάρ τῆς εἰ­κό­νος τι­μή ἐ­πί τό πρω­τό­τυ­πον δι­α­βαί­νει”» (Μ. Βα­σί­λει­ος) καί ὁ προ­σκυ­νῶν τήν εἰ­κό­να, προ­σκυ­νεῖ ἐν αὐ­τῇ τοῦ ἐγ­γρα­φο­μέ­νου τήν ὑ­πό­στα­σιν».
Στό «Συ­νο­δι­κόν τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας» ἀ­να­φέ­ρε­ται με­τα­ξύ ἄλ­λων:
«Τῶν εἰ­δό­των τῆς τοῦ Χρι­στοῦ μιᾶς καί τῆς αὐ­τῆς ὑ­πο­στά­σε­ως τό ἐν οὐ­σί­αις δι­ά­φο­ρον, καί ταύ­της τό κτι­στόν τε καί ἄ­κτι­στον, τό ὁ­ρα­τόν καί ἀ­ό­ρα­τον, τό πα­θη­τόν καί ἀ­πα­θές, τό πε­ρι­γρα­πτόν καί ἀ­πε­ρίγρα­πτον, καί τῇ μέν θε­ϊ­κῇ οὐ­σί­α τό ἄ­κτι­στον καί τά ὅ­μοι­α προ­σαρ­μο­ζόν­των, τῇ δέ ἀν­θρώ­πι­νῃ φύ­σει τά τε ἄλ­λα καί τό πε­ρι­γρα­πτόν, καί λό­γῳ καί εἰ­κο­νί­σμα­σιν, αἰ­ώ­νια ἡ μνή­μη.
Τῶν πι­στευ­όν­των καί δι­α­κη­ρυ­κευ­ο­μέ­νων, ἤ­τοι εὐ­αγ­γε­λι­ζο­μέ­νων, τούς λό­γους ἐ­πί γραμ­μά­των, τά πράγ­μα­τα ἐ­πί σχη­μά­των, καί εἰς μί­αν ἑ­κά­τε­ρον συν­τε­λεῖν ὠ­φέ­λειαν, τήν τε διά λό­γων ἀ­να­κή­ρυ­ξιν, καί τήν δι’ εἰ­κό­νων τῆς ἀ­λη­θεί­ας βε­βαί­ω­σιν, αἰ­ώ­νια ἡ μνή­μη.
Τῶν τῷ λό­γῳ ἁ­γι­α­ζόν­των τά χεί­λη, εἶ­τα τούς ἀ­κρο­α­τάς διά τοῦ λό­γου εἰ­δό­των τε καί κη­ρυσ­σόν­των, ὡς ἁ­γι­ά­ζε­ται μέν ὁ­μοί­ως διά τῶν σε­πτῶν εἰ­κό­νων τά ὄμ­μα­τα τῶν ὁ­ρών­των, ἀ­νά­γε­ται δέ δι’ αὐ­τῶν ὁ νοῦς πρός θε­ο­γνω­σί­αν, ὥ­σπερ καί διά τῶν θεί­ων να­ῶν καί τῶν ἱ­ε­ρῶν σκευ­ῶν καί ἄλ­λων κει­μη­λί­ων, αἰ­ω­νί­α ἡ μνή­μη».
Συ­νο­ψί­ζον­τες τό νό­η­μα τῶν κει­μέ­νων αὐ­τῶν πα­ρα­τη­ροῦ­με πώς ἡ τι­μή τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­να­πό­σπα­στο μέ­ρος τῆς πί­στης τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας διά μέ­σου τῶν αἰ­ώ­νων, ἡ ὁ­ποί­α πρέ­πει νά δι­α­φυ­λα­χθεῖ «ἀ­και­νο­τό­μη­τος». Ἡ ἐ­κτύ­πω­ση τῶν εἰ­κό­νων σέ ἁρ­μο­νί­α μέ τό εὐα­γγε- λι­κό κή­ρυγ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ βε­βαί­ω­ση καί «πί­στω­σιν» τῆς ἀ­λη­θι­νῆς ἐ­ναν­θρω­πί­σε­ως τοῦ Υἱ­οῦ καί Λό­γου τοῦ Θε­οῦ καί οἱ χρι­στια­νοί πού βλέ­πουν τίς ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες φέ­ρουν στήν μνή­μη τους καί ἐ­πι­πο­θοῦν τό «πρω­τό­τυ­πον», δέν μέ­νουν στήν θέ­α τῆς εἰ­κό­νος δέν ταυ­τί­ζουν τήν εἰ­κό­να μέ τό πρω­τό­τυ­πο. Ἔ­τσι ὁ ἀ­σπα­σμός, ἡ προ­σκύ­νη­ση τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων ἀ­πο­τε­λεῖ πρά­ξη τι­μῆς καί σε­βα­σμοῦ, ὄ­χι λα­τρεί­α- ἡ λα­τρεί­α ἁρ­μό­ζει μό­νο στή Θεί­α φύ­ση. Ἡ τι­μή τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων με­τα­βαί­νει στό πρω­τό­τυ­πο· αὐ­τός πού προ­σκυ­νεῖ τήν εἰ­κό­να, προ­σκυ­νεῖ τήν ὑ­πό­στα­ση τοῦ εἰ­κο­νι­ζο­μέ­νου.
Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α κη­ρύτ­τει ὅ­τι στό Χρι­στό ὑ­πάρ­χει μί­α ὑ­πό­στα­ση (πρό­σω­πο), ὅ­μως ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, πού εί­ναι κτι­στή, ὁ­ρα­τή, πα­θη­τή καί πε­ρι­γρα­πτή, καί στή Θεί­α, πού εἶ­ναι ἄ­κτι­στη, ἀ­ό­ρα­τη, ἀ­πα­θής καί ἀ­πε­ρί­γρα­πτη. Στήν ἄ­κτι­στη φύ­ση τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πο­δί­δου­με αὐ­τά πού ἁρ­μό­ζουν στόν Ἄ­κτι­στο Θε­ό, ἐ­νῶ στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση Του ἀ­πο­δί­δου­με ἐ­κεῖ­να πού ἁρ­μό­ζουν στόν κτι­στό ἄν­θρω­πο- σ’ αὐ­τά ἀ­νή­κει καί τό «πε­ρι­γρα­πτόν» ὄ­χι μό­νο μέ λό­γους, ἀλ­λά καί μέ εἰ­κο­νί­σμα­τα.
Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α κη­ρύτ­τει καί βε­βαι­ώ­νει τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὄ­χι μό­νο μέ λό­γους (κή­ρυγ­μα) ἀλ­λά καί μέ σχή­μα­τα, δη­λα­δή μέ εἰ­κό­νες. Ἄν τό κή­ρυγ­μα διά λό­γου ἁ­γιά­ζει τά χεί­λη τῶν πι­στῶν, τό­τε τό κή­ρυγ­μα διά σχη­μά­των καί διά ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων ἁ­γιά­ζει τά μά­τια των καί μέ­σω αὐ­τῶν ὁ νοῦς ἀ­νά­γε­ται σέ θε­ο­γνω­σί­α.

η) Οἱ εἰκονογράφοι τῆς Ἐκκλησίας μας
Σύμ­φω­να μέ τήν πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας οἱ εἰ­κο­νο­γρά­φοι, γιά νά ζω­γρα­φή­σουν μί­α εἰ­κό­να, ἔ­πρε­πε νά νη­στεύ­σουν προ­η­γου­μέ­νως καί νά ζή­σουν ζω­ή με­γά­λης ἄ­σκη­σης καί πλή­ρους ἀ­φο­σί­ω­σης καί προ­σευ­χῆς. Ἔ­τσι ἀ­πο­κτοῦ­σαν τίς ἀ­πα­ραί­τη­τες πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες, τίς ὁ­ποῖ­ες ἐ­ξέ­φρα­ζαν μέ χρώ­μα­τα. Συ­νέ­βαι­νε δη­λα­δή κά­τι ἀ­νά­λο­γο μέ τήν ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Μω­ϋ­σῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­ζη­σε ἐ­πά­νω στό ὄ­ρος σα­ράν­τα ἡ­με­ρό­νυ­χτα ἔν­το­νη ζω­ή ἄ­σκη­σης καί ἐγ­γύ­τη­τας μέ τόν Θε­ό (Ἔ­ξοδ. κδ’ 15-18). Ἀ­φοῦ φω­τί­σθη­κε μέ τό ἄ­κτι­στο φῶς τῆς Τρι­α­δι­κῆς Θε­ό­τη­τας, κα­τέ­βη­κε γιά νά ἐκ­πλη­ρώ­σει τίς ἐν­το­λές τοῦ Θε­οῦ (Ἔ­ξοδ. λδ’ 30).
Ὅ­σοι δέν ἔ­χουν ἐ­σω­τε­ρι­κά βι­ώ­μα­τα καί πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες, δέν μπο­ροῦν νά ὀ­νο­μα­σθοῦν εἰ­κο­νο­γρά­φοι. Οἱ πραγ­μα­τι­κοί εἰ­κο­νο­γρά­φοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας εἶ­χαν τήν συ­ναί­σθη­ση πώς δέν ἐ­πρό­κει­το γιά δι­κά τους ἔρ­γα, ἀλ­λά γιά ἔρ­γα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος· ἐ­κεῖ­νοι ἐ­δά­νει­ζαν μό­νο τό χέ­ρι τους καί γι’ αὐ­τό τό λό­γο ἐ­ση­μεί­ω­ναν: «Διά χει­ρός...». Πί­στευ­αν δη­λα­δή πώς ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, πού ἀ­πο­κα­θι­στᾶ στόν ἄν­θρω­πο τήν «φθα­ρεῖ­σαν εἰ­κό­να», ὁ­δη­γεῖ καί τό χέ­ρι των γιά νά ζω­γρα­φή­σει τήν ἀ­να­στη­λω­μέ­νη εἰ­κό­να τοῦ ζῶν­τος Θε­οῦ.
Οἱ εἰ­κό­νες αὐ­τές, πού ἦ­σαν ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἐ­σω­τε­ρι­κῶν βι­ω­μά­των, δέν ἐκ­φρά­ζουν κα­τα­στά­σεις τῆς ζω­ῆς αὐ­τῆς, ἀλ­λά κα­τα­στά­σεις τοῦ με­τα­μορ­φω­μέ­νου κό­σμου. Γι’ αὐ­τό τό λό­γο ὁ τρό­πος μέ τόν ὁ­ποῖ­ο πα­ρι­στά­νον­ται στίς εἰ­κό­νες οἱ ἅ­γιοι, τά ζῶ­α, τά φυ­τά καί ὁ­λό­κλη­ρη ἡ δη­μι­ουρ­γί­α, δέν εἶ­ναι «φυ­σι­κός». Οἱ ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες δέν ἐκ­φρά­ζουν «φυ­σι­κές» κα­τα­στά­σεις αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου. Φα­νε­ρώ­νουν πνευ­μα­τι­κές ἐμ­πει­ρί­ες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας γιά ἕ­να με­τα­μορ­φω­μέ­νο κό­σμο, πού ἐ­πι­στρέ­φει στήν πρώ­τη του λαμ­πρό­τη­τα καί στό «σκο­πό» του, στήν «ἔν­δο­ξον ἐ­λευ­θε­ρί­αν τῶν τέ­κνων τοῦ Θε­οῦ» (Ρωμ. η’ 21).
Κλεί­νον­τες τό κε­φά­λαι­ο αὐ­τό πα­ρα­τη­ροῦ­με πώς ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή ἀ­πα­γο­ρεύ­ει τήν κα­τα­σκευ­ή καί τή λα­τρεί­α εἰ­κό­νων ψευ­δῶν θε­ῶν, ὄ­χι τήν κα­τα­σκευ­ή κά­θε εἰ­κό­νας. Δέν ἀν­τι­τί­θε­ται στήν ἀ­πό­δο­ση τι­μῆς σέ πρό­σω­πα ἤ πράγ­μα­τα μέ­σα στό λα­τρευ­τι­κό χῶ­ρο. Ὁ Θε­ός εἶ­ναι ὁ Ὤν, ἡ ἀ­πό­λυ­τη ὕ­παρ­ξη, δέν μπο­ρεῖ νά συγ­κρι­θεῖ τί­πο­τε μέ Αὐ­τόν, οὔ­τε ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά ἀ­πο­δώ­σει κα­νείς τήν τι­μή πού ἁρ­μό­ζει στόν Θε­ό, δη­λα­δή λα­τρεί­α σέ ἀ­νύ­παρ­κτους θε­ούς ἤ σέ εἰ­κό­νες τους (εἴ­δω­λα).
Ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ με­τα­δί­δε­ται μέ κά­θε τρό­πο πού ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός κρί­νει, ἀ­κό­μη καί μέ ὑ­λι­κά ἀν­τι­κεί­με­να καί μέ τή σκιά ἁ­γί­ων ἀν­θρώ­πων, ὅ­πως ἦ­ταν οἱ ἀ­πό­στο­λοι. Ἡ ὕ­λη ἁ­γι­ά­ζε­ται καί με­τα­δί­δει τήν ἁ­γι­α­στι­κή δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ.
Ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας γιά τίς εἰ­κό­νες ἔ­χει χρι­στο­λο­γι­κή βά­ση. Ὁ Θε­ός εἶ­ναι κα­τά τήν οὐ­σί­α ἀ­πρό­σι­τος καί γι’ αὐ­τό δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἐκ­φρα­σθεῖ ού­ὔ­τε μέ λό­γο, οὔ­τε καί ἐ­ξει­κό­νι­ση. Ὅ­μως ὁ Υἱ­ός καί Λό­γος, τοῦ Θε­οῦ σαρ­κώ­θη­κε καί μπο­ρέ­σα­με νά δοῦ­με τή δό­ξα Του. Τό γε­γο­νός τοῦ προ­σώ­που τοῦ Χρι­στοῦ, τό ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξει­κο­νί­ζου­με μέ τή χρή­ση χρω­μά­των, σέ χαρ­τί, σέ πα­νί, σέ σα­νί­δες, στούς τοί­χους κ.ο.κ. ἀ­πο­τε­λεῖ εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ τοῦ ἀ­ο­ρά­του καί ὁ­ρα­τό ση­μεῖ­ο τῆς ἀ­ό­ρα­της πα­ρου­σί­ας Του.
Στήν Ὀρ­θό­δο­ξο Ἐκ­κλη­σί­α εἰ­κο­νί­ζου­με αὐ­τό πού βλέ­που­με. Εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ὁ­μο­λο­γί­α τῆς πί­στης μας πού γί­νε­ται μέ τό γρα­πτό λό­γο ἤ μέ τήν εἰ­κό­να. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση τῆς ἀ­λη­θι­νῆς ἐ­ναν­θρώ­πι­σης τοῦ Λό­γου τοῦ Θε­οῦ, ὄ­χι μιᾶς φαν­τα­στι­κῆς σάρ­κω­σης.
Μέ τίς εἰ­κό­νες ἐκ­φρά­ζου­με τόν ἐ­σω­τε­ρι­κό μας πό­θο νά αὐ­ξη­θοῦ­με στήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ καί τῶν ἁ­γί­ων, νά φθά­σου­με στή νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς «ἐν Χρι­στῷ και­νῆς κτί­σε­ως», νά γί­νου­με «σύμ­μορ­φοι τῆς εἰ­κό­νος Αὐ­τοῦ». Ὅ­πως ὁ λό­γος ἁ­γιά­ζει τά χεί­λη μας, κα­τά πα­ρό­μοι­ο τρό­πο καί ἡ εἰ­κό­να, πού με­τα­δί­δει τό ἴ­διο μή­νυ­μα μέ τό λό­γο, ἁ­γιά­ζει τά μά­τια μας καί τό νοῦ μας.
Οἱ εἰ­κό­νες τῶν ἁ­γί­ων ἀ­να­φέ­ρον­ται στόν «και­νό ἄν­θρω­πο» καί ἀ­πο­τε­λοῦν δι­α­κή­ρυ­ξη τῆς πί­στης μας στή με­τα­μόρ­φω­ση καί στήν ἀ­φθαρ­σί­α τοῦ ἀν­θρώ­που καί ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κό­σμου. Μᾶς δί­νουν τήν αἴ­σθη­ση τῆς ὕ­παρ­ξης αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου καί ἐ­νι­σχύ­ουν μέ­σα μας τήν ἐλ­πί­δα.



Share:

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

Ἡ λέ­ξη ἅ­γιος χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στήν ἁ­γί­α Γρα­φή κυ­ρί­ως γιά τόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ τρι­σά­γιος ( Ἡσ. στ’ 3. Ἀ­ποκ. δ’ 8), «ὁ ἅ­γιος καί ἀ­λη­θι­νός» (Ἀ­ποκ. στ’ 10). Γι’ αὐ­τό καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ψάλ­λει: «Εἶς ἅ­γιος, εἶς Κύ­ριος, Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός...».
Μέ αὐ­τή τή βά­ση, ποί­α εἶ­ναι ἡ θέ­ση τῶν ἁ­γί­ων στήν Ἐκ­κλη­σί­α μας; Ἔ­χουν δι­κή τους ἁ­γι­ό­τη­τα; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ σχέ­ση τους μέ τόν μό­νον Ἅ­γιον, μέ μᾶς τούς ἀ­δελ­φούς τους, μέ τή λοι­πή δη­μι­ουρ­γί­α; Αὐ­τά εἶ­ναι με­ρι­κά ἐ­ρω­τή­μα­τα, στά ὁ­ποῖ­α θά προ­σπα­θή­σου­με νά δώ­σου­με ἀ­πάν­τη­ση σ’ αὐ­τό τό κε­φά­λαι­ο.

α) Με­το­χή στήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ
Ἡ ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που θε­με­λι­ώ­νε­ται στήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ Θε­οῦ, για­τί ὁ ἄν­θρω­πος δη­μι­ουρ­γή­θη­κε «κα­τ’ εἰ­κό­να» τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ. Γι’ αὐ­τό καί ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός ὑ­πο­γραμ­μί­ζει στό λα­ό Του: «Ὅ­τι ἐ­γώ εἰ­μι Κύ­ριος ὁ Θε­ός ὑ­μῶν καί ἁ­γι­α­σθή­σε­σθε καί ἅ­γιοι ἔ­σε­σθε, ὅ­τι ἅ­γιός εἰ­μι ἐ­γώ Κύ­ριος ὁ Θε­ός ὑ­μῶν...» (Λευ­ιτ. ι­α’ 44).
Ἡ κλή­ση τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι ὁ ἁ­για­σμός, πού πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται «κα­τά με­το­χήν» στή ζω­ή τοῦ Θε­οῦ «ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ», μέ τήν ἔν­τα­ξη τοῦ ἀν­θρώ­που στό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τό γί­νε­ται σα­φές σέ πολ­λά ση­μεῖ­α τῆς ἁ­γί­ας Γρα­φῆς.
Ὁ Χρι­στός δι­α­βε­βαί­ω­σε ἐ­μᾶς τούς πι­στούς πώς ὁ ἴ­διος εἶ­ναι «τό φῶς τοῦ κό­σμου» καί ὅ­ποι­ος τόν ἀ­κο­λου­θεῖ δέν θά πε­ρι­πα­τή­σει στό σκο­τά­δι, ἀλ­λά θά ἔ­χει «τό φῶς τῆς ζω­ῆς» (Ἰ­ω. η’ 12, πρβλ. ι­θ’ 46). Ὁ Χρι­στός εἶ­ναι τό «ἀ­παύ­γα­σμα τῆς δό­ξης», δη­λα­δή ἡ ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τῆς δό­ξας τοῦ Πα­τρός (Ἑ­βρ. α’ 3).
Ἀλ­λά καί ὁ άν­θρω­πος, «ἐν τῷ προ­σώ­πῳ τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ», φω­τι­ζό­με­νος ἀ­πό τίς ἄ­κτι­στες θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες, ἔρ­χε­ται σέ «γνώ­σιν τῆς δό­ξης τοῦ Θε­οῦ» (Β’ Κορ. δ’ 6). Γί­νε­ται δη­λα­δή κοι­νω­νός τῆς θεί­ας δό­ξας (Ἰ­ω. ι­ζ’ 22), μέ­το­χος «τῆς ἁ­γι­ό­τη­τος αὐ­τοῦ» (Ἑ­βρ. ι­θ’ 10), «φῶς τοῦ κό­σμου» (Ματθ. ε’ 14), «δό­ξα τοῦ Χρι­στοῦ» (Β’ Κορ. η’ 23). «Ὅ­λοι ἡ­μεῖς», ἀ­να­φέ­ρει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, «μέ ἀ­κά­λυ­πτον πρό­σω­πον ἀν­τα­να­κλῶν­τες τήν δό­ξαν τοῦ Κυ­ρί­ου με­τα­μορ­φω­νό­με­θα εἰς τήν ἰ­δί­αν εἰ­κό­να μέ αὐ­τόν ἀ­πό δό­ξης εἰς δό­ξαν» (Β’ Κορ. γ’ 18).
Ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος μᾶς βε­βαι­ώ­νει πώς ἐ­κεῖ­νος πού θά ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ στήν ἀ­γά­πη Του μέ τή δι­κή του ἀ­γά­πη, θά γί­νει «να­ός τοῦ Θε­οῦ», «να­ός τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος», «κα­τοι­κη­τή­ριον τοῦ Θε­οῦ διά τοῦ Πνεύ­μα­τος» (Α’ Κορ. γ’ 16, στ’ 19. Β’ Κορ. στ’ 16. Ἐ­φεσ. β’ 22. Ἰ­ω. ι­δ’ 23). Κά­θε χρι­στια­νός, πού ζεῖ μέ­σα στή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, γί­νε­ται «σύσ­σω­μος τοῦ Χρι­στοῦ» (Ἐ­φεσ. γ’ 6), μέ­λος δη­λα­δή τοῦ θε­αν­θρω­πί­νου Σώ­μα­τός Του, ζεῖ τήν ἴ­δια τή ζω­ή τοῦ Χρι­στού (Γαλ. θ’ 20) καί ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ τό θεῖ­ο φῶς (Β’ Κορ. δ’ 6). «Ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος πού ἐ­νερ­γεῖ μέ­σα σας». Γι’ αὐ­τό πρέ­πει «ὅ­λα νά τά κά­νε­τε χω­ρίς γογ­γυ­σμούς καί ἀμ­φι­σβη­τή­σεις, γιά νά γί­νε­τε ἄ­μεμ­πτοι καί ἀ­κέ­ραι­οι, παι­διά τοῦ Θε­οῦ ἀ­μώ­μη­τα μέ­σα σέ μί­α γε­νε­ά δι­ε­φθαρ­μέ­νη καί δι­ε­στραμ­μέ­νη, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων λάμ­πε­τε στόν κό­σμο σάν ἀ­στέ­ρια» (Φιλ. β’ 14-15, προ­βλ. Ἑ­βρ. ι­γ’ 21).
Οἱ ἅ­γιοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ἀν­τα­πο­κρί­θη­καν σ’ αὐ­τή τήν κλή­ση καί ἔ­ζη­σαν τή ζω­ή τοῦ Χρι­στοῦ (Γαλ. β‘ 20). Γι’ αὐ­τό καί ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος προ­τρέ­πει: «Μι­μη­ταί μου γί­νε­σθε, ὅ­πως εἶ­μαι καί ἐ­γώ τοῦ Χρι­στοῦ» (Α’ Κορ. ι­α’ 1). Οἱ ἅ­γιοι εἶ­ναι οἱ «μάρ­τυ­ρες τοῦ Χρι­στού οἱ πι­στοί» (Ἀ­ποκ. β’ 12) καί ἵ­σταν­ται «ἐμ­πρός εἰς τόν θρό­νον καί ἐμ­πρός εἰς τό Ἀρ­νί­ον» (Ἀ­ποκ. ζ’ 9). Ἡ ζω­ή τους εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ἡ ζω­ή τοῦ Χρι­στοῦ, πού ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται μέ δι­ά­φο­ρο τρό­πο στόν κα­θέ­να ἀ­πό αὐ­τούς. Εἶ­ναι οἱ ἄν­θρω­ποι πού ἔ­ζη­σαν «διά τοῦ Πνεύ­μα­τος» καί ἐ­βά­δι­σαν «κα­τά Πνεῦ­μα» (Γαλ. ε’ 25)· ἦ­σαν «ἡ ἐ­πι­στο­λή τοῦ Χρι­στοῦ... γραμ­μέ­νη ὄ­χι μέ με­λά­νι, ἀλ­λά μέ τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ τοῦ ζῶν­τος, ὄ­χι εἰς λι­θί­νας πλά­κας ἀλ­λά εἰς πλά­κας καρ­δι­ῶν σαρ­κί­νων» (Β’ Κορ. γ’ 3).
Οἱ ἅ­γιοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἑ­νω­μέ­νοι μέ τόν Χρι­στό καί λου­σμέ­νοι μέ τό φῶς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἔ­ζη­σαν σέ μι­κρο­γρα­φί­α τήν ἴ­δια τή ζω­ή τοῦ Χρι­στοῦ. Οἱ σκέ­ψεις τους, τά λό­για τους, οἱ πρά­ξεις τους, ἦ­σαν σκέ­ψεις, λό­για καί πρά­ξεις τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ζω­ή τους ἀ­πο­τελοῦ­σε καρ­πο­φο­ρί­α τῶν ἐ­νερ­γει­ῶν τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος στήν ψυ­χή τους. Ἔ­τσι οἱ ἅ­γιοι εἶ­ναι ἡ «ἐν Χρι­στῷ και­νή κτί­σις» (Β’ Κορ. ε’ 7), ἡ και­νούρ­για δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­ναι τά ἔρ­γα τοῦ Θε­οῦ στή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που.
Ἡ ζω­ή τῶν ἁ­γί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας εἶ­ναι ἀν­τά­ξια στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, ὅ­πως τήν ἔ­πλα­σε ὁ Θε­ός. Ἔ­τσι οἱ ἅ­γιοι μᾶς δεί­χνουν ποι­ός εἶ­ναι στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὁ ἄν­θρω­πος καί πῶς πρέ­πει νά ζεῖ. Ἡ ζω­ή λοι­πόν τῶν ἁ­γί­ων εἶ­ναι με­το­χή στή ζω­ή τοῦ Χρι­στοῦ (Γαλ. β’ 20)· ἡ δι­κή τους ἁ­γι­ό­τη­τα ἀ­πο­τε­λεῖ με­το­χή στήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ.

β) Τό ἄ­κτι­στο φῶς στή ζω­ή τῶν ἁ­γί­ων
Ἡ θεί­α δό­ξα, μέ τήν ὁ­ποί­α πε­ρι­βάλ­λον­ται οἱ ἅ­γιοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας εἶ­ναι δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ, ἄ­κτι­στη χά­ρη, πού στήν ἁ­γί­α Γρα­φή ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τό ἄ­κτι­στο θεῖ­ο φῶς. Αὐ­τό τό φῶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει τήν πα­ρου­σί­α καί τή δρά­ση τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ μέ­σα στόν κό­σμο.
Στόν προ­φή­τη Δα­νι­ήλ βλέ­που­με τή δό­ξα τοῦ Θε­οῦ νά ἐκ­πέμ­πε­ται ἀ­πό τόν θρό­νο τοῦ Θε­οῦ σάν «φλό­γα πυ­ρός» (Δαν. ζ’ 9). Τό ἴ­διο βλέ­που­με καί στήν και­ό­με­νη βά­το (Ἔ­ξοδ. γ’ 2 ἑξ. Πράξ. ζ’ 30-33). Εἶ­ναι ἡ δό­ξα τοῦ Θε­οῦ πού ἐκ­πέμ­πει φλό­γες πά­νω στήν κο­ρυ­φή τοῦ ὄ­ρους (Ἔ­ξοδ. κδ ‘17) καί με­τα­δί­δε­ται στό Μω­ϋ­σῆ, ὥ­στε κα­νέ­νας νά μή μπο­ρεῖ νά τόν κυτ­τά­ξει στό πρό­σω­πο (Ἔ­ξοδ. λδ’ 29-30. Β’ Κορ. γ’ 7).
Ἡ ἴ­δια δό­ξα πε­ρι­βάλ­λει τόν προ­φή­τη Ἠ­λί­α, πού ἀ­νε­βαί­νει στούς οὐ­ρα­νούς «ἐν λαί­λα­πι πυ­ρός καί ἐν ἄρ­μα­τι ἵπ­πων πύ­ρι­νων» (Σοφ. Σειρ. μη’ 49, 9. Δ’ Βα­σιλ. β’ 11). Πε­ρι­βάλ­λει καί ὁ­λό­κλη­ρο τό λα­ό τοῦ Θε­οῦ (Ἡσ. ξ’ 19- 20). Εἶ­ναι τό ἄ­κτι­στο φῶς, πού «πε­ρι­έ­λαμ­ψε» ἀρ­γό­τε­ρα τούς ποι­μέ­νες τῆς Βη­θλε­έμ (Λουκ. β’ 9), τούς μα­θη­τές τοῦ Χρι­στοῦ στό ὄ­ρος τῆς με­τα­μόρ­φω­σης καί με­τα­δό­θη­κε καί σ’ αὐ­τά ἀ­κό­μα τά ἐν­δύ­μα­τα τοῦ Χρι­στοῦ (Λουκ. θ’ 29. Ματθ. ι­ζ’ 2).
Τό ἄ­κτι­στο θεῖ­ο φῶς πε­ρι­έ­λαμ­ψε τούς Ἀγ­γέ­λους στόν ἄ­δει­ο τά­φο τοῦ Χρι­στοῦ (Ματθ. κη’ 3. Μάρκ. ι­στ’ 5. Λουκ. κδ’ 4), φα­νε­ρώ­θη­κε στόν πρω­το­μάρ­τυ­ρα Στέ­φα­νο (Πράξ. ζ’ 55), στόν ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο (Πράξ. θ’ 3, κβ’ 6-11) καί με­τα­δί­δε­ται στούς ἀν­θρώ­πους τοῦ Χρι­στοῦ (Ματθ. ε’ 14. Ἰ­ω. ι­ζ’ 22. Β’ Κορ. γ’ 18).
Τά ἱ­ε­ρά συ­να­ξά­ρια μᾶς μι­λοῦν πολ­λές φο­ρές γιά φῶς, μέ τό ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­ε­βάλ­λον­το οἱ ἅ­γιοι στή διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς τους. Αὐ­τό μπο­ροῦ­σαν νά τό δοῦν ἀ­θῶ­α μι­κρά παι­διά καί ἄλ­λοι πι­στοί ἄν­θρω­ποι. Εἶ­ναι τό φῶς πού με­τα­μορ­φώ­νει ὁ­λό­κλη­ρη τή ζω­ή τῶν ἁ­γί­ων.
«Ἦλ­θεν γέ­ρων τις», ἀ­να­φέ­ρει τό ἱ­ε­ρό συ­να­ξά­ριο τοῦ ἁ­γί­ου Ἀρ­σε­νί­ου, «διά νά ὠ­φε­λη­θῆ ἐκ τῶν λό­γων τοῦ ὁ­σί­ου. Ἐ­πει­δή ὅ­μως εὗ­ρε τήν θύ­ραν τοῦ κελ­λί­ου κε­κλει­σμέ­νην, δέν ἐ­κτύ­πη­σε διά νά μή ἐ­νο­χλή­ση. Ἀλ­λά πα­ρα­τη­ρεῖ ἐκ μιᾶς σχι­σμῆς. Εἶ­δε τό­τε τόν ὅ­σιον Ἀρ­σέ­νιον εἰς πῦρ με­τα­βαλ­λό­με­νον καί ἔ­μει­νεν ἀρ­κε­τήν ὥ­ραν ὄ­λος ἔμφο­βος».
Καί στό ἱ­ε­ρό συ­να­ξά­ριο τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου ἀ­να­φέ­ρε­ται: «Μο­να­χή τις πά­σχου­σα ἀ­πό πα­ρά­λυ­σιν τῆς κε­φα­λῆς προ­σῆλ­θεν εἰς τόν ἅ­γιον ἱ­ε­ρουρ­γοῦν­τα κα­τά τήν στιγ­μήν τῆς θεί­ας με­τα­λή­ψε­ως, ἀλ­λά βλέ­που­σα αὐ­τόν λάμ­πον­τα ἐκ θεί­ου φω­τός ἐ­δει­λί­α­σε νά πλη­σιά­ση».
Ὅ­ταν ἡ ψυ­χή τοῦ ἀν­θρώ­που γε­μί­σει μέ τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ καί γί­νει «κα­τοι­κη­τή­ριον τοῦ Θε­οῦ ἐν Πνεύ­μα­τι» (Ἐ­φεσ. β’ 22), τό­τε ὅ­λα γί­νον­ται γύ­ρω της φω­τει­νά, ἀ­κό­μη καί τό σῶ­μα καί τά ἐν­δύ­μα­τα. Ὅ­λα με­τέ­χουν στή δό­ξα τοῦ Θε­οῦ καί ὅ­λα ἀ­πο­τε­λοῦν πη­γή εὐ­λο­γί­ας. Αὐ­τό βλέ­που­με στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ προ­φή­τη Ἠ­λί­α. Λου­σμέ­νος στό ἄ­κτι­στο φῶς, ἀ­να­λαμ­βά­νε­ται στούς οὐ­ρα­νούς· καί ἡ μη­λω­τή πού ἄ­φη­σε στόν Ἐ­λι­σαῖ­ο, ἔ­γι­νε πραγ­μα­τι­κή πη­γή εὐ­λο­γί­ας (Δ’ Βα­σιλ. θ’ 11 ἑξ.).
Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εἶ­ναι καί τό ἀ­κό­λου­θο ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­πό τή συ­νο­μι­λί­α τοῦ ἁ­γί­ου Σε­ρα­φείμ τοῦ Σα­ρώφ μέ τόν Μο­το­βί­λωφ· τό φῶς πού πε­ρι­έ­βαλ­λε τόν ἅ­γιο με­τα­δί­δε­ται καί στόν συ­νο­μι­λη­τή του:
«— Πῶς μπο­ρῶ νά γνω­ρί­ζω, ρώ­τη­σα τόν πα­τε­ρού­λη Σε­ρα­φείμ, ἐ­άν εἶ­μαι καί ἐ­γώ εἰς τήν χά­ριν τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος;
      Αὐ­τό εἶ­ναι πο­λύ ἁ­πλό, φι­λό­θε­ε, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε, δι­ό­τι ὁ Κύ­ριος εἶ­πεν ὅ­τι ὅ­λα εἶ­ναι ἁ­πλά δι’ ἐ­κεῖ­νον πού ἀ­πο­κτᾶ τήν γνώ­σιν. Μέ­νον­τες οἱ Ἀ­πό­στο­λοι εἰς αὐ­τήν τήν γνώ­σιν, ἔ­βλε­πον πάν­το­τε ἐ­άν τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ εὑ­ρί­σκε­το εἰς αὐ­τούς ἤ ὄ­χι. Δι­α­πο­τι­ζό­με­νοι, λοι­πόν, ἀ­πό τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ καί βλέ­πον­τας τήν συμ­πα­ρα­μο­νή Του μέ αὐ­τούς, δι­α­κη­ρύτ­τουν μέ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι τό ἔρ­γον των εἶ­ναι εἰς ὅ­λα ἅ­γιον καί εὐ­ά­ρε­στον εἰς τόν Θε­όν. Ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται δια­τί οἱ Ἀ­πό­στο­λοι ἔ­γρα­φον “ἀ­πε­φα­σί­σθη ἀ­πό τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιον καί ἀ­πό ἡ­μᾶς” (Πράξ. ΙΣ’ 28). Στη­ρι­ζό­με­νοι μό­νον ἐ­πί τῆς βά­σε­ως αὐ­τής συ­νι­στοῦ­σαν τάς ἐ­πι­στο­λάς των ὡ­σάν ἀ­λή­θειαν ἀ­ψευ­δῆ πρός βο­ή­θειαν ὅ­λων τῶν πι­στῶν. Ἔ­τσι οἱ ἅ­γιοι Ἀ­πό­στο­λοι ἐ­γνώ­ρι­ζον ἐν­τός τῆς καρ­δί­ας των μέ τρό­πον χει­ρο­πια­στόν τήν πα­ρου­σί­αν τοῦ θεί­ου Πνεύ­μα­τος. Ἰ­δού, λοι­πόν, φι­λό­θε­ε, βλέ­πε­τε ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι ἁ­πλό;
      Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά δέν κα­τα­λα­βαί­νω πῶς μπο­ρῶ τώ­ρα νά εἶ­μαι ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά βέ­βαι­ος ὅ­τι εἶ­μαι «ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι». Πῶς μπο­ρῶ νά ξε­χω­ρί­σω μέ­σα μου τήν ἀ­λη­θι­νή πα­ρου­σί­α Του;
Ὁ πα­τε­ρού­λης Σε­ρα­φείμ, ἀ­πάν­τη­σε:
      Σοῦ εἶ­πα, φι­λό­θε­ε, ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι πο­λύ ἁ­πλό καί σοῦ δι­η­γή­θη­κα μέ λε­πτο­μέ­ρει­ες πῶς μπο­ροῦν οἱ ἄν­θρω­ποι νά εἶ­ναι ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι καί μέ ποι­όν τρό­πον μπο­ροῦ­με νά αἰ­σθαν­θοῦ­με τήν πα­ρου­σί­αν Του μέ­σα μας. Τί θέ­λεις, λοι­πόν, παι­δί μου;
      Ἤ­θε­λα, εἶ­πα, νά τό κα­τα­νο­ή­σω καλ­λί­τε­ρα!
Τό­τε μέ ἔ­πια­σε ὁ πα­τήρ Σε­ρα­φείμ γε­ρά ἀ­πό τούς ὤ­μους καί εἶ­πε:
       Καί οἱ δυ­ό μας τώ­ρα, παι­δί μου, εἴ­με­θα μέ­σα στό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ· δια­τί δέν μέ κυτ­τά­ζεις στό πρό­σω­πο;
      Δέν μπο­ρῶ νά σέ κυτ­τά­ξω, πα­τε­ρού­λη, τοῦ ἀ­πάν­τη­σα- ἀ­πό τά μά­τια σου βγαί­νουν φλό­γες, τό πρό­σω­πό σου εἶ­ναι λαμ­πρό­τε­ρο καί ἀ­π’ τόν ἥ­λιο, μέ πο­νοῦν τά μά­τια μου!
       Μή φο­βά­σαι, φι­λό­θε­ε, καί σύ λάμ­πεις τώ­ρα ὅ­πως ἐ­γώ· καί ἐ­σύ ἔ­χεις τήν πλη­ρό­τη­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, δι­α­φο­ρε­τι­κά δέν θά μπο­ροῦ­σες νά μέ δῆς ἔ­τσι...».

γ) Ἡ ἀ­ρε­τή τῶν ἁ­γί­ων με­τα­δί­δε­ται στήν ἄ­λο­γο φύ­ση
Ὁ ἄν­θρω­πος πού μέ­νει πι­στός στήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ καί πού ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται σ’ αὐ­τή μέ τή δι­κή του ἀ­γά­πη, δέ­χε­ται τή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τή ἡ χά­ρη ξε­χύ­νε­ται σέ ὅ­λο τό πε­ρι­βάλ­λον τοῦ ἁ­γί­ου ἀν­θρώ­που καί τό κα­θι­στᾶ εὐ­λο­γη­μέ­νο. Οἱ ἅ­γιοι αἰ­σθά­νον­ται τό­τε βα­θύ­τα­τα τόν σύν­δε­σμο τῆς ἀ­γά­πης ὄ­χι μό­νο μέ τούς συ­ναν­θρώ­πους, ἀλ­λά καί μέ ὁ­λό­κλη­ρη τή δη­μι­ουρ­γί­α. Αὐ­τόν τό σύν­δε­σμο ἐκ­φρά­ζουν στή ζω­ή τους μέ πολ­λούς τρό­πους.
Ὁ ἅ­γιος Ἰ­σα­άκ ὁ Σῦ­ρος ἔ­λε­γε πώς ὁ ἐ­λε­ή­μων ἄν­θρω­πος «προ­σεύ­χε­ται κά­θε στιγ­μή μέ δά­κρυ­α καί γιά τήν ἄ­λο­γο κτί­ση καί γιά τούς ἐ­χθρούς τῆς ἀ­λή­θειας καί γι’ αὐ­τούς πού τόν βλά­πτουν, ὥ­στε νά δι­α­φυ­λα­χθοῦν καί νά συγ­χω­ρη­θοῦν. Προ­σεύ­χε­ται ἀ­κό­μη καί γιά τά ἑρ­πε­τά, μέ τή με­γά­λη του ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, πού κι­νεῖ­ται μέ­σα στήν καρ­διά του χω­ρίς μέ­τρο, ἔ­χον­τας τήν ὁ­μοι­ό­τη­τα πρός τόν Θε­ό».
Οἱ ἅ­γιοι αἰ­σθά­νον­ται ἑ­νω­μέ­νοι μέ ὁ­λό­κλη­ρο τόν κό­σμο. Νι­ώ­θουν προ­σω­πι­κή εὐ­θύ­νη γιά τή δη­μι­ουρ­γί­α καί ζη­τοῦν νά με­τα­μορ­φώ­σουν τά πάν­τα, νά τά ἐ­πα­να­φέ­ρουν στήν πρω­ταρ­χι­κή τους ἑ­νό­τη­τα καί ἁρ­μο­νί­α (πρβλ. Ἰ­ώβ ε’ 22).
«Πλη­σιά­ζει ὁ τα­πει­νό­φρων ἄν­θρω­πος εἰς τά κα­τα­στρε­πτι­κά θη­ρί­α», λέ­γει ὁ Ἀβ­βᾶς Ἰ­σα­άκ, «καί μό­λις τόν ἴ­δουν, ἀ­μέ­σως ἡ­με­ρεύ­ει ἡ ἀ­γρι­ό­της των καί τόν πλη­σιά­ζουν ὡς ἀ­φέν­την των καί κου­νοῦν τό κε­φά­λι καί τοῦ γλύ­φουν τά χέ­ρια καί τά πό­δια του, ἐ­πει­δή αἰ­σθά­νον­ται ἐ­πά­νω του ἐ­κεί­νην τήν εὐ­ω­δί­αν τήν ὁ­ποί­αν ἐ­σκόρ­πι­ζεν ὁ Ἀ­δάμ πρό τῆς πα­ρα­κο­ῆς. Καί αὐ­τό τό ὁ­ποῖ­ον μᾶς ἀ­φη­ρέ­θη τό­τε, μᾶς τό ἔ­δω­σε και­νούρ­γιον ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός μέ τήν πα­ρου­σί­αν Του εἰς τήν γήν καί ἀ­ρω­μά­τι­σε μέ εὐ­ω­δί­αν τό ἀν­θρώ­πι­νον γέ­νος... Ἀλ­λά ἀ­κό­μη καί οἱ δαί­μο­νες μέ ὅ­λην των τήν θρα­σύ­τη­τα καί τήν πί­κρα καί μέ ὅ­λην των τήν ὑ­πε­ρη­φά­νειαν, ὅ­ταν πλη­σιά­ζουν τόν τα­πει­νό­φρο­να γί­νον­ται ὡς χῶ­μα καί ὅ­λη των ἡ κα­κί­α μα­ραί­νε­ται καί ὅ­λα των τά τε­χνά­σμα­τα καί ἡ πα­νουρ­γί­α δέν ἔ­χουν πλέ­ον καμ­μί­αν δύ­να­μιν».
Συγ­κι­νη­τι­κά εἶ­ναι τά πα­ρα­δείγ­μα­τα τῶν ἁ­γί­ων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ζοῦ­σαν τό σύν­δε­σμο τῆς ἑ­νό­τη­τας καί τῆς ἀ­γά­πης καί μέ αὐ­τά ἀ­κό­μη τά ἄ­γρια θη­ρί­α.
Ὅ­ταν ὁ ἡ­γε­μό­νας τῆς Καπ­πα­δο­κί­ας ἔ­στει­λε ἱπ­πεῖς νά συλ­λά­βουν τόν ἅ­γιο Μά­μαν­τα, ἐ­κεῖ­νος προ­ε­γνώ­ρι­σε τό γε­γο­νός αὐ­τό μέ τή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ καί ἐ­ξῆλ­θε νά τούς προ­ϋ­παν­τή­σει.
«Συ­ναν­τη­θέν­τες δέ καί μη γνω­ρί­ζον­τες οἱ στρα­τι­ῶ­ται τόν ἅ­γιον, ἠ­ρώ­τη­σαν αὐ­τόν ἄν γνω­ρί­ζῃ ποῦ εὑ­ρί­σκε­ται ὁ Μά­μας. Ὁ δέ μάρ­τυς εἶ­πεν εἰς αὐ­τούς·
-            Κα­τά τό πα­ρόν, ὦ φί­λοι, πρέ­πει νά ἀ­να­παυ­θῆ­τε. Κα­τε­βῆ­τε, ὅ­θεν, ἀ­πό τούς ἵπ­πους σας καί ἔλ­θε­τε με­τ’ ἐ­μοῦ νά γευ­θῶ­μεν τρο­φῆς, κα­τό­πιν δέ ἐ­γώ θέ­λω σᾶς δεί­ξει τόν Μά­μαν­τα.
Ἐ­φι­λο­ξε­νοῦν­το, ὅ­θεν, οὗ­τοι ἀ­πό τόν ἅ­γιον διά τυ­ροῦ καί ἄρ­του καί ἔ­τρω­γον μέ με­γά­λην ὄ­ρε­ξιν, ἐ­κεῖ­να τά ὁ­ποῖ­α τούς προ­σέ­φε­ρεν ὁ κα­λός φι­λευ­τής.
Ἦλ­θον δέ τό­τε κα­τά τήν συ­νή­θειαν καί τά ἄ­γρια ζῶ­α διά νά ἀ­μελ­χθοῦν ἀ­πό τόν ἅ­γιον, τά ὁ­ποῖ­α εὐ­θύς ὡς εἶ­δον οἱ στρα­τι­ῶ­ται ἐ­φο­βή­θη­σαν κα­τά πο­λύ καί ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τες τό φα­γη­τόν προ­σέ­δρα­μον εἰς τόν μάρ­τυ­ρα διά νά τούς βο­η­θή­ση, ὁ δέ ἅ­γιος τούς ἐ­νε­θάρ­ρυ­νεν. Εἶ­τα δέ θέ­λων νά τούς ἀ­παλ­λά­ξη καί ἀ­πό κά­θε φρον­τί­δα τούς εἶ­πε:
-            Ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ Μά­μας, τόν ὁ­ποῖ­ον ζη­τεῖ­τε. Ὅ­θεν σᾶς πα­ρα­κα­λῶ ἐ­πι­στρέ­ψα­τε εἰς Και­σά­ρειαν καί ἐ­γώ ἔρ­χο­μαι ἀ­μέ­σως τα­χέ­ως».
Ἐ­πί­σης ὁ ἅ­γιος Γε­ρά­σι­μος εἶ­χε ἕ­να λι­ον­τά­ρι σάν πι­στό ἀ­κό­λου­θο, στό ὁ­ποῖ­ο μά­λι­στα ἀ­νέ­θε­σε νά φρον­τί­ζει τό γα­ϊ­δου­ρά­κι του.
Τέ­τοι­α πε­ρι­στα­τι­κά βρί­σκου­με καί στήν ἁ­γί­α Γρα­φή. Γιά τόν Δαυ­ΐδ π.χ. ἀ­να­φέ­ρε­ται πώς στή νε­α­νι­κή του ἡ­λι­κί­α «ἔ­παι­ζε μέ τούς λέ­ον­τας ὡ­σάν μέ τά ἐ­ρί­φια· καί μέ τάς ἄρ­κτους ὡ­σάν μέ τά ἀρ­νί­α τῶν προ­βά­των» (Σοφ. Σειρ. μζ’ 3, πρβλ. Α’ Βα­σιλ. ι­ζ’ 34-37). Γνω­στή εἶ­ναι καί ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Δα­νι­ήλ, πού ἐρ­ρί­φθη στό λάκ­κο τῶν λε­όν­των καί ἔ­μει­νε τε­λεί­ως ἄ­θι­κτος μιά ὁ­λό­κλη­ρη νύ­χτα. Ὅ­μως τά ἴ­δια ἐ­κεῖ­να θη­ρί­α κα­τα­σπά­ρα­ξαν ἀ­μέ­σως τούς συ­κο­φάν­τες του, πρίν ἀ­κό­μη φθά­σουν στό βυ­θό τοῦ λάκ­κου.
Ὁ Δα­νι­ήλ πε­ρι­φρό­νη­σε τήν ἀ­πα­γό­ρευ­ση τοῦ Βα­σι­λέ­α τῶν Περ­σῶν Δα­ρεί­ου καί προ­σευ­χό­ταν κα­θη­με­ρι­νά στόν Θε­ό. Οἱ δό­λιοι ἄρ­χον­τες, πού πα­ρέ­συ­ραν τόν Βα­σι­λιά νά ἐκ­δό­σει τή δι­α­τα­γή γιά νά ἐ­ξον­τώ­σουν τόν Δα­νι­ήλ, ἐ­πρό­δω­σαν τόν πι­στό δοῦ­λο τοῦ Θε­οῦ στό Δα­ρεῖ­ο.Ὁ Βα­σι­λιᾶς λυ­πή­θη­κε εἰ­λι­κρι­νά καί μιά ὁ­λό­κλη­ρη ἡ­μέ­ρα προ­σπά­θη­σε νά βρεῖ τρό­πο νά ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­πό τήν κα­τα­δί­κη τοῦ Δα­νι­ήλ. Ὅ­μως οἱ πο­νη­ροί ἄν­θρω­ποι τοῦ εἶ­παν:
«- Ἔ­χε ὑ­π’ ὄ­ψιν σου, βα­σι­λεῦ, ὅ­τι συμ­φώ­νως πρός τόν νό­μον τῶν Μή­δων καί τῶν Περ­σῶν, κα­νέ­να δι­ά­ταγ­μα, καμ­μί­α ἀ­πα­γό­ρευ­σις ἐκ­δι­δο­μέ­νη ὑ­πό τοῦ βα­σι­λέ­ως δέν τρο­πο­ποι­εῖ­ται.
Τό­τε ὁ Βα­σι­λεύς δι­έ­τα­ξε καί ἔ­φε­ραν τόν Δα­νι­ήλ καί τόν ἔρ­ρι­ψαν εἰς τόν λάκ­κον τῶν λε­όν­των. Εἶ­πε δέ ὁ βα­σι­λεύς εἰς τόν Δα­νι­ήλ:
-           Ὁ  Θε­ός σου, τόν ὁ­ποῖ­ον σύ λα­τρεύ­εις πάν­το­τε, αὐ­τός θά σέ γλι­τώ­ση ἀ­πό τόν κίν­δυ­νον.
Καί ἔ­φε­ραν λί­θον καί τόν ἔ­θε­σαν εἰς τό ἄ­νοιγ­μα τοῦ λάκ­κου καί ὁ βα­σι­λεύς τόν ἐ­σφρά­γι­σε μέ τό δα­κτυ­λί­δι του καί μέ τό δα­κτυ­λί­δι τῶν με­γι­στά­νων του, διά νά μή γί­νη καμ­μί­α τρο­πο­ποί­η­σις ὑ­πέρ τοῦ Δα­νι­ήλ... Ὅ­ταν ἦλ­θεν ἡ πρω­ΐ­α καί ἐ­φώ­τι­σεν ἡ ἡ­μέ­ρα, ἠ­γέρ­θη ὁ βα­σι­λεύς καί ἔ­τρε­ξεν εἰς τόν λάκ­κον τῶν λε­όν­των. Κα­θώς δέ ἐ­πλη­σί­α­ζεν εἰς τόν λάκ­κον, ἐ­φώ­να­ξε μέ φω­νήν ἰ­σχυ­ράν:
-          Δα­νι­ήλ, δοῦ­λε τοῦ Θε­οῦ τοῦ ζῶν­τος, ὁ Θε­ός τόν ὁ­ποῖ­ον σύ πάν­το­τε λα­τρεύ­εις ἠμ­πό­ρε­σε νά σέ σώ­ση ἀ­πό τό στό­μα τῶν λε­όν­των;
Τό­τε ὁ Δα­νι­ήλ ἀ­πήν­τη­σεν εἰς τόν βα­σι­λέ­α:
-   Βα­σι­λεῦ, εἰς τούς αἰ­ῶ­νας νά ζή­σης. Ὁ Θε­ός μοῦ ἔ­στει­λε τόν
ἄγ­γε­λόν Του καί ἔ­κλει­σε τά στό­μα­τα τῶν λε­όν­των καί τοι­ου­το­τρό­πως κα­νείς ἀ­πό αὐ­τούς δέν μέ έ­ἔ­βλα­ψε, δι­ό­τι ἐ­γώ ἔ­πρα­ξα ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ Θε­οῦ μου τό ὀρ­θόν καί εὐ­θές. Ἀλ­λά καί ἀ­πέ­ναν­τί σου, βα­σι­λεῦ, δέν δι­έ­πρα­ξα κα­νέ­να σφάλ­μα.
Τό­τε ὁ βα­σι­λεύς ἐ­δο­κί­μα­σε με­γά­λην χα­ράν καί δι­έ­τα­ξε νά τόν ἀ­να­σύ­ρουν ἀ­πό τόν λάκ­κον. Πράγ­μα­τι τόν ἀ­νέ­συ­ραν ἀ­πό τόν λάκ­κον καί τόν εὗ­ρον ἀ­βλα­βῆ, δι­ό­τι ἐ­πί­στευ­εν εἰς τόν Θε­όν του.
Ὁ βα­σι­λεύς δι­έ­τα­ξε τό­τε καί ἔ­φε­ραν τούς ἄν­δρας, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­συ­κο­φάν­τη­σαν τόν Δα­νι­ήλ καί τούς ἔρ­ρι­ψαν εἰς τόν λάκ­κον τῶν λε­όν­των, αὐ­τούς καί τά παι­διά των καί τάς γυ­ναί­κας των. Καί δέν πρό­φθα­σαν νά φθά­σουν εἰς τόν βυ­θόν τοῦ λάκ­κου καί οἱ λέ­ον­τες τούς ἥρ­πα­σαν καί συ­νέ­τρι­ψαν ὅ­λα τά κόκ­κα­λά των» (Δα­νι­ήλ 6, 14-24).
Τά πα­ρα­δείγ­μα­τα αὐ­τά ἀ­πό τή ζω­ή τῶν ἁ­γί­ων ἀν­θρώ­πων μᾶς φα­νε­ρώ­νουν, ὅ­τι ἡ ἀ­ρε­τή καί ἡ ἀ­γά­πη τῶν γνη­σί­ων παι­δι­ῶν τοῦ Θε­οῦ με­τα­δί­δε­ται καί βρί­σκει ἀν­τα­πό­κρι­ση σ’ ὁ­λό­κλη­ρο τό πε­ρι­βάλ­λον των, καί σ’ αὐ­τά ἀ­κό­μη τά ἄ­γρια θη­ρί­α. Κα­τ’ αὐ­τόν τόν τρό­πο οἱ ἅ­γιοι ἄν­θρω­ποι ζοῦν ἤ­δη ἀ­πό αὐ­τή τή ζω­ή τή συμ­φι­λί­ω­ση μέ ὁ­λό­κλη­ρη τή δη­μι­ουρ­γί­α.
Αὐ­τή ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ Θε­οῦ θά ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ στούς ἔ­σχα­τους και­ρούς, ὁ­πό­τε «οἱ λύ­κοι καί τά ἀρ­νιά θά βό­σκουν μα­ζί καί ὁ λέ­ων θά τρώ­γη ἄ­χυ­ρον ὡ­σάν τό βό­ῖ­δι, τό δέ φί­δι θά τρώ­γη τήν γῆν ὡ­σάν ψω­μί. Δέν θά προ­ξε­νή­σουν πλέ­ον καμ­μί­αν βλά­βην καί κα­νέ­να κα­κόν εἰς τό ἅ­γιον ὄ­ρος μου, λέ­γει Κύ­ριος» (Ἡσ. 65, 25).

δ) Ἡ κα­κί­α τῶν μο­χθη­ρῶν ἀν­θρώ­πων
Ὅ­πως ἡ με­το­χή τῶν ἁ­γί­ων στήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ τούς φέ­ρει κον­τά στή λοι­πή δη­μι­ουρ­γί­α καί ἀ­πο­κα­θι­στᾶ τήν ἑ­νό­τη­τα καί τήν ἁρ­μο­νί­α σέ ὁ­λό­κλη­ρη τήν κτί­ση, ἔ­τσι καί ἡ ἀ­πο­μά­κρυν­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τήν ἀ­ρε­τή δη­μι­ουρ­γεῖ δυ­σαρ­μο­νί­α καί ἐ­χθρό­τη­τα μέ­σα στήν κτί­ση. Τοῦ­το βλέ­που­με σέ πολ­λές πε­ρι­στά­σεις.
Ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή ὑ­πο­γραμ­μί­ζει αὐ­τή τήν ἀ­λή­θεια, ἰ­δι­αί­τε­ρα στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη:
«Ἐ­άν δέν ὑ­πα­κού­σης εἰς τήν φω­νήν Κυ­ρί­ου τοῦ Θε­οῦ σου, ὥ­στε νά φυ­λάτ­της καί νά ἐ­φαρ­μό­ζης ὅ­λας τάς ἐν­το­λάς αὐ­τοῦ, τάς ὁ­ποί­ας ἐ­γώ σή­με­ρον σοῦ δί­δω, θά ξε­σπά­σουν ἐ­ναν­τί­ον σου ὅ­λαι αὐ­ταί αἱ κα­τά­ραι. Θά εἶ­σαι κα­τη­ρα­μέ­νος εἰς τήν πό­λιν καί τόν ἀ­γρόν. Κα­τη­ρα­μέ­ναι θά εἶ­ναι αἱ ἀ­πο­θή­και σου καί τά πε­ρισ­σεύ­μα­τά σου, τά προ­ϊ­όν­τα τῶν ἀ­γρῶν σου, αἱ ἀ­γέ­λαι τῶν βο­δι­ῶν σου καί τά ποί­μνια τῶν προ­βά­των σου» (Δευτ. κη’ 15-18. Πρβλ. Ἡσ. κδ’ 3-7. Ἱ­ε­ρεμ. ζ’ 20. Λευ­ϊτ. ι­γ’ 25).
Οἱ πο­νη­ροί ἄν­θρω­ποι με­τα­δί­δουν τήν πο­νη­ριά καί τήν κα­κί­α καί σέ ὁ­λό­κλη­ρο τό πε­ρι­βάλ­λον τους, καί σ’ αὐ­τά ἀ­κό­μη τά ἄ­ψυ­χα ἀν­τι­κεί­με­να (Ἰ­ού­δα 23).
Ὅ­ταν ὁ Κο­ρέ ἐ­πα­να­στά­τη­σε κα­τά τῆς ἱ­ε­ρα­τι­κῆς τά­ξης τήν ὁ­ποί­α ἔ­θε­σε ὁ Θε­ός, οἱ Ἰσ­ρα­η­λί­ται ἔ­λα­βαν ἀ­πό τόν Θε­ό τήν ἐν­το­λή νά ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦν ἀ­πό τίς σκη­νές καί ἀ­πό τά πράγ­μα­τα τῶν στα­σια­στῶν, γιά νά μή ἀ­φα­νι­σθοῦν. Ἀ­πο­χω­ρι­σθῆ­τε, τούς λέ­γει, ἀ­πό τίς σκη­νές τῶν ἀ­σε­βῶν αὐ­τῶν ἀν­θρώ­πων καί μή ἐγ­γί­σε­τε τί­πο­τε ἀ­πό ὅ­σα ἀ­νή­κουν σέ αὐ­τούς, γιά νά μήν ἀ­φα­νι­σθῆ­τε λό­γω τοῦ πλή­θους τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν τους (Ἀ­ριθ. ι­στ’ 26).
Στό βί­ο τοῦ ἁ­γί­ου Ἱ­λα­ρί­ω­να τοῦ Με­γά­λου ἀ­να­φέ­ρε­ται τό πα­ρά­δειγ­μα φι­λαρ­γύ­ρου, πού με­τέ­δω­σε τήν πο­νη­ριά του καί στα ρε­βί­θια τοῦ κή­που!
Ὁ φι­λάρ­γυ­ρος αὐ­τός ἐ­ζή­τη­σε νά λά­βει συγ­χώ­ρη­ση ἀ­πό τόν ἅ­γιο καί ἔ­βα­λε με­σί­τη τούς μα­θη­τές τοῦ ἁ­γί­ου, καί μά­λι­στα τόν πλέ­ον ἀ­γα­πη­μέ­νο του, τόν Ἡ­σύ­χιο. Γιά νά δη­μι­ουρ­γή­σει δέ με­γα­λύ­τε­ρη συμ­πά­θεια, τοῦ ἔ­φε­ρε λί­γα ρε­βί­θια χά­ριν φι­λί­ας. «Ὁ δέ Ἡ­σύ­χιος», ἀ­να­φέ­ρει τό ἱ­ε­ρό Συ­να­ξά­ρι, «ὡς συ­νε­τός ὅ­που ἦ­το, δέν εἶ­πε τοῦ ἁ­γί­ου τίς τά ἔ­φε­ρε, μό­νον τά ἔ­βα­λε εἰς τήν τρά­πε­ζαν. Ἀλ­λ’ ἐ­κεῖ­νος, ἐ­πει­δή εἶ­χε εἰς τήν καρ­δί­αν του τόν Δε­σπό­την Χρι­στόν καί τοῦ ἐ­φα­νέ­ρω­σε τά ἀ­πό­κρυ­φα, ἐ­γνώ­ρι­σε τήν ὑ­πό­θε­σιν καί κυτ­τά­ζων αὐ­στη­ρά τόν Ἡ­σύ­χιον εἶ­πε:
-   Δέν αἰ­σθά­νε­σαι ὅ­τι ὄ­ζου­σι φι­λαρ­γυ­ρί­ας, ἀλ­λά τά ἔ­φε­ρες εἰς τήν τρά­πε­ζαν;
Ὁ δέ Ἡ­σύ­χιος τα­πει­νά ἀ­πε­κρί­νε­το:
       Δέν ἠ­σθάν­θην ἐ­γώ δυ­σω­δί­αν οὐ­δα­μῶς εἰς αὐ­τά, πά­τερ τί­μι­ε.
Λέ­γει εἰς αὐ­τόν ὁ ὅ­σιος:
       Δός τα εἰς τούς βό­ας, διά νά γνω­ρί­σης ὅ­τι δέν ψεύ­δο­μαι.
Εὐ­θύς, λοι­πόν, ὡς ἔ­βα­λε τά ρε­βί­θια ἔμ­προ­σθεν εἰς τούς βό­ας, ἔ­στρε­ψαν ἐ­κεῖ­θεν τό πρό­σω­πον καί ἐ­φώ­να­ζαν ὡς νά ἔ­βλε­πον πρᾶγ­μα φο­βε­ρόν καί τέ­ρας ἐ­ξαί­σιον».

ε)Ἡ ἐ­σχα­το­λο­γι­κή δό­ξα τῶν ἁ­γί­ων
Ἡ δό­ξα τῶν ἁ­γί­ων δέν εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἡ τε­λι­κή τους κα­τά­στα­ση. Για­τί τώ­ρα ἡ δό­ξα τοῦ Θε­οῦ γί­νε­ται φα­νε­ρή «δι’ ἐ­σό­πτρου, ἐν αἰ­νίγ­μα­τι», σάν μέ­σα ἀ­πό κα­θρέ­φτη, ἀ­μυ­δρά. Ὅ­μως στή μέλ­λου­σα ζω­ή οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ Θε­οῦ θά ἀν­τι­κρύ­σουν ὅ­λο τό με­γα­λεῖ­ο τῆς θεί­ας δό­ξας, για­τί θά δοῦν τό Θε­ό «πρό­σω­πον πρός πρό­σω­πον» (Α’ Κορ. ι­γ’ 12), «κα­θώς ἐ­στι» (Α’ Ἰ­ω. γ’ 2) καί θά λάμ­ψουν «ὅ­πως ὁ ἥ­λιος» (Ματθ. ι­γ’ 43, πρβλ. Ἀ­ποκ. κα’ 9 – κβ’ 5. Ἡσ. ξ’ 19-20). Αὐ­τή τή δό­ξα προ­γεύ­ον­ται οἱ χρι­στια­νοί σ’ αὐ­τή τή ζω­ή.
Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος βε­βαι­ώ­νει τούς Φι­λιπ­πι­σί­ους πώς ὁ Χρι­στός «θά με­τα­μορ­φώ­σει τό τα­πει­νό μας σῶ­μα, ὥ­στε νά λά­βει τήν ἴ­δια μορ­φή μέ τό ἔν­δο­ξο σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ («σύμ­μορ­φον τῷ σώ­μα­τι τῆς δό­ξης αὐ­τοῦ») (Φι­λιπ. γ’ 21) καί προ­τρέ­πει τούς Κο­ριν­θί­ους νά δο­ξά­σουν τό Θε­ό καί «ἐν τῷ σώ­μα­τι» αὐ­τῶν (Α’ Κορ. στ’ 20).
Οἱ ἅ­γιοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας προ­γεύ­θη­καν αὐ­τή τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Δέν εἶ­ναι βέ­βαι­α ὁ «ἀ­μα­ράν­τι­νος στέ­φα­νος τῆς δό­ξης», τόν ὁ­ποῖ­ο θά λά­βουν ὅ­ταν φα­νε­ρω­θεῖ ὁ Ἀρ­χι­ποι­μέ­νας Χρι­στός (Α’ Πέ­τρ. ε’ 4), εἶ­ναι ὅ­μως ἀν­ταύ­γεια τῆς τε­λι­κῆς ἐ­κεί­νης δό­ξας. «Αἱ δέ ὁ­δοί τῶν δι­καί­ων ὁ­μοί­ως φω­τί λάμ­που­σι, προ­πο­ρεύ­ον­ται καί φω­τί­ζου­σιν, ἕ­ως κα­τορ­θώ­σῃ ἡ ἡ­με­ρα», ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή (Πα­ροιμ. δ’ 18). Αὐ­τή ἡ τε­λεί­α ἡ­μέ­ρα ἀρ­χί­ζει μέ τήν ἐ­πά­νο­δο τοῦ Κυ­ρί­ου, ὅ­που οἱ ἅ­γιοι θά ἐν­δυ­θοῦν τά ἀ­φθαρ­το­ποι­η­μέ­να σώ­μα­τά τους καί θά λου­σθοῦν μέ τήν αἰ­ώ­νια δό­ξα τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ.

στ) Οἱ προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων
Δέν ὑ­πάρ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α πώς ὁ Χρι­στός εἶ­ναι ὁ μο­να­δι­κός Σω­τή­ρας μας· Αὐ­τός προ­σέ­λα­βε τόν κτι­στό ἄν­θρω­πο καί τόν ἔ­φε­ρε σέ ἀ­λη­θι­νή κοι­νω­νί­α μέ τόν Ἄ­κτι­στο Θε­ό- δέν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λος τρό­πος νά φθά­σου­με «πρός τόν Πα­τέ­ρα», εἰ­μή διά τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ (Ἰ­ω. ι­δ’ 13-14. Α’ Τιμ. β’ 5. Πράξ. δ’ 12. Α’ Πέ­τρ. α’ 18-19).
Ὅ­μως ὁ Θε­ός σώ­ζει καί χά­ρη στήν ἀ­γά­πη ἐ­κεί­νων πού Τόν ἀ­γα­ποῦν. Ἡ  Θεί­α ἀ­γά­πη, πού πε­ρι­βάλ­λει τούς ἁ­γί­ους, σώ­ζει ἀ­κό­μη καί ὁ­λό­κλη­ρες πό­λεις. «Πῶς νά δι­α­τε­θῶ ἀ­πέ­ναν­τί σου, Ἐ­φραίμ; Νά σέ ὑ­πε­ρα­σπι­σθῶ, Ἰσ­ρα­ήλ; Πῶς νά σέ με­τα­χει­ρι­σθῶ; Νά σέ κα­τα­στρέ­ψω ὡς τάς πό­λεις Ἀ­δα­μά καί Σε­βω­ίμ; (πρβλ. Δευτ. κθ’ 22). Με­τε­στρά­φη ἡ καρ­δί­α μου ἐν­τός μου... Δέν θά ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τόν Ἐ­φραίμ διά νά ἐ­ξα­φα­νι­σθῆ, δι­ό­τι ἐ­γώ εἶ­μαι Θε­ός καί ὄ­χι ἄν­θρω­πος δέν θά εἰ­σέλ­θω εἰς τήν πό­λιν νά τήν κα­τα­στρέ­ψω» (Ὠ­ση­έ ι­α’ 8-9, πρβλ. Γέν. ι­η’ 23, 39. Ἰ­ου­δίθ η’ 31). Ὁ­λό­κλη­ρος ὁ πλη­θυ­σμός τῆς πό­λης σώ­ζε­ται χά­ρη στόν τρυ­φε­ρό δε­σμό τῆς ἀ­δελ­φι­κῆς ἀ­γά­πης τῶν ἁ­γί­ων ἀν­θρώ­πων.
Ἕ­νας προ­φή­της μπο­ρεῖ νά προ­σευ­χη­θεῖ στό Θε­ό καί ὁ Κύ­ριος νά δώ­σει ζω­ή σ’ ἐ­κεῖ­νον γιά χά­ρη τοῦ ὁ­ποί­ου γί­νε­ται ἡ προ­σευ­χή (Γέν. κ’ 7). Εἶ­ναι πράγ­μα­τι συγ­κι­νη­τι­κή ἡ «πα­ρέμ­βα­ση» τοῦ Μω­ϋ­ςῆ, πού ἱ­κε­τεύ­ει τόν Κύ­ριο νά στα­μα­τή­σει τήν ὀρ­γή Του ἐ­ναν­τί­ον τοῦ λα­οῦ, γιά νά μή γί­νει «κα­τα­γέ­λα­στος» στούς Αἰ­γυ­πτί­ους. Δέν πα­ρα­λεί­πει νά μνη­μο­νεύ­σει τόν Ἀ­βρα­άμ, τόν Ἰ­σα­άκ, τόν Ἰ­α­κώβ καί νά ζη­τή­σει γιά χά­ρη τους τή σω­τη­ρί­α τοῦ λα­οῦ. Ἀ­πο­τέ­λε­σμα αὐ­τῆς τῆς «πα­ρέμ­βα­σης» ἦ­ταν ὁ «ἱ­λα­σμός», τό ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ! (Ἔ­ξοδ. λβ’ 11-14, προ­βλ. Ἱ­ε­ρεμ. ζ’ 16).
Ἡ ἀ­γά­πη «οὐ­δέ­πο­τε ἐκ­πί­πτει», πο­τέ δέν θά παύ­σει νά ὑ­πάρ­χει καί νά συν­δέ­ει μέ τρυ­φε­ρό δε­σμό ὅ­λα τά μέ­λη τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­να­με­τα­ξύ τους (Α’ Κορ. ι­γ’ 8), «με­τά πάν­των τῶν ἁ­γί­ων», μέ ὁ­λό­κλη­ρη τή θρι­αμ­βεύ­ου­σα Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τή ἡ ἀ­γά­πη ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται καί μέ ἀ­μοι­βαῖ­ες προ­σευ­χές. Ἡ ἐ­πί γῆς ἀ­γω­νι­ζό­με­νη Ἐκ­κλη­σί­α τε­λεῖ τή θεί­α εὐ­χα­ρι­στί­α καί ὑ­πέρ πάν­των τῶν ἁ­γί­ων, ἐ­νῶ οἱ ἅ­γιοι τῆς θρι­αμ­βεύ­ου­σας Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­παν­τοῦν στή δι­κή μας ἀ­γά­πη μέ τίς δι­κές τους ἱ­κε­σί­ες καί προ­σευ­χές γιά χά­ρη μας.
Οἱ προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων εἶ­ναι οἱ χρυ­σές φυά­λες, γε­μά­τες θυ­μι­ά­μα­τα, πού εἶ­χαν οἱ εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρες πρε­σβύ­τε­ροι, τούς ὁ­ποί­ους ὁ Ἰ­ω­άν­νης εἶ­δε νά πέ­φτουν «ἐ­νώ­πιον τοῦ Ἀρ­νί­ου» (Ἀ­ποκ. ε’ 8). Ὁ Ἰ­ω­άν­νης εἶ­δε ἀ­κό­μη τίς ψυ­χές τῶν μαρ­τύ­ρων «κά­τω ἀ­πό τό θυ­σι­α­στή­ριο» καί τίς ἄ­κου­σε νά κρά­ζουν «μέ φω­νήν με­γά­λην» καί νά λέ­γουν:
«- Ἔ­ως πό­τε, Δέ­σπο­τα ἅ­γι­ε καί ἀ­λη­θι­νέ, δέν θά κρί­νεις καί δέν θά ἐκ­δι­κη­θεῖς διά τό αἷ­μα μας τούς κα­τοί­κους τῆς γῆς;». Καί ὁ ἀ­πό­στο­λος συ­νε­χί­ζει τήν πε­ρι­γρα­φή:
«Κα­τό­πιν ἐ­δό­θη εἰς τόν κα­θέ­να ἀ­πό αὐ­τούς μί­α ἐν­δυ­μα­σί­α λευ­κή καί τούς ἐ­λέ­χθη νά ἀ­να­παυ­θοῦν ὀ­λί­γον χρό­νον, ἕ­ως ὅ­του συμ­πλη­ρω­θῆ ὁ ἀ­ριθ­μός τῶν συν­δού­λων των καί τῶν ἀ­δελ­φῶν των, οἱ ὁ­ποῖ­οι μέλ­λουν νά σκο­τω­θοῦν ὅ­πως καί αὐ­τοί» (Ἀ­ποκ. στ’ 9-11, πρβλ. Δαν. η’ 13). Αὐ­τή ἡ εἰ­κό­να δεί­χνει πό­σο ἑ­νω­μέ­νοι μα­ζί μας εἶ­ναι οἱ ἅ­γιοι καί πό­σο συμ­με­τέ­χουν στή χα­ρά καί στή λύ­πη μας, πρε­σβεύ­ον­τας γιά μᾶς μπρο­στά στό θρό­νο τοῦ Θε­οῦ (πρβλ. Λουκ. ι­ε’ 7).
Ἡ ἴ­δια ἀ­λή­θεια ἀ­να­φέ­ρε­ται καί στήν πρός Ἑ­βραί­ους ἐ­πι­στο­λή. Ὁ ἀ­πό­στο­λος λέ­γει ἐ­κεῖ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γιά τούς ἁ­γί­ους τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, πώς «ἄν καί εἶ­χον κα­λήν μαρ­τυ­ρί­αν διά τήν πί­στιν των, δέν ἔ­λα­βον ὅ,τι τούς εἶ­χεν ὑ­πο­σχε­θῆ ὁ Θε­ός, δι­ό­τι εἶ­χεν ὁ Θε­ός προ­βλέ­ψει κά­τι καλ­λί­τε­ρον ἀ­να­φο­ρι­κῶς μ’ ἐ­μᾶς, διά νά μή φθά­σουν ἐ­κεῖ­νοι εἰς τήν τε­λει­ό­τη­τα χω­ρίς ἐ­μᾶς» (Ἑ­βρ. ι­α’ 39-40).
Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Ἰ­ω­άν­νου ἐ­πα­νέρ­χε­ται πολ­λές φο­ρές στούς ἁ­γί­ους «ἐ­νώ­πιον τοῦ Θρό­νου τοῦ Θε­οῦ» (Ἀ­ποκ. ζ’ 15). Οἱ προ­σευ­χές τους προ­σφέ­ρον­ται στόν Θε­ό σάν θυ­μι­ά­μα­τα ἀ­πό ἀγ­γέ­λους «ἐ­πί τό θυ­σι­α­στή­ριον τό χρυ­σοῦν τό ἐ­νώ­πιον τοῦ θρό­νου». Καί «ὁ κα­πνός τῶν θυ­μι­α­μά­των μέ τάς προ­σευ­χάς πάν­των τῶν ἀ­γί­ων ἐκ τῆς χει­ρός τοῦ ἀγ­γέ­λου» ἀ­νέ­βη ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ, μᾶς βε­βαι­ώ­νει ὁ Ἰ­ω­άν­νης (Ἀ­ποκ. η’ 3-4. Πρβλ. Ἀ­ποκ. ι­α’ 16-18).
Κά­θε ὀρ­θό­δο­ξος χρι­στια­νός μπο­ρεῖ στήν ἰ­δι­ω­τι­κή του προ­σευ­χή ν’ ἀ­πευ­θυν­θεῖ σέ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μέ­λος τῆς ἐν οὐ­ρα­νοῖς Ἐκ­κλη­σί­ας, εἴ­τε εἶ­ναι ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος ἅ­γιος εἴ­τε ὄ­χι. Ὅ­πως πα­ρα­τη­ρεῖ σύγ­χρο­νος ὀρ­θό­δο­ξος θε­ο­λό­γος, θά ἦ­ταν πο­λύ φυ­σι­κό πράγ­μα γιά ἕ­να ὀρ­φα­νό παι­δί νά ἐ­πι­κα­λεῖ­ται ὄ­χι μό­νο τή με­σο­λά­βη­ση τῆς Μη­τέ­ρας τοῦ Κυ­ρί­ου καί τῶν ἁ­γί­ων, ἀλ­λά καί τίς πρε­σβεῖ­ες τῶν δι­κῶν του γο­νέ­ων. Ὅ­μως στήν κοι­νή λα­τρεί­α ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­πευ­θύ­νει συ­νή­θως δε­ή­σεις μό­νο πρός ἐ­κεί­νους πού εἶ­ναι ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νοι ἅ­γιοι.
Ὅ­ταν λοι­πόν τι­μοῦ­με τούς ἁ­γί­ους, ὅ­ταν τούς πα­ρα­κα­λοῦ­με νά με­σο­λα­βή­σουν γιά μᾶς στόν Θε­ό, ὅ­πως θά κά­να­με καί γιά ἕ­να ζῶν­τα ἀ­δελ­φό μας, σύμ­φω­να μέ τό πα­ρά­δειγ­μα τῶν ἀ­πο­στό­λων (Κολ. δ’ 3. Α’ Θεσ. ε’ 25. Β’ Θεσ. γ’ 1. Ἑ­βρ. ι­γ’ 18), αὐ­τό δέν ση­μαί­νει πώς ἐ­ξαρ­τᾶ­με τή σω­τη­ρί­α μας ἀ­πό αὐ­τούς. Ἐ­κεῖ­νος πού ἐ­λε­εῖ καί σώ­ζει τόν ἄν­θρω­πο εἶ­ναι ὁ Χρι­στός, «ὁ ἀ­να­στάς ἐκ νε­κρῶν, ὁ ἀ­λη­θι­νός Θε­ός, ὁ ἀ­γα­θός καί φι­λάν­θρω­πος καί ἐ­λε­ή­μων».
Ἡ Πα­να­γί­α, οἱ ἄγ­γε­λοι καί ὅ­λοι οἱ ἅ­γιοι δέν σώ­ζουν τόν ἄν­θρω­πο, ἀλ­λά «πρε­σβεύ­ουν» γι’ αὐ­τόν, τόν «ἐν­δυ­να­μώ­νουν», τόν «προ­στα­τεύ­ουν» καί ἀ­να­πέμ­πουν στό Θε­ό προ­σευ­χές καί ἱ­κε­σί­ες ὑ­πέρ τῶν ἀ­δελ­φῶν καί ὁ­μο­δού­λων τους.
Αὐ­τή εἶ­ναν ἡ πί­στη τῶν ὀρ­θο­δό­ξων χρι­στια­νών: Ἡ πί­στη στόν ἕ­να καί μο­να­δι­κό Σω­τή­ρα Χρι­στόν καί ἡ πί­στη στήν ἀ­γά­πη τῶν ἀν­θρώ­πων τοῦ Χρι­στοῦ, τῶν ἁ­γί­ων, πού εἶ­ναι ζων­τα­νές εἰ­κό­νες τοῦ Χρι­στοῦ καί τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος. Τοῦ­το ἐκ­φρά­ζει ἄ­ρι­στα ἡ εὐ­χή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας:
«Δό­ξα σοι, Χρι­στέ ὁ Θε­ός, ἡ ἐλ­πίς ἡ­μῶν, δό­ξα σοι· ὁ ἀ­να­στάς ἐκ νε­κρῶν, Χρι­στός ὁ ἀ­λη­θι­νός Θε­ός ἡ­μῶν, ταῖς πρε­σβεί­αις τῆς Πα­να­χράν­του καί πα­να­μώ­μου ἁ­γί­ας αὐ­τοῦ Μη­τρός, δυ­νά­μει τοῦ τι­μί­ου καί ζω­ο­ποι­οῦ σταυ­ροῦ, προ­στα­σί­αις τῶν τι­μί­ων ἐ­που­ρα­νί­ων δυ­νά­με­ων ἀ­σω­μά­των, ἱ­κε­σί­αις τοῦ τι­μί­ου ἐν­δο­ξου προ­φή­του προ­δρό­μου καί βα­πτι­στοῦ Ἰ­ω­άν­νου.. καί πάν­των τῶν ἁ­γί­ων, ἐ­λε­ή­σαι καί σώ­σαι ἡ­μᾶς, ὡς ἀ­γα­θός καί φι­λάν­θρω­πος καί ἐ­λε­ή­μων Θε­ός».

ζ) Ὁ Θε­ός εἰ­σα­κού­ει τίς προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων
Ἀ­πό ὅ­σα ἀ­να­φέ­ρα­με προ­κύ­πτει πώς ὁ Θε­ός δέ­χε­ται τίς προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων ἀν­θρώ­πων καί ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται θε­τι­κά σ’ αὐ­τές.
Ἡ οἰ­κει­ό­τη­τα τοῦ Θε­οῦ μέ τούς ἁ­γί­ους ἀν­θρώ­πους καί ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α, θά ἔ­λε­γε κα­νείς, τοῦ Θε­οῦ γιά τή γνώ­μη τῶν ἀ­φω­σι­ω­μέ­νων παι­δι­ῶν Του προ­ξε­νεί με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση.
Ὁ Ἀ­βρα­άμ δι­α­πραγ­μα­τεύ­ε­ται μέ τόν Θε­ό τή σω­τη­ρί­α τῶν Σο­δό­μων καί Γο­μό­ρων σέ τέ­τοι­ο ση­μεῖ­ο, ὥ­στε νά κά­νει συ­νε­χῶς νέ­ες προ­τά­σεις στόν Θε­ό καί Ἐ­κεῖ­νος νά τίς ἀ­πο­δέ­χε­ται (Γέν. ι­η’ 23-33).
«Καί τώ­ρα ἄ­φη­σέ με νά κα­τα­στρέ­ψω αὐ­τούς ἐ­πά­νω στή δι­καί­α μου ὀρ­γή καί νά κά­νω τούς ἀ­πο­γό­νους σου ἔ­θνος μέ­γα», λέ­γει ὁ Θε­ός στόν Μω­ϋ­σῆ. Καί ὁ ἅ­γιος αὐ­τός ἄν­θρω­πος τοῦ ἀ­παν­τᾶ μέ τούς χα­ρι­τω­μέ­νους ἐ­κεί­νους λό­γους, πού φα­νε­ρώ­νουν ὅ­λη τήν οἰ­κει­ό­τη­τα καί τήν ἁ­πλό­τη­τα στίς σχέ­σεις του μέ τό Θε­ό:
«Δια­τί, Κύ­ρι­ε, θυ­μώ­νεις καί ὀρ­γί­ζε­σαι μέ τό λα­ό Σου, τόν ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξή­γα­γες ἀ­πό τήν Αἴ­γυ­πτο μέ με­γά­λη ἰ­σχύ καί μέ τήν παν­το­δύ­να­μο δε­ξιά Σου;» (Ἔ­ξοδ. λβ’ 9-11). Ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ πώς ὁ Θε­ός ἄ­κου­σε τή δέ­η­ση αὐ­τή τοῦ Μω­ϋ­σῆ καί δέν ἐ­τι­μώ­ρη­σε τό λα­ό (Ἔ­ξοδ. λβ΄ 14, πρβλ. Ψαλμ. ρε’ 23. Γέν. κ’ 7. Ἀ­ριθ. ι­α’ 2, κα’ 7. Δευ­τερ. λδ’ 10).
Στόν Ἱ­ε­ρε­μί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται πώς ὁ Θε­ός ἦ­ταν πρό­θυ­μος νά συγ­χω­ρή­σει ὁ­λό­κλη­ρη τήν πό­λη Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ ἄν ὑ­πῆρ­χε σ’ αὐ­τήν ἔ­στω καί ἕ­νας δί­και­ος· «πε­ρι­έλ­θε­τε εἰς τούς δρό­μους τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ καί ἴ­δε­τε, βε­βαι­ω­θῆ­τε, ζη­τή­σα­τε εἰς τάς πλα­τεί­ας αὐ­τῆς. Ἐ­άν θά εὕ­ρε­τε ἄν­θρω­πον, ὁ ὁ­ποῖ­ος νά πράτ­τη δι­και­ο­σύ­νη, νά εἶ­ναι ἀ­ξι­ό­πι­στος, τό­τε ἐ­γώ θά τούς ἐ­λε­ή­σω, λέ­γει Κύ­ριος» (Ἱ­ε­ρεμ. ε’ 1, πρβλ. Ἱ­εζ. κβ’ 30).
Ἀ­πό ὅ­λα αὐ­τά βγαί­νει τό συμ­πέ­ρα­σμα πού δι­α­τυ­πώ­νε­ται στήν ἴ­δια τήν ἁ­γί­α Γρα­φή: Τό θέ­λη­μα «τῶν φο­βου­μέ­νων αὐ­τόν» θά τό ἐκ­πλη­ρώ­σει «καί τῆς δε­ή­σε­ως αὐ­τών εἰ­σα­κού­σε­ται» (Ψαλμ. ρμδ’ 19, πρβλ. Ἰ­ώβ μβ’ 7-8. Γέν. κ’ 17).
Μή­πως ὅ­μως ὁ Θε­ός εἰ­σα­κού­ει μό­νο τίς προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων ἀν­θρώ­πων ἐ­φ’ ὅ­σον ζοῦν σ’ αὐ­τή τή ζω­ή;
Ἀ­πό ὅ­σα ἀ­να­φέ­ρα­με γί­νε­ται φα­νε­ρό πώς καί οἱ ἅ­γιοι πού βρί­σκον­ται στούς οὐ­ρα­νούς προ­σεύ­χον­ται στόν Θε­ό γιά τούς ἀ­δελ­φούς τους, δη­λα­δή γιά ὅ­λους ἑ­μᾶς καί μέ τή με­σι­τεί­α τους ἐ­πε­νερ­γοῦν­ται θαύ­μα­τα ἀ­πό τόν Θε­ό.
Ὁ Ἐ­λι­σαῖ­ος, πα­ρ’ ὅ­λον ὅ­τι ἔ­λα­βε δι­πλή χά­ρη (Δ’ Βα­σιλ. β’ 9), δέν κα­τόρ­θω­σε νά δι­αι­ρέ­σει τά νε­ρά τοῦ Ἰ­ορ­δά­νου, χτυ­πών­τας τα μέ τή μη­λω­τή τοῦ Ἠ­λί­α. Ὅ­μως τά νε­ρά δι­αι­ρέ­θη­καν ὅ­ταν ξα­να­κτύ­πη­σε καί ἐ­πι­κα­λέ­σθη­κε τό ὄ­νο­μα τοῦ Ἠ­λί­α (Δ’ Βα­σιλ. β’ 14).
Ὁ Ἰ­ού­δας ὁ Μακ­κα­βαῖ­ος βλέ­πει σέ ὀ­πτα­σί­α τόν ἀρ­χι­ε­ρέ­α Ὀ­νί­α νά ἔ­χει ὑ­ψω­μέ­να τά χέ­ρια πρός τόν οὐ­ρα­νό καί νά προ­σεύ­χε­ται θερ­μά γιά ὁ­λό­κλη­ρο τό γέ­νος τῶν Ἰ­ου­δαί­ων. Ὕ­στε­ρα μέ τόν ἴ­διο τρό­πο τοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε καί ἕ­νας ἄλ­λος, πο­λύ ἀ­ξι­ο­σέ­βα­στος γέ­ρον­τας, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Ὀ­νί­ας βε­βαι­ώ­νει: «Ὁ φι­λά­δελ­φος οὗ­τός ἐ­στιν ὁ πολ­λά προ­σευ­χό­με­νος πε­ρί τοῦ λα­οῦ καί τῆς ἁ­γί­ας πό­λε­ως, Ἱ­ε­ρε­μί­ας ὁ τοῦ Θε­οῦ προ­φή­της» (Β’ Μακκ. ι­ε’ 12-14).
Ὁ ἀ­πό­στο­λος Ἰ­ω­άν­νης βλέ­πει, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρα­με, τίς προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων σάν χρυ­σές φιά­λες γε­μά­τες θυ­μι­ά­μα­τα, σάν κά­τι δη­λα­δή πού εἶ­ναι πο­λύ­τι­μο στά μά­τια τοῦ Θε­οῦ (Ἀ­ποκ. ε’ 8). Βλέ­πει ἀ­κό­μη τό Θε­ό νά τη­ρεῖ τήν ὑ­πό­σχε­σή Του πρός τούς ἁ­γί­ους καί νά ἐκ­πλη­ρώ­νει τό αἴ­τη­μα γιά τήν ἐκ­δί­κη­ση τῶν ἀ­δελ­φῶν τους. Ὅ­μως προ­η­γου­μέ­νως ἐ­ξα­σφα­λί­ζε­ται μέ εἰ­δι­κή σφρά­γι­ση ἡ προ­στα­σί­α τῶν δι­καί­ων δη­λα­δή τῶν ἀ­δελ­φῶν τους πού ἀ­γω­νί­ζον­ται πά­νω στή γῆ, γιά νά λά­βουν καί αὐ­τοί τό στε­φά­νι τῆς νί­κης:
«Τό­τε ἦλ­θε ἄλ­λος ἄγ­γε­λος καί ἐ­στά­θη εἰς τό θυ­σι­α­στή­ριο μέ ἕ­να χρυ­σό θυ­μι­α­τή­ριο- καί τοῦ ἔ­δω­καν πο­λύ θυ­μί­α­μα, διά νά τό προ­σφέ­ρη μέ τάς προ­σευ­χάς ὅ­λων τῶν ἁ­γί­ων ἐ­πά­νω εἰς τό χρυ­σοῦν θυ­σι­α­στή­ριον, τό ὁ­ποῖ­ον ἦ­το ἐμ­πρός εἰς τόν θρό­νον. Καί ἀ­νέ­βη ὁ κα­πνός τοῦ θυ­μι­ά­μα­τος μέ τάς προ­σευ­χάς τῶν ἁ­γί­ων ἀ­πό τό χέ­ρι τοῦ ἀγ­γέ­λου ἐμ­πρός εἰς τόν Θε­όν. Τό­τε ἔ­λα­βε ὁ ἄγ­γε­λος τό θυ­σι­α­στή­ριο καί τό ἔρ­ρι­ψε εἰς τήν γῆ. Καί ἔ­γι­ναν βρον­ταί, φω­ναί, ἀ­στρα­παί καί σει­σμός» (Ἀ­ποκ. η’ 3-5).
Μέ τίς προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων ἡ ἀ­πάν­τη­ση ἔρ­χε­ται ἀ­π’ εὐ­θεί­ας ἀ­πό τό θυ­σι­α­στή­ριο καί ἀ­πό τόν θρό­νο τοῦ Θε­οῦ. Τό κα­κό καί τά ὄρ­γα­να τοῦ κα­κοῦ τι­μω­ροῦν­ται καί ἡ τά­ξη ἀ­πο­κα­θί­στα­ται στόν κό­σμο. Θά μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά πεῖ πώς ἡ τύ­χη ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κό­σμου βρί­σκε­ται στά χέ­ρια τῶν ἁ­γί­ων, ὅ­πως καί  ἡ σω­τη­ρί­α τῆς ἀ­γω­νι­ζο­μέ­νης Ἐκ­κλη­σί­ας πά­νω στή γῆ (πρβλ. Ματθ. ι­θ’ 28. Α’ Κορ. στ’ 2). Τίς προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων τίς με­τα­φέ­ρουν ἄγ­γε­λοι μέ­χρι τό θρό­νο τοῦ Θε­οῦ καί τίς προ­σφέ­ρουν θυ­σί­α πνευ­μα­τι­κή στό ἐ­που­ρά­νιο θυ­σι­α­στή­ριο (πρβλ. Τω­βίτ ι­β’ 12-15. Ζαχ. α’ 12).

η) Παν­τα­χοῦ πα­ρου­σί­α τῶν ἁ­γί­ων;
Οἱ ἅ­γιοι δέν εἶ­ναι παν­τα­χοῦ πα­ρόν­τες· ἡ παν­τα­χοῦ πα­ρου­σί­α εἶ­ναι γνώ­ρι­σμα μό­νο τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­μως οἱ ἅ­γιοι, ὅ­πως καί οἱ ἄγ­γε­λοι, εἶ­ναι συν­δε­δε­μέ­νοι μα­ζί μας μέ τήν ἀ­γά­πη (Λουκ. ι­ε’ 7, 10. Α’ Κορ. ι­γ’ 8) στό ἕ­να Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ.
Μέ τή χά­ρη τοῦ Ἁ­γιου Πνεύ­μα­τος οἱ ὅ­ροι τῆς φύ­σης κα­ταρ­γοῦν­ται στή ζω­ή τῶν ἁ­γί­ων. Ἔ­τσι πλη­ρο­φο­ροῦν­ται γιά μᾶς, χω­ρίς νά εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη ἡ παν­τα­χοῦ πα­ρου­σί­α. Αὐ­τό τό βλέ­που­με στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Ἐ­λι­σαί­ου (Α’ Βα­σιλ. 25-27), τοῦ Ἀ­βρα­άμ (Ματθ. η’ 56), τοῦ ἀ­ποστό­λου Πέ­τρου (Πράξ. ε’ 3) καί σέ ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις (Α’ Κορ. β’ 10-11, ι­β’ 7-11. Β’ Κορ. ι­θ’ 2-4. Ἀ­ποκ. στ’ 9-11). Βλέ­που­με πώς μέ τή χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος κα­ταρ­γοῦν­ται οἱ ὅ­ροι τῆς φύ­σης!
Γνω­ρί­ζου­με λοι­πόν μέ βε­βαι­ό­τη­τα πώς οἱ ἅ­γιοι βρί­σκον­ται σέ κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης μα­ζί μας, πλη­ρο­φο­ροῦν­ται τά γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς μας, προ­σεύ­χον­ται γιά μᾶς καί ὁ Θε­ός εἰ­σα­κού­ει τίς προ­σευ­χές τους, ὄ­χι ἀ­ναγ­κα­στι­κά, ἀλ­λά μέ βά­σει τή Θεί­α Του βού­λη­ση. Θά μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά πεῖ, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀν­θρώ­πι­νη ἔκ­φρα­ση, πώς ὁ Θε­ός αἰ­σθά­νε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­αι­σθη­σί­α στίς προ­σευ­χές τῶν ἁ­γί­ων.
Ἀ­κό­μη γνω­ρί­ζου­με πώς ὅ­λοι οἱ πι­στοί, πού συγ­κρο­τοῦ­με τό ἕ­να Σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, εἴ­μα­στε ἑ­νω­μέ­νοι «με­τά πάν­των τῶν ἀ­γί­ων»·  ὁ κα­θέ­νας ἀ­πο­τε­λεῖ ζων­τα­νό κύτ­τα­ρο τοῦ σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ κα­θέ­νας ἀ­νή­κει στόν ἄλ­λο· μπο­ρεῖ καί ὀ­φεί­λει νά ἐκ­φρά­σει ποι­κι­λό­τρο­πα αὐ­τό τό γε­γο­νός τοῦ ἀ­δελ­φι­κοῦ συν­δέ­σμου.
Στή θεί­α εὐ­χα­ρι­στί­α συ­ναν­τᾶ­ται καί συγ­κρο­τεῖ­ται ὁ­λό­κλη­ρη ἡ Ἐκ­κλη­σί­α- τε­λεῖ­ται γιά ὁ­λό­κλη­ρη τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὄ­χι μό­νο γιά ὅ­σους εἶ­ναι πα­ρόν­τες, οὔ­τε μό­νο γιά ὅ­σους ἀ­γω­νί­ζον­ται ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τή τή γῆ. Τε­λεῖ­ται καί ὑ­πέρ τῶν ἁ­γί­ων καί ταυ­τό­χρο­να, ἡ θεί­α εὐ­χα­ρι­στί­α πραγ­μα­τώ­νει καί ἐκ­φρά­ζει τήν κα­θο­λι­κό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τήν ἑ­νό­τη­τα «με­τά πάν­των τῶν ἁ­γί­ων». Εἶ­ναι γνω­στή ἡ εὐ­χή κα­τά τόν κα­θα­για­σμό τῶν τί­μι­ων δώ­ρων:
«Ἔ­τι προ­σφέ­ρο­μέν σοι τήν λο­γι­κήν ταύ­την λα­τρεί­αν ὑ­πέρ τῆς οἰ­κου­μέ­νης, ὑ­πέρ τῆς ἁ­γί­ας κα­θο­λι­κῆς καί ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας...». Καί σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο προ­σθέ­τει: «... πάν­των τῶν ἁ­γί­ων μνη­μο­νεύ­σαν­τες, ἑ­αυ­τούς καί ἀλ­λή­λους καί πᾶ­σαν τήν ζω­ήν ἡ­μῶν Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ πα­ρα­θώ­με­θα». Αὐ­τό ση­μαί­νει: Ἀ­φοῦ μνη­μο­νεύ­σα­με ὅ­λους τούς ἁ­γιους, ἄς ἐμ­πι­στευ­θοῦ­με τούς ἑ­αυ­τούς μας, ἄς ἐμ­πι­στευ­θοῦ­με ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο καί ὁ­λό­κλη­ρη τή ζω­ή μας, στό Χρι­στό, πού εἶ­ναι ὁ ἀ­λη­θι­νός Θε­ός.

θ) Οἱ ἅ­γιοι ἄγ­γε­λοι
Ὅ­πως ἔ­χου­με ἀ­να­φέ­ρει, καί οἱ ἄγ­γε­λοι ἀ­νή­κουν στό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, στήν Ἐκ­κλη­σί­α- καί οἱ ἅ­γιοι ἄγ­γε­λοι εἶ­ναι ἑ­νω­μέ­νοι μα­ζί μας στήν Μί­α, Ἁ­γί­α, Κα­θο­λι­κή καί Ἀ­πο­στο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α, πού ἐ­κτεί­νε­ται στούς οὐ­ρα­νούς καί στή γῆ. Αὐ­τό γί­νε­ται φα­νε­ρό ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πό τούς ὕ­μνους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας:
«Διά τοῦ Σταυ­ροῦ σου Χρι­στέ,
μί­α ποί­μνη γέ­γο­νεν, ἀγ­γέ­λων καί ἀν­θρώ­πων
καί μί­α Ἐκ­κλη­σί­α-
οὐ­ρα­νός καί γῆ ἀ­γάλ­λε­ται,
Κύ­ρι­ε δό­ξα σοι»!
(ὕ­μνος τῶν αἴ­νων τῆς Τε­τάρ­της τοῦ πρώ­του ἤ­χου).
Καί οἱ ἄγ­γε­λοι ἀ­νή­κουν στή δι­κή μας οἰ­κο­γέ­νεια «ἐν Χρι­στῷ». Μέ τή σταυ­ρι­κή θυ­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­καν στήν ἀ­ρε­τή καί μέ­νουν πι­στοί στήν πρω­ταρ­χι­κή τους ἀ­πο­στο­λή, πού εἶ­ναι δο­ξο­λο­γι­κή καί λει­τουρ­γι­κή (Ἡσ. στ’ 3. Λουκ. β’ 14). Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος λέ­γει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πώς εἶ­ναι πνεύ­μα­τα λει­τουρ­γι­κά, πού ἀ­πο­στέλ­λον­ται σέ ὑ­πη­ρε­σί­α γιά χά­ρη ἐ­κεί­νων πού μέλ­λουν νά κλη­ρο­νο­μή­σουν σω­τη­ρί­α (Ἑ­βρ. α’ 14).
Ἡ με­το­χή τῶν ἁ­γί­ων ἀγ­γέ­λων στό ἕ­να Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, δη­λα­δή τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρη δι­α­κο­νί­α τους νά ὑ­πη­ρε­τοῦν τό μυ­στή­ριο τῆς σω­τη­ρί­ας μας ἀ­πο­δει­κνύ­ει πώς βρί­σκον­ται σέ στε­νή σχέ­ση μα­ζί μας. Χαί­ρον­ται ὅ­ταν κά­ποι­ος ἐ­πι­στρέ­ψει στόν Χρι­στό καί ζή­σει τή ζω­ή τῆς εὐ­σε­βεί­ας (Λουκ. ι­ε’ 10). Ἕ­νας ὕ­μνος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας χα­ρα­κτη­ρί­ζει τούς ἁ­γί­ους ἀγ­γέ­λους «φύ­λα­κες τῆς σω­τη­ρί­ας μας»:
«Ἐν κό­σμῳ πρός τούς μέλ­λον­τας
πι­στεύ­ειν σοι ἐκ­πέμ­πον­ται,
ὥ­σπερ φύ­λα­κες τῆς σω­τη­ρί­ας
τῶν εὐ­σε­βῶν οἱ ἄγ­γε­λοι,
πε­ρι­έ­πον­τες, Σω­τήρ, τούς δού­λους σου»
(ὕ­μνος τῆς Δευ­τέ­ρας τοῦ τρί­του ἤ­χου)
Ὅ­πως ἤ­δη ἀ­να­φέ­ρα­με, οἱ ἅ­γιοι ἄγ­γε­λοι με­σι­τεύ­ουν γιά μᾶς καί με­τα­φέ­ρουν τίς προ­σευ­χές καί τίς προ­σφέ­ρουν εὐ­ά­ρε­στη θυ­σί­α στόν Θε­ό (Ζαχ. α’ 12-13. Τω­βίτ β’ 12-15. Ἀ­ποκ. η’ 3-5). Ἡ ἁ­γί­α Γρα­φή μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ πώς ὁ κά­θε πι­στός ἔ­χει τό δι­κό του ἄγ­γε­λο, τόν ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νά πα­ρα­κα­λέ­σει στήν προ­σευ­χή του:
«Ἅ­γι­ε ἄγ­γε­λε,
ὁ ἐ­φε­στώς τῆς ἀ­θλί­ας μου ψυ­χῆς
καί τα­λαι­πώ­ρου μου ζω­ῆς,
μή ἐγ­κα­τα­λεί­πῃς με τόν ἁ­μαρ­τω­λόν,
μη­δέ ἀ­πο­στῇς ἀ­π’ ἐ­μοῦ διά τήν ἀ­κρα­σί­αν μου...» (πρβλ.
   Γέν. μη’ 16. Ἔ­ξοδ. κγ’ 20. Ἰ­ώβ ε’ 4. Ψαλμ. λγ’ 8. Δαν. ι’
13, 20. Ματθ. ι­η’ 10. Πράξ. ι­β’ 15).

ι) Ἡ τι­μή τῶν ἁ­γί­ων
Ὁ Πα­νά­γιος Θε­ός ἐ­τί­μη­σε τούς ἁ­γί­ους σέ βαθ­μό πού δέν μπο­ροῦν νά τό κά­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι, ὁ­σο­δή­πο­τε καί ἐ­άν τι­μή­σουν τούς ἁ­γί­ους.
Στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἑκ­κλη­σί­α ἡ τι­μή καί ὁ σε­βα­σμός στούς ἁ­γί­ους ἐκ­δη­λώ­νε­ται καί μέ τήν προ­σκύ­νη­ση. Δέν πρό­κει­ται γιά λα­τρευ­τι­κή προ­σκύ­νη­ση, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἀ­πό τήν ἁ­γί­α Γρα­φή (Ἔ­ξοδ. κ’ 4-5. Δευ­τερ. στ’ 12-14. Ματθ. δ’ 10), για­τί πο­τέ κα­νείς ὀρ­θό­δο­ξος χρι­στια­νός δέν ἔ­χει τή συ­ναί­σθη­ση πώς προ­σκυ­νεῖ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ὄν (ἄγ­γε­λο ἤ ἄν­θρω­πο) σάν Θε­ό. Μό­νο σ’ αὐ­τή τήν πε­ρί­πτω­ση θά μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά μι­λή­σει γιά λα­τρεί­α. Μό­νο τό­τε ἡ προ­σκύ­νη­ση θά ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τη, δη­λα­δή λα­τρεί­α. Σέ ὅ­λες τίς ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις ἡ προ­σκύ­νη­ση εἶ­ναι τι­μη­τι­κή, δη­λα­δή σχε­τι­κή καί ὄ­χι ἀ­πό­λυ­τη.
Τούς ἁ­γί­ους λοι­πόν προ­σκυ­νοῦ­με χω­ρίς νά πα­ρα­γνω­ρί­ζου­με τή φύ­ση τους, χω­ρίς δη­λα­δή νά τούς ἐ­κλαμ­βά­νου­με γιά Θε­ούς, για­τί πα­ρα­δε­χό­μα­στε πώς ἡ προ­σκύ­νη­ση δέν εἶ­ναι πάν­το­τε ἐκ­δή­λω­ση λα­τρεί­ας. Ἄν αὐ­τόν πού προ­σκυ­νοῦ­με δέν τόν δε­χό­μα­στε γιά Θε­ό, τό­τε μέ τήν προ­σκύ­νη­ση δέν τοῦ ἀ­πο­δί­δου­με λα­τρεί­α, ἀλ­λά τι­μή καί ἐκ­φρά­ζου­με τήν ἀ­γά­πη μας. Μ’ αὐ­τή τήν τι­μη­τι­κή ἔν­νοι­α ὁ Δαυ­ΐδ προ­σκυ­νεῖ τόν Ἰ­ω­νά­θαν (Α’ Βα­σιλ. κ’ 41) καί τόν Σα­ούλ (Γ’ Βα­σιλ. λα’ 23), οἱ υἱ­οί τῶν προ­φη­τῶν προ­σκυ­νοῦν τόν Ἐ­λι­σαῖ­ο (Δ’ Βα­σιλ. λθ’ 15), ὁ Να­βου­χο-δο­νό­σορ προ­σκυ­νεῖ τόν Δα­νι­ήλ (Δαν. β’ 46). Ἀ­κό­μη καί στήν Και­νή Δι­α­θή­κη ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας προ­σκυ­νεῖ τόν Παῦ­λο καί τόν Σί­λα (Πράξ. ι­στ’ 29), ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος ὑ­πό­σχε­ται πώς θά ἀ­ναγ­κά­σει τούς Ἰ­ου­δαί­ους νά προ­σκυ­νή­σουν τόν ἐ­πί­σκο­πο Φι­λα­δελ­φεί­ας (Ἀ­ποκ. γ’ 9, πρβλ. Α’ Βα­σιλ. ε’ 4).
Ὅ­ταν ὅ­μως οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­ξέ­λα­βαν τόν Παῦ­λο καί τό Βαρ­νά­βα γιά Θε­ούς, τό­τε οἱ ἀ­πό­στο­λοι δέν ἐ­δέ­χθη­σαν αὐ­τή τήν προ­σκύ­νη­ση, για­τί ἦ­ταν λα­τρευ­τι­κή (Πράξ. ι­δ’ 11-15). Τό ἴ­διο πα­ρα­τη­ροῦ­με καί στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Ἰ­ω­άν­νη πού ἦ­ταν κα­τά­πλη­κτος ἀ­πό ἐ­κεῖ­να πού ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά δεῖ καί βρι­σκό­ταν κά­τω ἀ­πό τήν ἐ­πί­δρα­ση τῆς ὀ­πτα­σί­ας τοῦ ἴ­διου τοῦ Κυ­ρί­ου (Ἀ­ποκ. α’ 17-18). Νό­μι­σε πώς δέν ἔ­βλε­πε ἄγ­γε­λο, ἀλ­λά τόν ἴ­διο τόν Κύ­ριο. Γι’ αὐ­τό καί ἐ­πε­χεί­ρη­σε νά τόν προ­σκυ­νή­σει (Ἀ­ποκ. ι­θ’ 10, κβ’ 8-9). Ὁ ἄγ­γε­λος ὅ­μως τόν ἐ­πα­να­φέ­ρει στήν ἀ­λή­θεια τῶν γε­γο­νό­των: «σύν­δου­λός σού εἰ­μι»- δέν μοῦ ἀ­νή­κει τέ­τοι­α προ­σκύ­νη­ση, ἀ­νή­κει μό­νο στόν Θε­ό!
Ἄν πα­ρα­δε­χθοῦ­με πώς ὁ Ἰ­ω­άν­νης θέ­λη­σε νά προ­σκυ­νή­σει τόν ἄγ­γε­λο τι­μη­τι­κά, εἶ­χε αὐ­τό τό δι­καί­ω­μα (Ἀ­ριθμ. κβ’ 31. Ἰ­ησ. Ναυ­ῆ ε’ 14)· καί ἀ­σφα­λῶς στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή ἡ προ­σκύ­νη­ση δέν θά ἦ­ταν λα­τρευ­τι­κή. Τό­τε ἡ ἄρ­νη­ση τοῦ ἀγ­γέ­λου θά ἦ­ταν ἔν­δει­ξη τα­πει­νο­φρο­σύ­νης. Δι­α­φο­ρε­τι­κά πῶς ὁ Ἰ­ω­άν­νης ἀ­πο­τολ­μά νά προ­σκυ­νή­σει τόν ἄγ­γε­λο γιά δεύ­τε­ρη φο­ρά; (Ἀ­ποκ. κβ’ 8-9).
Αὐ­τή ἡ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στή λα­τρευ­τι­κή καί στήν τι­μη­τι­κή προ­σκύ­νη­ση ὑ­πάρ­χει ἤ­δη στήν πρω­το­χρι­στι­α­νι­κή ἐ­πο­χή. Στό μαρ­τύ­ριο τοῦ ἁ­γί­ου Πο­λυ­κάρ­που († 156), τό ὁ­ποῖ­ο συ­νέ­τα­ξαν αὐ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες, οἱ πρῶ­τοι χρι­στια­νοί ὁ­μο­λο­γοῦν:
«Δέν θά δυ­νη­θῶ­μεν οὔ­τε τόν Χρι­στόν νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψω­μεν πο­τέ, τόν πα­θόν­τα ὑ­πέρ τῆς σω­τη­ρί­ας τῶν σω­ζο­μέ­νων εἰς ὁ­λό­κλη­ρον τόν κό­σμον, τόν ἄ­μω­μον ὑ­πέρ τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν, οὔ­τε κά­ποι­ον ἄλ­λον νά λα­τρεύ­σω­μεν. Δι­ό­τι τοῦ­τον μέν προ­σκυ­νοῦ­μεν ὡς Υἱ­όν τοῦ Θε­οῦ, τούς δέ μάρ­τυ­ρας ἀ­γα­πῶ­μεν ὡς μα­θη­τάς τοῦ Κυ­ρί­ου, ἐ­πα­ξί­ως λό­γω τῆς ἀ­νυ­περ­βλή­του ἀ­φο­σι­ώ­σε­ως εἰς τόν βα­σι­λέ­α καί δι­δά­σκα­λόν των».
Τήν πί­στη αὐ­τή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας δι­α­τύ­πω­σε ἐ­πί­ση­μα ἡ Ζ’ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος: «Τόν μέν (Χρι­στόν) ὡς Θε­όν καί Δε­σπό­την, τούς δέ (ἁ­γί­ους) διά τόν κοι­νόν Δε­σπό­την, ὡς αὐ­τοῦ γνη­σί­ους θε­ρά­πον­τας τι­μῶν­τες καί σέ­βον­τες καί τήν κα­τά σχέ­σιν (δη­λα­δή σχε­τι­κή, ὄ­χι ἀ­πό­λυ­τη) προ­σκύ­νη­σιν ἀ­πο­νέ­μον­τες» (Συ­νο­δι­κό τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας τῆς Ζ’ Οἰκ. Συ­νό­δου).

ι­α) Οἱ ἑ­ορ­τές τῶν ἁ­γί­ων
Οἱ ὀρ­θό­δο­ξοι χρι­στια­νοί γι­ορ­τά­ζουν τίς μνῆ­μες τῶν ἁ­γί­ων. Τό γε­γο­νός τοῦ θα­νά­του ἑ­νός ἁ­γί­ου εἶ­ναι με­γά­λο. Δέν τό ἑ­ορ­τά­ζουν μό­νο οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λά καί οἱ ἄγ­γε­λοι καί «πᾶ­σα ἡ κτί­σις». Αὐ­τό ὑ­πο­γραμ-μί­ζε­ται στόν ὕ­μνο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας:
«Κύ­ρι­ε, ἐν τῇ μνή­μῆ τῶν ἁ­γί­ων σου
 πᾶ­σα ἡ κτί­σις ἑ­ορ­τά­ζει.
Οἱ οὐ­ρα­νοί ἀ­γάλ­λον­ται σύν τοῖς ἀγ­γέ­λοις
καί ἡ γῆ εὐ­φραί­νε­ται σύν τοῖς ἀν­θρώ­ποις».
Οἱ ἑ­ορ­τές τῶν ἁ­γί­ων δέν εἶ­ναι με­τα­γε­νέ­στε­ρη πα­ρά­δο­ση, ἀλ­λά πρω­το­χρι­στι­α­νι­κή. Ἡ ἡ­μέ­ρα τοῦ θα­νά­του ἑ­νός ἁ­γί­ου χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἤ­δη ἀ­πό τούς πρώ­τους αἰ­ῶ­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας «γε­νέ­θλιος ἡ­μέ­ρα». Οἱ πρῶ­τοι χρι­στια­νοί ση­μει­ώ­νουν στό μαρ­τύ­ριο τοῦ Πο­λυ­κάρ­που πώς συ­νέ­λε­ξαν τά ὀ­στά τοῦ μάρ­τυ­ρα, «τά τι­μι­ώ­τε­ρα ἀ­πό πο­λυ­τε­λεῖς λί­θους, καί εὐ­γε­νέ­στε­ρα ἀ­πό χρυ­σόν» καί τά ἐν­τα­φί­α­σαν σέ κα­τάλ­λη­λο τό­πο, ὥ­στε νά συ­να­θροί­ζον­ται ἐ­κεῖ καί νά ἑ­ορ­τά­ζουν «τήν γε­νέ­θλιον ἡ­μέ­ραν τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου του».
Τό νό­η­μα αὐ­τῆς τῆς ἑ­ορ­τῆς προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται στό μαρ­τύ­ριο τοῦ ἁ­γί­ου Πο­λυ­κάρ­που: «Διά τήν ἀ­νά­μνη­σιν ἐ­κεί­νων οἱ ὁ­ποῖ­οι ἠ­γω­νί­σθη­σαν πρίν ἀ­πό ἡ­μᾶς καί τήν ἄ­σκη­σιν καί προ­πα­ρα­σκευ­ήν ἐ­κεί­νων οἱ ὁ­ποῖ­οι εἰς τό μέλ­λον πρό­κει­ται νά ἀ­γω­νι­σθοῦν».
Οἱ πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­πως ὁ Μ. Βα­σί­λει­ος, ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος, ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος καί οἱ ἄλ­λοι, κά­νουν λό­γο γιά ἑ­ορ­τές, «λι­τα­νεῖ­ες καί πα­ρα­κλή­σεις» σέ να­ούς πρός τι­μήν τῶν ἁ­γί­ων. Μά­λι­στα ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος ὑ­πο­γραμ­μί­ζει τέ­τοι­ες λι­τα­νεῖ­ες καί πα­ρα­κλή­σεις στό να­ό «ὅ­που καί τά λεί­ψα­να τῶν ἀ­πο­στό­λων», προ­κει­μέ­νου νά ἀ­πο­φευ­χθοῦν τά δει­νά τῆς πό­λης. Σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ὑ­πο­γραμ­μί­ζει πώς ἡ δύ­να­μη τῶν ἁ­γί­ων μαρ­τύ­ρων «κα­θη­με­ρι­νῶς ζεῖ καί ἐ­νερ­γεῖ, έκ­δι­ώ­κει δαι­μό­νια, ἀ­πο­μα­κρύ­νει τάς ἀ­σθε­νεί­ας, ἐμ­ψυ­χώ­νει πό­λεις ὁ­λο­κλή­ρους καί συ­να­θροί­ζει ἐ­δῶ πλῆ­θος».
Αὐ­τή τήν πρω­το­χρι­στι­α­νι­κή πα­ρά­δο­ση συ­νε­χί­ζει μέ­χρι σή­με­ρα καί ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α καί ἑ­ορ­τά­ζει τήν «γε­νέ­θλιο ἡ­μέ­ρα» τῶν ἁ­γί­ων, ὅ­πως καί ἄλ­λα γε­γο­νό­τα πού συν­δέ­ον­ται μέ τούς ἁ­γί­ους καί μέ τή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, πού ἐ­νερ­γεῖ μέ­σω τῶν ἁ­γί­ων (με­τα­κο­μι­δή τῶν ἱ­ε­ρῶν λει­ψά­νων, ἐ­πέ­τει­ος θαύ­μα­τος κ.ο.κ.).
Κλεί­νον­τες τό κε­φά­λαι­ο αὐ­τό πα­ρα­τη­ροῦ­με πώς οἱ ἅ­γιοι δέν ἔ­χουν δι­κή τους ἁ­γι­ό­τη­τα, ἀλ­λά με­τέ­χουν στήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ. Εἶ­ναι «να­οί τοῦ Θε­οῦ» καί «κα­τοι­κη­τή­ρια τοῦ Θε­οῦ ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι». Γι’ αὐ­τό καί ἡ δό­ξα τῶν ἁ­γί­ων δέν εἶ­ναι κτι­στή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἀλ­λά εἶ­ναι τό ἄ­κτι­στο θεῖ­ο φῶς, ἡ με­γά­λη δω­ρε­ά καί χά­ρη τοῦ ἁ­γί­ου Θε­οῦ στή ζω­ή τῶν ἁ­γί­ων.
Γι’ αὐ­τό καί αὐ­τή ἡ χά­ρη καρ­πο­φο­ρεῖ καί ὁ­δη­γεῖ τόν ἄν­θρω­πο στήν ἀ­γά­πη, τή χα­ρά, τήν εἰ­ρή­νη (Γαλ. ε’ 22), ὄ­χι μό­νο μέ τόν ἑ­αυ­τό του καί τούς συ­ναν­θρώ­πους, ἀλ­λά καί μέ ὁ­λό­κλη­ρη τή δη­μι­ουρ­γί­α. Ὁ «χα­ρι­τω­μέ­νος» ἄν­θρω­πος ἐκ­πέμ­πει ἐ­κεί­νη τήν εὐ­ω­δί­α τοῦ Ἀ­δάμ, πού ἡ­μερεύ­ει ἀ­κό­μη καί τά ἄ­γρια θη­ρί­α.

Ἡ ἀ­γά­πη τῶν ἁ­γί­ων δέν μέ­νει ἀ­νε­νερ­γός ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ. Οἱ ἅ­γιοι πρε­σβεύ­ουν γιά μᾶς καί γιά ὁ­λό­κλη­ρη τή δη­μι­ουρ­γί­α ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­ού, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται μέ τήν ἀ­γά­πη Του στίς ἱ­κε­σί­ες καί στήν ἀ­γά­πη τῶν ἁ­γί­ων κα­ταρ­γεῖ τούς ὅ­ρους τῆς φύ­σης καί ἐ­πεμ­βαί­νει μέ ἀ­γά­πη εὐ­ερ­γε­τι­κά στή ζω­ή μας.

Share:

ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Η φωτογραφία μου
Για την προστασία του ελληνορθόδοξου πολιτισμού της οικογενείας της νεολαίας και του πολίτη.

Translate

Από το Blogger.

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Ετικέτες

ΑNTIAIPETIKO ΣEMINAPIO ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΑΙΔ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΏΤΟΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΟΜΙΛΙΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΣΟΦΙΑ ΑΠOKPYΦIΣMOΣ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΑ ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΛΛΑΣ ΑΡΧΙΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΜΥΡΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΑΪΔΩΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΒΙΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΓΙΟΓΚΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ ΕΤΕΡΟΘΡΗΣΚΟΙ ΘΕΟΣΟΦΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΡΙΔΟΛΟΓΙΑ ΙΣΛΑΜ ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΙΩΝΗ Κ. ΒΑΪΟΣ ΠΡΑΝΤΖΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗ ΚΩΝΣΤ. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΟΓΟΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΣΜΟΣ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΝΕΟEIΔΩΛOΛATPEIA ΝΕΟΓNΩΣTIKIΣMOΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ Π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΙΔΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΠΑΤΕΡ ΙΩΣΗΦ ΒΙΓΛΙΩΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΚΟΠΙΑ ΠΙΣΤΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΟΜΙΛΙΩΝ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣΥΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΡΩΤ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΥΡΟΣ ΡΕΦΛΕΞΟΛΟΓΙΑ ΣΑΤΑΝΙΣΜΟΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΣΚΟΠΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΧΙΣΜΑ ΤΡΙΤΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΦΥΛΟ ΧΙΛΙΑΣΤΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΨEYTOMEΣΣIEΣ ΨEYΔOΠPOΦHTEΣ ΨΕΥΔΟ-ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ ΨΗΦΙΣΜΑ

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Προτεινόμενη ανάρτηση

Δεκαπενταύγουστος, Η Hμέρα Της Παναγιάς μας!

Δεκαπενταύγουστος! Η ημέρα Της Παναγιάς μας σήμερα! Της Παναγιάς που βρίσκεται στα χείλη και την καρδιά κάθε πιστού. Εκείνης Της Μεγαλόχαρης...

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *